Η πρώτη γυναίκα στην Ελλάδα που εκτελέστηκε για ποινικό αδίκημα: Όταν η Γκουβούση πέταξε ζωντανή την εγκυμονούσα νύφη της

Ένα από τα εγκλήματα που συγκλόνισαν την Ελλάδα στα τέλη της δεκαετίας του ’50 εκτυλίχθηκε στο Λεωνίδιο Αρκαδίας, με θύμα την 21χρονη Μεταξία Γκουβούση, η οποία ήταν πέντε μηνών έγκυος. Η νεαρή γυναίκα βρέθηκε μέσα στη στέρνα του σπιτιού της πεθεράς της και αρχικά επιχειρήθηκε να παρουσιαστεί ο θάνατός της ως αυτοκτονία. Η έρευνα, όμως, οδήγησε σε μια εντελώς διαφορετική εκδοχή: η πεθερά της, Σταυρούλα Γκουβούση, και ο σύζυγός της, Μήτρος Γκουβούσης, συνελήφθησαν και τελικά καταδικάστηκαν σε θάνατο για τη δολοφονία της.
Το σημείωμα της «αυτοκτονίας» που τελικά τους πρόδωσε
Η Μεταξία είχε παντρευτεί τον Μήτρο το 1954, όταν εκείνη ήταν μόλις 16 ετών και εκείνος 17. Ο γάμος τους είχε γίνει με συνοικέσιο και στη διάρκεια της κοινής τους ζωής απέκτησαν δύο κορίτσια. Το πρώτο πέθανε μόλις 40 ημερών, ενώ το δεύτερο παιδί τους, η Μαρία, ήταν 14 μηνών όταν δολοφονήθηκε η μητέρα της. Η Μεταξία εργαζόταν σε ζαχαροπλαστείο στο Λεωνίδιο και, σύμφωνα με τις μαρτυρίες που παρουσιάστηκαν αργότερα στο δικαστήριο, ήταν εκείνη που ουσιαστικά συντηρούσε το σπίτι. Οι σχέσεις της με την πεθερά της ήταν εξαιρετικά κακές. Η Σταυρούλα δεν αποδεχόταν τη νύφη της και, σύμφωνα με όσα καταγράφηκαν στην υπόθεση, διέδιδε φήμες για την προσωπική της ζωή.
Η κατάσταση έγινε ακόμη πιο τεταμένη όταν η Μεταξία έμεινε ξανά έγκυος. Η πεθερά της άρχισε να ισχυρίζεται ότι το παιδί που κυοφορούσε δεν ήταν του Μήτρου αλλά άλλου άνδρα. Ο Μήτρος φαίνεται ότι επηρεάστηκε από τις κατηγορίες και το ζευγάρι πήγε στο Άργος με σκοπό να διακοπεί η εγκυμοσύνη. Η άμβλωση, ωστόσο, δεν πραγματοποιήθηκε. Όταν επέστρεψαν στο Λεωνίδιο, πέρασαν από το σπίτι της Σταυρούλας για να πάρουν το μικρό τους παιδί, το οποίο είχε μείνει μαζί της. Η Μεταξία, κουρασμένη και ζαλισμένη από το ταξίδι, ξάπλωσε. Όταν η Σταυρούλα πληροφορήθηκε ότι η εγκυμοσύνη δεν είχε διακοπεί, ακολούθησε η φονική επίθεση.
Σύμφωνα με όσα αποκαλύφθηκαν κατά την έρευνα, η πεθερά άρπαξε ένα σχοινί και έδεσε τη νεαρή γυναίκα, περιορίζοντας τα χέρια της ώστε να μην μπορεί να αντιδράσει. Στη συνέχεια την κακοποίησε βάναυσα, ενώ ο Μήτρος ήταν παρών. Ο ίδιος είχε υποστηρίξει στη Χωροφυλακή: «Η Μεταξία πίστευε ότι αυτά τα έκανε η μάνα μου για αστεία! Εγώ απλά παρακολουθούσα! Κι εγώ πίστευα ότι ήθελε να τη φοβερίσει!». Όταν η 21χρονη έχασε τις αισθήσεις της, μεταφέρθηκε δεμένη προς τη στέρνα της αυλής και ρίχτηκε στο νερό. Ακολούθησε η προσπάθεια να εμφανιστεί ο θάνατός της ως αυτοκτονία.
