To χειρότερο έγκλημα της Ιντιάνα: Ο βασανισμός μέχρι θανάτου της 16χρονης Σύλβια Λαίκενς – Όταν η κοινωνία αποδέχεται σιωπηρά

Πολλά εγκλήματα δεν τελούνται ξαφνικά και μακριά μας. Τελούνται στο διπλανό σπίτι από κανονικούς ανθρώπους που «πουλάνε» την εικόνα της καλοσύνης αλλά στην πραγματικότητα, είναι τέρατα που αρέσκονται στο να βασανίζουν αθώες ψυχές.
Η Σύλβια Λαίκενς βρήκε τραγικό θάνατο από τους ανθρώπους της διπλανής πόρτας με η δολοφονία της να νορμαλοποιείται και να μην συγκινεί την κοινωνία της τότε εποχής.
Το αυστηρό και καταπιεστικό κλίμα της περιοχής εκείνης την εποχή, σε συνδυασμό με τον χαρακτήρα μιας κλειστής κοινωνίας που μπορεί να γίνει σκληρή και απάνθρωπη, όπου η αδιαφορία κυριαρχεί και η βία θεωρείται κάτι συνηθισμένο, δημιούργησαν το κατάλληλο έδαφος για να εκδηλωθεί αυτή η φρίκη.
Δεν πρέπει, βέβαια, να θεωρήσουμε ότι τέτοια περιστατικά είναι μοναδικά – αντίθετα, έχουν συμβεί και συνεχίζουν να συμβαίνουν σε πολλές γωνιές του κόσμου. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, έγιναν γνωστά με όλες τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες και υπήρξε μια μορφή δικαίωσης, μια κάθαρση, λόγω του τραγικού τέλους του θύματος.
Η Σύλβια ήταν ένα χαρούμενο κορίτσι
Η Σύλβια Λαίκενς, είχε την φήμη ενός πρόσχαρου, δραστήριου και αισιόδοξου κοριτσιού. Ήταν το τρίτο από τα πέντε παιδιά μιας οικογένειας, όπου οι γονείς τους, οι Lester Cecil Likens και Elizabeth “Betty” Frances ήταν επαγγελματίες διασκεδαστές σε τσίρκο, και ζούσαν στην Ιντιανάπολις των ΗΠΑ. Η αδερφή της Τζένη ήταν θύμα της επιδημίας της πολιομυελίτιδας και το ένα της πόδι ήταν πιο αδύνατο μυικά από το άλλο και φορούσε σε αυτό σίδερα υποστήριξης. Για αυτό η Σύλβια ήταν ιδιαίτερα προστατευτική με την μικρότερη κατά ένα χρόνο και πιο ντροπαλή αδερφή της.
Τον Ιούλιο του 1964 οι γονείς της Σύλβια, θα αφήσουν αυτήν και την Τζένυ στο σπίτι της Γκέρτρουντ Μπανιζέφσκι και θα ξεκινήσει ένα διεστραμμένο και απίστευτο χρονικό βίας και κακοποίησης, ενάντια στα δύο κορίτσια, με την ενεργό συμμετοχή όλης της οικογένειας της Μπανιζέφσκι και την συμμετοχή και συνενοχή και όλης της γειτονίας της, που θα μείνει στην ιστορία σαν το “μεγαλύτερο έγκλημα στην ιστορία της πολιτείας της Ιντιάνα”.
Και οι πιο τρομακτικές και αφόρητες για το στομάχι ταινίες με θέμα την κακοποίηση των πιο αδύναμων, θα ωχριούν, πάντα, μπροστά στην πραγματικότητα, ενός αργού και μαρτυρικού θανάτου μιας άτυχης έφηβης κοπέλας, που βρέθηκε στο έλεος μιας αδίστακτης γυναίκας, των επίσης αδίστακτων παιδιών της, που κατευθύνονταν από την ίδια και των αδιάφορων και σκληρών γειτόνων τους. Μια ιστορία που θα μπορούσε να είναι το Dogville, του Λαρς φον Τρίερ, σαν αληθινό καταγεγραμμένο γεγονός, με την διαφορά της μεγαλύτερης και πιο παράλογης βίας και με θύμα μια ανήλικη.
