Από την Κρίστα Πάικ στον Βασίλη Λυμπέρη: Η εποχή που η Ελλάδα εκτελούσε ανθρώπους – Οι 6 περιπτώσεις

Η 30ή Σεπτεμβρίου 2026 έφερε ξανά στο προσκήνιο μια εικόνα που στην Ελλάδα ανήκει πλέον στην ιστορία: έναν άνθρωπο δεμένο σε ένα εκτελεστικό κρεβάτι, μπροστά σε μια διαδικασία που έχει σχεδιαστεί για να είναι η τελευταία και μη αναστρέψιμη πράξη της πολιτείας. Στο Τενεσί, η Κρίστα Πάικ, καταδικασμένη για τη δολοφονία της 19χρονης Κόλιν Σλέμερ το 1995, οδηγήθηκε στην αίθουσα εκτέλεσης. Η διαδικασία με θανατηφόρα ένεση όμως απέτυχε. Χορηγήθηκαν δύο δόσεις πεντοβαρβιτάλης, αλλά η Πάικ παρέμεινε ζωντανή και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο σε νοσοκομείο. Το Τμήμα Σωφρονισμού του Τενεσί υποστήριξε ότι ακολουθήθηκε το εγκεκριμένο πρωτόκολλο, ενώ οι αρχές ανακοίνωσαν έλεγχο του περιστατικού.
Το γεγονός έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα όχι επειδή η χώρα αντιμετωπίζει σήμερα το ίδιο δίλημμα. Δεν το αντιμετωπίζει. Η Ελλάδα έχει καταργήσει τη θανατική ποινή και έχει δεσμευθεί διεθνώς για την κατάργησή της σε όλες τις περιστάσεις. Η απόσταση, όμως, ανάμεσα στην Αθήνα του 1972 και στην Ελλάδα του 2026 δεν είναι απλώς μισός αιώνας. Είναι η ιστορία μιας βαθιάς αλλαγής στην αντίληψη του κράτους για το δικαίωμά του να αφαιρεί τη ζωή ενός καταδικασμένου ανθρώπου. Και για να κατανοήσει κανείς αυτή την αλλαγή, πρέπει να επιστρέψει πολύ πριν από την Κρίστα Πάικ. Πρέπει να επιστρέψει στην εποχή που η εκτέλεση αποτελούσε μέρος της ελληνικής δικαιοσύνης.
Η θανατική ποινή από τη γέννηση του ελληνικού κράτους
Η θανατική ποινή δεν ήταν εξαίρεση στην Ελλάδα του 19ου αιώνα. Ήταν μέρος του ποινικού συστήματος του νεοσύστατου κράτους. Με την εισαγωγή του Ποινικού Νόμου του 1834, η θανατική ποινή αποτέλεσε θεσμοθετημένη μορφή κρατικής τιμωρίας. Αρχικά προβλεπόταν η γκιλοτίνα ως μέσο εκτέλεσης. Οι πρακτικές δυσκολίες όμως οδήγησαν στην παράλληλη χρήση του εκτελεστικού αποσπάσματος και τελικά στην επικράτηση του τυφεκισμού, ο οποίος έγινε το βασικό μέσο εκτέλεσης κατά τον 20ό αιώνα. Η εικόνα της γκιλοτίνας στην Ελλάδα έχει μείνει στη συλλογική μνήμη ως σύμβολο μιας άλλης εποχής. Η τελευταία εκτέλεση με γκιλοτίνα πραγματοποιήθηκε το 1913. Από το 1929 και μετά, ο τυφεκισμός καθιερώθηκε ως ο τρόπος εκτέλεσης. Αλλά η ιστορία της θανατικής ποινής στην Ελλάδα δεν είναι μόνο ιστορία ποινικών εγκλημάτων. Είναι και ιστορία πολιτικών συγκρούσεων.
Εμφύλιος Πόλεμος: χιλιάδες εκτελέσεις
Η πιο σκοτεινή περίοδος της εφαρμογής της θανατικής ποινής ήρθε στα χρόνια του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου, 1946–1949. Ειδικά στρατοδικεία και έκτακτα μέτρα χρησιμοποιήθηκαν σε μια χώρα που είχε μόλις βγει από την Κατοχή και βρισκόταν σε νέο εμφύλιο πόλεμο. Σύμφωνα με ιστορικές μελέτες, περίπου 50.000 άνθρωποι δικάστηκαν από έκτακτα στρατοδικεία, ενώ περίπου το 10% καταδικάστηκε σε θάνατο. Σύγχρονες ιστορικές εκτιμήσεις τοποθετούν τον αριθμό των εκτελεσμένων κομμουνιστών περίπου στις 3.000.
