Σπύρος Παπαχρήστος: Ποιος ήθελε νεκρό τον πρώην ΕΚΑΜίτη;

Η δολοφονία του 57χρονου συνταξιούχου αστυνομικού Σπύρου Παπαχρήστου στην Παλλήνη εξακολουθούσε να αφήνει ανοιχτά κρίσιμα ερωτήματα για την ΕΛ.ΑΣ., με το βασικό να αφορά το κίνητρο πίσω από την επίθεση. Ο πρώην αξιωματικός των ΕΚΑΜ και της Αντιτρομοκρατικής δολοφονήθηκε τα ξημερώματα της 1ης Μαΐου 2018, έξω από ταβέρνα στην οδό Αιόλου, ενώ οι αρχές εξέταζαν διαφορετικά σενάρια, από στοχευμένη επίθεση έως προσωπική ή άλλη διαφορά.
Η διαφυγή και η μαρτυρία που εξετάστηκε
Ένα από τα στοιχεία που είχαν μπει στο μικροσκόπιο των αρχών ήταν η μαρτυρία αστυνομικού από την Τροχαία Αγίας Παρασκευής. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, ο αστυνομικός φέρεται να είδε ένα όχημα να κινείται με μεγάλη ταχύτητα από την περιοχή της Παλλήνης, λίγο μετά την επίθεση, και οι ερευνητές εξέταζαν αν επρόκειτο για το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαιναν οι δράστες. Παράλληλα, ερευνήθηκε και η διαδρομή προς την Αττική Οδό, όπου υπήρχε διαθέσιμο υλικό από κάμερες ασφαλείας.
Το ενδιαφέρον των αστυνομικών στράφηκε και στις τελευταίες στιγμές του 57χρονου. Ο Παπαχρήστου είχε βρεθεί στην ταβέρνα, όπου σύμφωνα με τα δημοσιεύματα ήταν τακτικός πελάτης, και αποχώρησε μόνος του, κατευθυνόμενος προς το μαύρο Smart του. Εκεί φέρεται να δέχθηκε τους πυροβολισμούς από κοντινή απόσταση. Το γεγονός ότι ο δράστης τον πλησίασε την ώρα που έβγαινε από το κατάστημα είχε οδηγήσει τις αρχές να εξετάζουν ακόμη και το ενδεχόμενο να γνώριζε το θύμα.
Τα ερωτήματα για το όπλο και τον σχεδιασμό
Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε και στο όπλο που χρησιμοποιήθηκε. Αρχικά είχαν εντοπιστεί πέντε κάλυκες από πιστόλι διαμετρήματος 7,65 mm, ενώ μεταγενέστερα στοιχεία της ιατροδικαστικής έρευνας έδειξαν ότι ο Παπαχρήστου είχε δεχθεί πυρά και από δεύτερο όπλο, ένα περίστροφο διαμετρήματος .38. Η διαπίστωση αυτή ενίσχυσε την εκτίμηση ότι στην επίθεση συμμετείχαν τουλάχιστον δύο δράστες.
Παράλληλα, οι αστυνομικοί προσπαθούσαν να καταλάβουν πώς ο δράστης γνώριζε ότι ο πρώην αξιωματικός θα βρισκόταν στη συγκεκριμένη, σχετικά απομονωμένη ταβέρνα και ότι θα αποχωρούσε χωρίς την παρέα με την οποία είχε προηγουμένως γευματίσει. Ο Παπαχρήστου είχε πολυετή εμπειρία στις ειδικές υπηρεσίες της ΕΛ.ΑΣ. και άδεια κατοχής όπλου, το οποίο, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, δεν είχε μαζί του εκείνο το βράδυ.
Ποιο ήταν το κίνητρο της δολοφονίας;
Το κίνητρο παρέμενε το μεγάλο ζητούμενο. Οι αρχές δεν απέκλειαν την πιθανότητα μιας στοχευμένης δολοφονίας, όμως εξέταζαν παράλληλα και άλλα ενδεχόμενα, χωρίς να θεωρούν δεδομένο από την αρχή ότι επρόκειτο για «συμβόλαιο θανάτου». Στο μικροσκόπιο είχαν μπει οι επαγγελματικές δραστηριότητες του 57χρονου μετά την αποχώρησή του από την ΕΛ.ΑΣ., καθώς είχε αναλάβει καθήκοντα στον χώρο της ιδιωτικής ασφάλειας και είχε επαφές με επιχειρηματίες και πρόσωπα που δραστηριοποιούνταν στον συγκεκριμένο κλάδο.
Στο πλαίσιο αυτό, οι αστυνομικοί εξέταζαν εάν κάποια από τις επαγγελματικές του δραστηριότητες μπορούσε να είχε δημιουργήσει αντιπαραθέσεις ή να είχε προκαλέσει το ενδιαφέρον ατόμων που συνδέονταν με τον χώρο της «προστασίας». Την ίδια στιγμή, όμως, δεν υπήρχαν αναφορές ότι ο ίδιος είχε εκμυστηρευτεί σε ανθρώπους του περιβάλλοντός του πως δεχόταν απειλές. Οι αρχές εξέταζαν τα κινητά του τηλέφωνα, τις επικοινωνίες του και το υλικό από κάμερες στην ευρύτερη περιοχή, αναζητώντας στοιχεία που θα μπορούσαν να φωτίσουν τις τελευταίες επαφές και κινήσεις του.
Η έρευνα, επομένως, επικεντρωνόταν σε μια σειρά από διαφορετικά ερωτήματα: ποιος γνώριζε ότι ο Παπαχρήστου θα βρισκόταν εκείνο το βράδυ στην ταβέρνα, ποιος μπορούσε να γνωρίζει τις κινήσεις του και αν η επίθεση συνδεόταν με την επαγγελματική του δραστηριότητα. Παράλληλα, οι αστυνομικοί εξέταζαν εάν η υπόθεση μπορούσε να ενταχθεί στον ευρύτερο κύκλο δολοφονιών που είχαν σημειωθεί εκείνη την περίοδο στον χώρο του οργανωμένου εγκλήματος, χωρίς όμως να θεωρούν ότι η σύνδεση αυτή είχε αποδειχθεί.
Το ερώτημα «ποιος ήθελε νεκρό τον πρώην ΕΚΑΜίτη;» παρέμενε έτσι στο επίκεντρο της έρευνας. Η μαρτυρία για το όχημα διαφυγής, οι τηλεφωνικές επικοινωνίες, οι κάμερες ασφαλείας, τα ευρήματα από τη σκηνή του εγκλήματος και κυρίως οι επαγγελματικές επαφές του θύματος αποτελούσαν τα βασικά κομμάτια του παζλ. Τα στοιχεία που προέκυψαν στη συνέχεια έδειξαν ότι στην επίθεση είχαν χρησιμοποιηθεί δύο όπλα, όμως το κρίσιμο ζήτημα του ηθικού αυτουργού και του ακριβούς κινήτρου παρέμενε αντικείμενο της αστυνομικής έρευνας.






0 ΣΧΟΛΙΑ