Η αρχή του τέλους
Όταν οι γονείς τους άφησαν την Σύλβια και την Τζένη στο σπίτι της Γκέρτρουντ Μπανιζέφσκι, τα πράγματα στην αρχή κυλούσαν ομαλά. Σιγά σιγά ένα χρονικό απίστευτης κακοποίησης άρχισε να ξετυλίγεται. Με πρωτεργάτη, βασικό υπεύθυνο και διευθυντικό νου την Γκέρτρουντ, οι πάντες στην οικογένεια άρχισαν να κακοποιούν και να ταπεινώνουν τα νεαρά κορίτσια, στην αρχή σε μεγαλύτερο βαθμό την μεγαλύτερη Σύλβια και σε μικρότερο την Τζένη, ενώ στη συνέχεια η σαδιστική κακοποίηση επικεντρώθηκε και πήρε τερατώδεις διαστάσεις αποκλειστικά εναντίον της Σύλβια Λαίκενς.
Την χτυπούσαν (πολλές φορές στα γεννητικά όργανα), την άφηναν χωρίς φαγητό για μέρες, έσβηναν τσιγάρα στο σώμα της, την έκοβαν με αιχμηρά αντικείμενα, της αρνιόντουσαν να έχει βασική προσωπική υγιεινή στην τουαλέτα, την κατανάγκαζαν με την βία σε μπάνιο με πολύ καυτό νερό, και άλλες απίστευτες φρικτές πράξεις , που το στομάχι ενός κανονικού ανθρώπου δύσκολα αντέχειΣε αυτή την φρικτή συστηματική κακοποίηση, έλαβαν μέρος και τα 5 από τα 7 παιδιά της Γκέρτρουντ Μπανιζέφσκι, ηλικίας από 10 έως 17 ετών και το πιο σοκαριστικό, διάφοροι ανήλικοι γείτονες, οι οποίοι περνούσαν από το σπίτι της Μπανιζέφσκι και ήταν φίλοι των παιδιών της, και συμμετείχαν ενεργά στο συστηματικό, σαδιστικό κι αφόρητα παράλογο βασανισμό της Σύλβια.
Η “δικαιολόγηση” όλων αυτών των τρομακτικών εγκληματικών πράξεων -κατά την τέλεση τους-, από τον κύριο φυσικό και ηθικό αυτουργό τους, την Γκέρτρουντ Μπανιζέφσκι ήταν το ότι η Σύλβια Λαίκενς,- ένα καθημερινό συνηθισμένο κορίτσι της εποχής της που ήταν ανυποψίαστο και απροετοίμαστο για το σαδισμό και την παράνοια που θα μπορούσε να επιδείξει κάποιος “καθημερινός μέσος άνθρωπος της διπλανής πόρτας”, αρκεί να του δοθεί η ευκαιρία, -, είχε “ανήθικες σχέσεις” με αγόρια, είχε-δήθεν- μείνει έγκυος στην διάρκεια της διαμονής της στο σπίτι της και “ήταν βουτηγμένη στην αμαρτία” σύμφωνα με την Μπανιζέφσκι.
Δεν παίζει κάποιο αληθινό ρόλο, παρά μόνο στο ότι μεγαλώνει το μέγεθος της παράνοιας της Γκέρτρουντ Μπανιζέφσκι αλλά στην νεκροψία που της έγινε, η Σύλβια Λαίκενς, ήταν, σύμφωνα με τον ιατροδικαστή, παρθένα. Σε μια συζήτηση με τον αρχιβασανιστή της, την Γκέρτρουντ, όταν την είχε ρωτήσει αν είχε αγόρι η Σύλβια απάντησε ότι είχε- ένα αγόρι που είχε συναντήσει πριν ένα χρόνο σε άλλη πολιτεία των ΗΠΑ, όταν δούλευαν εκεί οι γονείς της. Όταν ρωτήθηκε από την Γκέρτρουντ τι είχε κάνει μαζί του, απάντησε, ότι είχε ξαπλώσει μαζί του, κάτω από τα σκεπάσματα με τα ρούχα.