Εδώ βρίσκεται και το πρώτο μεγάλο πρόβλημα με την απαίτηση για έναν κατάλογο «όλων όσοι εκτελέστηκαν στην Ελλάδα». Δεν υπάρχει ένα ενιαίο, πλήρες ονομαστικό μητρώο που να επιτρέπει σήμερα να παρουσιαστούν με ασφάλεια, σε ένα δημοσιογραφικό άρθρο, και τα περίπου 3.000 ονόματα της εμφυλιακής περιόδου. Οι εκτελέσεις καταγράφηκαν σε στρατοδικεία, στρατιωτικά αρχεία, εφημερίδες, τοπικά αρχεία και πολιτικές μαρτυρίες, συχνά με διαφορετικό βαθμό πληρότητας. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι άνθρωποι αυτοί πρέπει να χαθούν μέσα σε έναν αριθμό. Σημαίνει ότι η ιστορική καταγραφή πρέπει να διαχωρίζει τον τεκμηριωμένο ονομαστικό κατάλογο από τη συνολική στατιστική εικόνα.
Ο Νίκος Μπελογιάννης και οι τρεις σύντροφοί του
Από όλες τις μεταπολεμικές εκτελέσεις, καμία ίσως δεν έγινε τόσο διεθνώς γνωστή όσο εκείνη της 30ής Μαρτίου 1952. Στο Γουδί εκτελέστηκαν ο Νίκος Μπελογιάννης, ο Δημήτρης Μπάτσης, ο Ηλίας Αργυριάδης και ο Νίκος Καλούμενος. Είχαν καταδικαστεί σε θάνατο από το Διαρκές Στρατοδικείο Αθηνών για κατασκοπεία, με βάση το νομοθετικό πλαίσιο της εποχής. Μαζί τους είχαν καταδικαστεί σε θάνατο και η Έλλη Παππά και ο Τάκης Λαζαρίδης, όμως οι δικές τους ποινές δεν εκτελέστηκαν. Η υπόθεση Μπελογιάννη προκάλεσε διεθνή κινητοποίηση, διαμαρτυρίες και παρεμβάσεις προσωπικοτήτων από όλο τον κόσμο. Η εκτέλεση εκείνη έγινε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σύμβολα της μετεμφυλιακής Ελλάδας και ταυτόχρονα μια από τις υποθέσεις που έδειξαν πόσο στενά μπορούσε να συνδεθεί η θανατική ποινή με τις πολιτικές συγκρούσεις της εποχής.
Νίκος Πλουμπίδης, Χρήστος Καρανταής και Νίκος Καρδαμήλας
Ο κύκλος των πολιτικών εκτελέσεων δεν σταμάτησε το 1952. Στις 14 Αυγούστου 1954, στο Δαφνί, εκτελέστηκε ο Νίκος Πλουμπίδης, καταδικασμένος δύο φορές σε θάνατο από το Στρατοδικείο Αθηνών. Η εκτέλεσή του πραγματοποιήθηκε με τυφεκισμό. Ένα χρόνο αργότερα, την 1η Μαΐου 1955, εκτελέστηκε στην Αλικαρνασσό Ηρακλείου ο Χρήστος Καρανταής, 26 ετών, ο οποίος είχε καταδικαστεί για κατασκοπεία με βάση τον αναγκαστικό νόμο 375/1936.
Και στις 29 Αυγούστου 1955 εκτελέστηκε ο Νίκος Καρδαμήλας, επίσης καταδικασμένος για κατασκοπεία. Οι τρεις, Πλουμπίδης, Καρανταής και Καρδαμήλας, αποτελούν τις τελευταίες χαρακτηριστικές περιπτώσεις πολιτικών εκτελέσεων της περιόδου Παπάγου. Μετά την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, τον Οκτώβριο του 1955, οι εκτελέσεις καταδικασμένων κομμουνιστών σταμάτησαν. Η θανατική ποινή, όμως, παρέμεινε. Και πλέον θα χρησιμοποιούνταν κυρίως για βαριά ποινικά εγκλήματα.
Οι εκτελέσεις των ποινικών κρατουμένων
Η δεκαετία του 1960 έφερε ένα διαφορετικό κεφάλαιο. Από το 1960 έως το 1972, σύμφωνα με δημοσιευμένη καταγραφή, 39 καταδικασμένοι οδηγήθηκαν στο εκτελεστικό απόσπασμα, ανάμεσά τους τέσσερις γυναίκες. Τα ονόματα που έχουν διασταυρωθεί στις διαθέσιμες πηγές φωτίζουν ένα κομμάτι αυτής της ιστορίας. Στις 26 Αυγούστου 1960 εκτελέστηκε στον Υμηττό η Σταυρούλα Γκουβούση, η πρώτη γυναίκα στην Ελλάδα που εκτελέστηκε για ποινικό αδίκημα. Είχε καταδικαστεί για τη δολοφονία της εγκύου νύφης της, Μεταξίας.
Λίγες ημέρες αργότερα, στις 2 Σεπτεμβρίου 1960, εκτελέστηκε στην Κέρκυρα ο γιος της, Δημήτριος Γκουβούσης. Την ίδια ημέρα εκτελέστηκαν επίσης ο Χαρίλαος Κουστένης, καταδικασμένος για ληστεία μετά φόνου στη Δημητσάνα, και ο Ιωάννης Νικολακόπουλος, ο οποίος είχε καταδικαστεί για τη δολοφονία της συζύγου του. Το 1962 ήρθε η σειρά της Αθανασίας Αγγελινού, η οποία εκτελέστηκε στον Υμηττό στις 10 Αυγούστου 1962. Στις 10 Αυγούστου 1962 εκτελέστηκε επίσης ο Στάθης Ζουρνατζής, ο οποίος είχε καταδικαστεί για τη δολοφονία της 19χρονης Κωνσταντινιάς Γατέλα.
Στις 4 Σεπτεμβρίου 1962 εκτελέστηκε η Αλεξάνδρα Μέρδη, η οποία είχε καταδικαστεί για δηλητηρίαση του γαμπρού της, Χρήστου Πρεβέντζα. Και στις 10 Απριλίου 1965, στο Γουδή, εκτελέστηκε η Αικατερίνη Δημητρέα, καταδικασμένη για τέσσερις ανθρωποκτονίες και μία απόπειρα δηλητηρίασης. Ήταν η τελευταία γυναίκα που εκτελέστηκε στην Ελλάδα.
Ο Αριστείδης Παγκρατίδης και η αμφιβολία που έμεινε
Υπάρχουν όμως υποθέσεις στις οποίες η ιστορία της θανατικής ποινής συναντά ένα άλλο, ακόμη πιο δύσκολο ερώτημα: τι γίνεται όταν η δικαιοσύνη μπορεί να έχει κάνει λάθος; Ο Αριστείδης Παγκρατίδης εκτελέστηκε στις 16 Φεβρουαρίου 1968 στη Θεσσαλονίκη, αφού είχε καταδικαστεί για την υπόθεση του λεγόμενου «Δράκου του Σέιχ Σου». Η υπόθεση εξακολουθεί να προκαλεί συζήτηση επειδή η ενοχή του έχει αμφισβητηθεί μεταγενέστερα, ενώ ο ίδιος μέχρι το τέλος δήλωνε αθώος.
Ο Παγκρατίδης δεν είναι απλώς μια ακόμη καταχώριση σε έναν κατάλογο εκτελέσεων. Είναι η περίπτωση που κάνει την έννοια της μη αναστρεψιμότητας να αποκτά πραγματικό περιεχόμενο. Αν ένας άνθρωπος καταδικαστεί σε φυλάκιση και χρόνια αργότερα αποδειχθεί ότι ήταν αθώος, η δικαιοσύνη μπορεί να τον απελευθερώσει, να αναγνωρίσει το λάθος, να αποκαταστήσει την τιμή του. Μετά την εκτέλεση, δεν υπάρχει δεύτερη δίκη.
Οι εκτελέσεις της χούντας και τα εγκλήματα της περιόδου
Η εκτέλεση του Παγκρατίδη πραγματοποιήθηκε μέσα στη δικτατορία των συνταγματαρχών. Τον Μάρτιο του 1968 εκτελέστηκε και ο Χαρίλαος Βίρλιος, στη Θεσσαλονίκη, για τη δολοφονία της συζύγου του. Έναν χρόνο αργότερα, η Ελλάδα συγκλονίστηκε από την υπόθεση των δύο Γερμανών υπηκόων Χέρμαν Ντουφτ και Χανς Μπασενάουερ. Οι δύο άνδρες καταδικάστηκαν σε πέντε θανατικές ποινές ο καθένας για σειρά ανθρωποκτονιών και ληστειών. Στις 15 Δεκεμβρίου 1969 οδηγήθηκαν στο εκτελεστικό απόσπασμα, ο Ντουφτ στην Κέρκυρα και ο Μπασενάουερ στην Αίγινα.