Αν έχει κάποιο νόημα όλη αυτή η περιγραφή της τερατολογίας, πέρα από μια ανασκόπηση του τύπου: “τα φρικτότερα εγκλήματα του αιώνα”, είναι μια προσπάθεια, ψυχολογικής και κοινωνιολογικής ανάλυσης όσων συνέβησαν και μια ανασκόπηση της συνέχειας της μοίρας αυτών που συμμετείχαν στην τερατωδία, που έχει και-αναπόφευκτα πιστεύω- μια μεταφυσική χροιά.
Το κίνητρο της δολοφονίας
Το βασικό κίνητρο της Μπανιζέφσκι, σύμφωνα με μάρτυρες, δημοσιογράφους και παρατηρητές της τότε εποχής, ήταν ο φθόνος, ο σαδισμός, το παράλογο μίσος και η καθαρή ψυχική κακία, σαν να ήταν η ίδια η ενσάρκωση του κακού, και το ότι φυσικά μπορούσε να κάνει, όσα έκανε, θεωρώντας ότι ποτέ κανείς δεν θα την εμποδίσει-που ίσχυε- και ότι δεν θα έχει συνέπειες-που δεν ίσχυε. Η ίδια η Μπανιζέφσκι είχε στο ιστορικό της 3 αποτυχημένους γάμους και ιστορικό κακοποίησης εις βάρος της, από τουλάχιστον έναν από τους συντρόφους της, και ζούσε μέσα στην πικρία της μοναξιάς, μεγαλώνοντας μόνη 7 παιδιά-χωρίς αυτό να αποτελεί, κατά κανένα τρόπο, δικαιολογία για τις ασύλληπτες σαδιστικές πράξεις της.
Γείτονες που ήταν μάρτυρες της κακοποίησης δεν ανέφεραν ποτέ τίποτα στις αρχές. Μόνο ένας γείτονας, ανέφερε, στο σχολείο της περιοχής, ότι είχε δει ένα παιδί με πληγές σε όλο του το σώμα να μένει στο σπίτι της Μπανιζέφσκι. Μια υπάλληλος του σχολείου πήγε στο σπίτι για να ελέγξει την καταγγελία αλλά η Μπανιζέφσκι, απέφυγε τον έλεγχο, λέγοντας ψέμματα ότι το κορίτσι το είχε σκάσει και ότι δεν ήξερε εκείνη τη στιγμή που βρίσκονταν, ενώ δικαιολόγησε την εικόνα των πληγών της, σαν αποτέλεσμα “έλλειψης προσωπικής υγιεινής”. Το σχολείο δεν ξανασχολήθηκε με την περίπτωση.
Το τέλος της Σύλβια Λάικενς
Στη τελική πράξη της φρίκης, η Μπανιζέφσκι, έκλεισε και έδεσε την Σύλβια στο υπόγειο και μαζί με τα παιδιά της και με παιδιά της γειτονίας, που τα καλούσαν να συμμετέχουν στο “γλέντι” του τρόμου, συνέχισαν με μεγαλύτερη ένταση και λύσσα την βίαιη κακοποίηση της Σύλβια Λαίκενς, με κάθε τρόπο που μπορούσαν να φανταστούν. Η Μπανιζέφσκι, με την βοήθεια ενός 14χρονου γείτονα, του Ρίτσαρντς Χόμπς, χάραξε με μια πυρακτωμένη βελόνα στην κοιλία του κοριτσιού την φράση: “Είμαι πόρνη και περήφανη για αυτό”. Το ίδιο βράδυ η Σύλβια είπε στην αδερφή της το σπαρακτικό: “Τζένη το ξέρω πως δεν το θέλεις να γίνει αυτό, αλλά θα πεθάνω, το νιώθω”
.