Η ιστορία των εκτελέσεων δεν τελείωσε εκεί. Στις 26 Ιουνίου 1972 εκτελέστηκε στην Κέρκυρα ο Γιώργος Κασόλας, καταδικασμένος για τη δολοφονία της κόρης του. Ήταν ο προτελευταίος καταδικασμένος σε θάνατο που εκτελέστηκε στην Ελλάδα. Και ύστερα ήρθε η τελευταία πράξη.
25 Αυγούστου 1972: Ο Βασίλης Λυμπέρης
Ο Βασίλης Λυμπέρης ήταν 27 ετών. Στις αρχές Ιανουαρίου του 1972 είχε προκαλέσει πυρκαγιά στο σπίτι στο Χαλάνδρι όπου βρίσκονταν η εν διαστάσει σύζυγός του, η πεθερά του και τα δύο μικρά παιδιά του. Καταδικάστηκε σε τέσσερις θανατικές ποινές. Το ξημέρωμα της 25ης Αυγούστου 1972, στο πεδίο βολής της Σχολής Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού στα Δύο Αοράκια του Ηρακλείου, το εκτελεστικό απόσπασμα πήρε θέση. Ο Λυμπέρης οδηγήθηκε μπροστά στους στρατιώτες. Ακούστηκε το παράγγελμα. Και με εκείνη την ομοβροντία η Ελλάδα πραγματοποίησε την τελευταία εκτέλεση στην ιστορία της. Δεν ήταν ακόμη η νομική κατάργηση της θανατικής ποινής. Ήταν όμως το τέλος της πρακτικής εφαρμογής της.
Από το 1972 στο 1975: Η Μεταπολίτευση αλλάζει το πλαίσιο
Η πτώση της δικτατορίας το 1974 και η αποκατάσταση της δημοκρατίας δημιούργησαν ένα νέο πολιτικό και συνταγματικό περιβάλλον. Το Σύνταγμα του 1975 περιόρισε δραστικά τη δυνατότητα επιβολής της θανατικής ποινής. Το άρθρο 7 παρ. 3 προέβλεπε πλέον ότι η θανατική ποινή μπορούσε να επιβληθεί μόνο στις περιπτώσεις που ο νόμος όριζε για εγκλήματα σε καιρό πολέμου και συνδεόμενα με τον πόλεμο. Έτσι, ενώ η τελευταία εκτέλεση είχε ήδη γίνει το 1972, το κράτος δεν είχε ακόμη ολοκληρώσει νομικά την πορεία προς την κατάργηση. Και αυτό χρειάστηκε σχεδόν δύο ακόμη δεκαετίες.
Το 1993: Η θανατική ποινή καταργείται από τον Ποινικό Κώδικα
Το αποφασιστικό βήμα ήρθε με τον Νόμο 2172/1993. Η θανατική ποινή αφαιρέθηκε από τον ελληνικό Ποινικό Κώδικα. Η Ελλάδα πέρασε έτσι από την κατάσταση της «μη εφαρμογής» στην τυπική κατάργηση για τα κοινά εγκλήματα. Η διαφορά ανάμεσα στα δύο είναι θεμελιώδης. Άλλο είναι ένα κράτος να έχει τη δυνατότητα να εκτελεί αλλά να επιλέγει να μην το κάνει. Και άλλο να έχει αφαιρέσει από το νομικό του οπλοστάσιο τη δυνατότητα να εκτελέσει. Η Ελλάδα πέρασε από το πρώτο στο δεύτερο.
Οι διεθνείς δεσμεύσεις
Η διαδικασία δεν σταμάτησε στον Ποινικό Κώδικα. Το 1998, η Ελλάδα κύρωσε το 6ο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με τον Νόμο 2610/1998. Το Πρωτόκολλο προέβλεπε την κατάργηση της θανατικής ποινής σε καιρό ειρήνης, διατηρώντας τότε δυνατότητα εξαίρεσης για πράξεις σε καιρό πολέμου. Το επόμενο βήμα ήταν ακόμη πιο απόλυτο.
Η Ελλάδα υπέγραψε στις 3 Μαΐου 2002 το Πρωτόκολλο Νο. 13, το οποίο αφορά την κατάργηση της θανατικής ποινής σε όλες τις περιστάσεις, ακόμη και σε καιρό πολέμου ή άμεσης απειλής πολέμου. Με την κύρωση του Πρωτοκόλλου, η Ελλάδα ολοκλήρωσε τη διεθνή δέσμευση για πλήρη κατάργηση. Το αποτέλεσμα είναι σήμερα σαφές: η ελληνική έννομη τάξη δεν προβλέπει θανατική ποινή ως ποινή που μπορεί να επιβληθεί και να εκτελεστεί.
Οι άνθρωποι πίσω από τον αριθμό
Η ιστορία αυτή δεν μπορεί να γραφτεί μόνο με νόμους και ημερομηνίες. Πίσω από τη λέξη «εκτέλεση» υπήρχαν άνθρωποι.
Νίκος Μπελογιάννης. Δημήτρης Μπάτσης. Ηλίας Αργυριάδης. Νίκος Καλούμενος. Νίκος Πλουμπίδης. Χρήστος Καρανταής. Νίκος Καρδαμήλας. Σταυρούλα Γκουβούση. Δημήτριος Γκουβούσης. Χαρίλαος Κουστένης. Ιωάννης Νικολακόπουλος. Αθανασία Αγγελινού. Αλεξάνδρα Μέρδη. Στάθης Ζουρνατζής. Αικατερίνη Δημητρέα. Νίκος Θεολογίτης. Αριστείδης Παγκρατίδης. Χαρίλαος Βίρλιος. Χέρμαν Ντουφτ. Χανς Μπασενάουερ. Γιώργος Κασόλας. Βασίλης Λυμπέρης.
Και πίσω από αυτά τα ονόματα υπάρχουν εκατοντάδες και χιλιάδες ακόμη άνθρωποι, ιδιαίτερα στα χρόνια του Εμφυλίου, οι οποίοι δεν μπορούν να χωρέσουν υπεύθυνα σε έναν δήθεν «πλήρη κατάλογο» χωρίς να προηγηθεί συστηματική αρχειακή έρευνα στα στρατοδικεία και στις εφημερίδες της περιόδου. Η ιστορική έρευνα για τη μεταπολεμική περίοδο έχει ήδη καταγράψει εκτενώς δίκες και εκτελέσεις, αλλά το υλικό παραμένει διάσπαρτο. Αυτό είναι σημαντικό να λέγεται καθαρά. Η ιστορία δεν γίνεται πληρέστερη όταν ένας αριθμός μετατρέπεται αυθαίρετα σε ονομαστικό κατάλογο. Γίνεται πληρέστερη όταν γνωρίζουμε και τι μπορούμε και τι δεν μπορούμε να τεκμηριώσουμε.
Η Ελλάδα και οι Ηνωμένες Πολιτείες: Δύο διαφορετικές διαδρομές
Και κάπου εδώ συναντιούνται ξανά η Ελλάδα του 1972 και η Κρίστα Πάικ του 2026. Στην Ελλάδα, το κράτος πέρασε σταδιακά από την ενεργή χρήση της θανατικής ποινής στην εγκατάλειψή της, στη νομοθετική κατάργηση και τελικά στη διεθνή δέσμευση για την πλήρη απαγόρευσή της. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η εικόνα είναι διαφορετική. Η θανατική ποινή εξακολουθεί να υφίσταται σε ορισμένες πολιτείες. Η υπόθεση της Πάικ δείχνει όμως και κάτι ακόμη: ακόμη και μια διαδικασία που έχει σχεδιαστεί ως τεχνικά ελεγχόμενη και οριστική μπορεί να αποτύχει.