Δύο μέρες μετά η Σύλβια ήταν νεκρή, ο ιατροδικαστής, αναγνώρισε 150 διακριτές πληγές στο σώμα της και θεώρησε σαν θανατηφόρα πληγή, μια που προκλήθηκε από χτύπημα που δόθηκε στο δεξί κρόταφο και προκάλεσε, εσωτερικό αιμάτωμα. Οι δράστες πιάστηκαν και η υπόθεση συγκλόνισε την πολιτεία της Ιντιάνα και όλη την χώρα των ΗΠΑ-κάτι που οδήγησε, λίγο αργότερα, σε πιο σοβαρή και αυστηρή νομοθεσία προστασίας των ανήλικων. Μετά πια έμεναν οι μάρτυρες και οι ομολογίες των δραστών που έδωσαν την καταγραφή, στα δικαστικά χρονικά, των εκατοντάδων πράξεων παράλογου και φρικτού σαδιστικού βασανισμού στο σώμα και την ψυχή της Σύλβια.
Το τέλος των δραστών
Οι δράστες, με πρωταρχικό ένοχο την Γκέρτρουντ Μπανιζέφσκι, τιμωρήθηκαν από τον νόμο, την δικαιολογημένη μόνιμη κατακραυγή και ντροπή εντός της κοινωνίας, και-ως ένα σημείο- ίσως κι από το κάρμα τους, ή τις ενοχές τους ή την μολυσμένη με ένα φοβερό έγκλημα μοίρα τους-ανάλογα με το τι πιστεύει ο καθένας.
Διαβάστε επίσης
Η Γκέρτρουντ Μπανιζέφσκι καταδικάστηκε σε ισόβια, παρόλο που η εισαγγελική αρχή επιδίωξε αρχικά την καταδίκη της σε θάνατο. Η ίδια, αρχικά, προσπάθησε η υπεράσπιση της να στηριχθεί στην βάση του ακαταλόγιστου λόγω ψυχικής πάθησης. Μετά κι από ψυχιατρική γνωμάτευση ότι ήταν ψυχικά ικανή να παραστεί σε κανονική δίκη εναντίον της, το δικαστήριο απέρριψε την αίτηση της. Έμεινε στην φυλακή 20 χρόνια, παίρνοντας εξιτήριο, παρά την κοινωνική κατακραυγή που απαιτούσε να μείνει μέσα και πέθανε 5 χρόνια μετά από καρκίνο, έχοντας αλλάξει το όνομα της. Όταν την ρωτούσαν για το φρικτό σαδιστικό και παρανοϊκό έγκλημα της απαντούσε “πως δεν θυμόταν τίποτα”. Στην ιστορία και στα δικαστικά χρονικά, στην πολιτεία της Ιντιάνα και όχι μόνο, έμεινε, για πάντα, ως “ενσάρκωση της εγκληματικής σκληρότητας και του σαδισμού”.
Οι υπόλοιποι δράστες ως ανήλικοι αντιμετωπίστηκαν διαφορετικά:
- Η Πώλα Μπανιζέφσκι (17 ετών όταν έγινε το έγκλημα) έμεινε 7 χρόνια στην φυλακή. Άλλαξε το όνομα της και την ανακάλυψαν το 2012 να δουλεύει σε δημόσιο σχολείο. Απολύθηκε,λόγω των ψευδών στοιχείων που έδωσε στην δουλειά της και από τότε χάθηκαν ξανά τα ίχνη της
- Η Στεφανί Μπανιζέφσκι (15 ετών όταν έγινε το έγκλημα) απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες, επειδή δέχτηκε να καταθέσει για τα γεγονότα του εγκλήματος εναντίον της μητέρας της. Ζει ακόμα παντρεμένη με άλλο όνομα.
- Ο Τζον Μπανιζέφσκι (12 ετών όταν έγινε το έγκλημα) μπήκε σε αναμορφωτήριο ανηλίκων. Παρόλο που επέδειξε δημοσίως μετάνοια, άλλαξε κι αυτός το όνομα του ενώ έγινε ιερωμένος. Πρόλαβε κι έκανε οικογένεια και τρία παιδιά, αλλά πέθανε από καρκίνο σε ηλικία 52 ετών.
- Τα άλλα 3 παιδιά της Μπανιζέφσκι ηλικίας από 11 έως 8 ετών, απαλλάχθηκαν λόγω των ηλικιών τους και η μετέπειτα μοίρα τους είναι άγνωστη. Το τελευταίο παιδί, ένα μωρό ενός έτους, φυσικά δεν απασχόλησε τις δικαστικές αρχές. Υιοθετήθηκε από κάποια άλλη οικογένεια, άλλαξε το όνομα του και πέθανε το 2012.
- Ο Ρίτσαρντς Χόμπς (14 ετών όταν έγινε το έγκλημα) που εκτός από την συμμετοχή στο βασανισμό, δέχτηκε, μετά από παρότρυνση της Γκέρτρουντ, να χαράξει με ένα καυτό καρφί την κοιλία της Σύλβια, έμεινε στην φυλακή για 2 χρόνια και πέθανε το 1972, στα 21, από καρκίνο του πνεύμονα-κάτι που είναι στα αλήθεια στατιστικά πολύ σπάνιο.
- Ο Κόι Χάμπαρντ (15 ετών όταν έγινε το έγκλημα) που συμμετείχε στον βασανισμό της Σύλβια, ήταν γείτονας και το αγόρι της Στεφανί Μπανιζέφσκι. Μπήκε στην φυλακή για 2 χρόνια. Το 1982 δικάστηκε ξανά για κάποιον άλλο φόνο, αλλά αθωώθηκε. Το 2007, όταν βγήκε μια ταινία με την υπόθεση, έχασε την δουλειά του και πέθανε το ίδιο έτος σε ηλικία 57 ετών.
Η ίδια η υπόθεση θα έπρεπε να είναι ένα αρχέτυπο του τι σημαίνει ο εγκλωβισμός ενός πιο αδύναμου ανθρώπου στην μέγγενη της ψυχοπάθειας και του σαδισμού κάποιου άλλου ανθρώπου, που τυχαίνει να βρίσκεται σε ισχυρότερη θέση. Και μάλιστα σε ένα “καθημερινό σπίτι” μια “τυπικής γειτονίας”, όπου λίγα μέτρα ακριβώς πιο δίπλα ζουν τη ζωή τους κανονικοί συνηθισμένοι άνθρωποι, τυπικά όλοι τους, εντός της προστασίας των νόμων και της παρουσίας του πολιτισμού κι όχι σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης και βασανισμού, που βρίσκεται εκτός του νόμου και εκτός της κοινωνίας.
Πράγμα που θα πρέπει να μας κάνει να σκεφτούμε, τι σημαίνει “καθημερινότητα” και “συνηθισμένο” που εύκολα αποδεχόμαστε, χωρίς να κατανοούμε το σκοτάδι και τη φρίκη που μπορεί η κανονικότητα και η καθημερινότητα να κρύβει, ακριβώς δίπλα μας ή χειρότερα και μέσα μας.
Όταν ένας δικηγόρος της δίκης ρωτήθηκε γιατί η Σύλβια ή η Τζένη δεν προσπάθησαν να αναζητήσουν βοήθεια, απάντησε το συγκλονιστικό: “Υποθέτω πως ποτέ στην διάρκεια της ζωής της η Σύλβια, μέχρι την στιγμή που βρέθηκε στο σπίτι της Μπανιζέφσκι, δεν είχε την εμπειρία ότι οι άνθρωποι όταν χρειαστεί θα έρθουν να την βοηθήσουν. Είχε πειστεί, από πριν, ότι κανείς δεν θα ενδιαφερθεί ποτέ να την βοηθήσει.”






0 ΣΧΟΛΙΑ