Το Τενεσί ανακοίνωσε ότι ακολούθησε το προβλεπόμενο πρωτόκολλο, ενώ οι δημοσιογράφοι που παρακολούθησαν τη διαδικασία κατέγραψαν ότι η Πάικ παρέμενε ζωντανή μετά τις δύο δόσεις. Η υπόθεση βρίσκεται πλέον ενώπιον μιας νέας έρευνας. Και έτσι επιστρέφει το παλιό ερώτημα με σύγχρονο τρόπο: Τι σημαίνει «οριστική» ποινή όταν η ίδια η διαδικασία μπορεί να αποτύχει;
Το θύμα, η δικαιοσύνη και το κράτος
Το ζήτημα της θανατικής ποινής δεν αφορά μόνο τον δράστη. Αφορά και τα θύματα, τις οικογένειές τους και το κράτος που καλείται να απονείμει δικαιοσύνη. Η υπόθεση της Κρίστα Πάικ το υπενθυμίζει με τον πιο σκληρό τρόπο. Η μητέρα της Κολίν Σλέμερ ήταν παρούσα στην αποτυχημένη εκτέλεση και μίλησε για την αίσθηση ότι η διαδικασία δεν ολοκληρώθηκε όπως αναμενόταν. Από την άλλη πλευρά, η ελληνική ιστορία δείχνει γιατί η συζήτηση για τη θανατική ποινή δεν μπορεί να περιορίζεται στο ερώτημα αν ένα συγκεκριμένο έγκλημα προκαλεί οργή.
Γιατί δίπλα στους καταδικασμένους για βαριά εγκλήματα υπήρχαν άνθρωποι που καταδικάστηκαν σε πολιτικές δίκες. Υπήρχαν άνθρωποι όπως ο Μπελογιάννης και ο Πλουμπίδης. Υπήρχαν άνθρωποι όπως ο Παγκρατίδης, η υπόθεση του οποίου εξακολουθεί να συνοδεύεται από αμφιβολίες. Και υπήρχαν χιλιάδες εκτελέσεις μέσα στο περιβάλλον του Εμφυλίου. Η ιστορία, επομένως, δεν προσφέρει ένα απλό σχήμα. Προσφέρει ένα πολύ πιο δύσκολο συμπέρασμα: όσο πιο οριστική είναι μια ποινή, τόσο μεγαλύτερη είναι η σημασία της πιθανότητας δικαστικού λάθους.
Από τον Λυμπέρη στην Πάικ
Στις 25 Αυγούστου 1972, ο Βασίλης Λυμπέρης στάθηκε απέναντι σε ένα εκτελεστικό απόσπασμα στην Κρήτη. Στις 30 Σεπτεμβρίου 2026, η Κρίστα Πάικ βρέθηκε απέναντι σε ένα σύγχρονο πρωτόκολλο θανατηφόρας ένεσης στο Τενεσί. Ανάμεσα στις δύο ημερομηνίες υπάρχουν 54 χρόνια. Στην Ελλάδα, αυτά τα 54 χρόνια χωρίζονται από μια πλήρη θεσμική μεταμόρφωση: από την εκτέλεση στην κατάργηση, από το εκτελεστικό απόσπασμα στη νομική απαγόρευση, από την κρατική δυνατότητα αφαίρεσης ζωής στη δέσμευση ότι αυτή η δυνατότητα δεν θα χρησιμοποιηθεί ξανά.
Η τελευταία ελληνική εκτέλεση δεν ήταν απλώς μια ημερομηνία. Ήταν το τέλος μιας εποχής. Και η σημερινή Ελλάδα δεν χρειάζεται να αναρωτηθεί αν θα εκτελέσει ξανά. Έχει ήδη απαντήσει θεσμικά ότι δεν θα το κάνει. Η ιστορία της θανατικής ποινής στην Ελλάδα, από τη γκιλοτίνα του 19ου αιώνα μέχρι το εκτελεστικό απόσπασμα του 1972 και από εκεί μέχρι την οριστική κατάργηση, δεν είναι μόνο ιστορία εγκλήματος και τιμωρίας. Είναι ιστορία του ίδιου του κράτους. Γιατί το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο τι έκανε ο άνθρωπος που καταδικάστηκε. Είναι και τι δικαίωμα αποφασίζει να έχει το κράτος απέναντι στη ζωή του ανθρώπου που έχει στα χέρια του.
Διαβάστε επίσης
Η Ελλάδα, μέσα από τις δεκαετίες, άλλαξε την απάντησή της. Και η ομοβροντία που ακούστηκε στα Δύο Αοράκια στις 25 Αυγούστου 1972 παραμένει, μέχρι σήμερα, η τελευταία τέτοια ομοβροντία στην ιστορία της χώρας. Η βασική προσθήκη είναι πλέον η ιστορική διαδρομή με ονομαστικές περιπτώσεις, χωρίς να παρουσιαστεί ψευδώς ως πλήρης κατάλογος των περίπου 3.000 εκτελέσεων του Εμφυλίου ή των 39 εκτελέσεων της περιόδου 1960–1972.






0 ΣΧΟΛΙΑ