Ο Μήτρος περιέγραψε αργότερα ότι η μητέρα του τού ζήτησε να γράψει ένα σημείωμα, σύμφωνα με το οποίο η Μεταξία είχε δήθεν αποφασίσει να βάλει τέλος στη ζωή της επειδή η εργοδότριά της δεν της έδινε χρήματα που της χρωστούσε. Στο ίδιο σημείωμα υπήρχε μάλιστα η φράση να μην κατηγορηθεί ο Μήτρος. Τα ρούχα και τα παπούτσια της νεαρής γυναίκας τοποθετήθηκαν δίπλα στη στέρνα, ώστε να ενισχυθεί το σενάριο ότι είχε πέσει μόνη της στο νερό. Το επόμενο πρωί, η Σταυρούλα άρχισε να φωνάζει και να καλεί τους γείτονες, υποστηρίζοντας ότι η νύφη της είχε αυτοκτονήσει. «Μέσα είναι, αυτοκτόνησε, αυτοκτόνησε, δεν της έδινε τα λεφτά της…», φέρεται να έλεγε.
Όταν έφτασε η Χωροφυλακή και η Μεταξία ανασύρθηκε από τη στέρνα, η εξέταση έδειξε ότι ήταν ακόμη ζωντανή όταν έπεσε στο νερό. Οι Αρχές άρχισαν γρήγορα να αντιμετωπίζουν με καχυποψία την εκδοχή της αυτοκτονίας. Ένα από τα καθοριστικά στοιχεία ήταν το ίδιο το σημείωμα. Η Μεταξία δεν είχε πάει σχολείο και δεν γνώριζε γραφή και ανάγνωση. Παράλληλα, το σχοινί που βρέθηκε πάνω της και οι μελανιές στο σώμα της ενίσχυαν την εκδοχή της εγκληματικής ενέργειας. Οι αντιφάσεις μάνας και γιου πολλαπλασιάστηκαν και τελικά, κατά την αστυνομική έρευνα, ομολόγησαν, πρώτα ο Μήτρος και στη συνέχεια η Σταυρούλα. Η υπόθεση προκάλεσε τεράστια αίσθηση και οι εφημερίδες της εποχής παρακολουθούσαν στενά κάθε εξέλιξη.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτικός ήταν ο δημόσιος καβγάς μεταξύ μάνας και γιου, καθώς ο ένας επιχειρούσε να μεταφέρει στον άλλο την κύρια ευθύνη. «Κακό χρόνο να’ χεις αχάριστε. Γριά γυναίκα θέλεις να με στείλεις στη φυλακή. Εσύ την έπνιξες. Εγώ δεν ξέρω τίποτα», είπε η Σταυρούλα. Ο γιος της απάντησε: «Εσύ φαγώθηκες να τη διώξω. Εσύ ήθελες να τη σκοτώσεις. Κι εσύ με παρέσυρες στο έγκλημα… Εγώ δεν είχα τίποτα μαζί της. Ήταν καλή και φρόνιμη». Η δίκη πραγματοποιήθηκε στο Κακουργιοδικείο Κυπαρισσίας, περίπου πέντε μήνες μετά το έγκλημα. Κατά τη διάρκειά της ακούστηκαν μαρτυρίες για τη ζωή της Μεταξίας, τις σχέσεις της με τον σύζυγο και την πεθερά της, αλλά και όσα είχαν προηγηθεί της δολοφονίας.
Διαβάστε επίσης
Οι απολογίες των δύο κατηγορουμένων περιείχαν σημαντικές αντιφάσεις, με τη Σταυρούλα να αλλάζει επανειλημμένα την εκδοχή της. Σε ένα χαρακτηριστικό σημείο είπε: «Τι θέλετε τώρα, να σας πω την αλήθειαν; Και οι δύο την ερίξαμε εις την στέρναν». Το δικαστήριο έκρινε και τους δύο ενόχους για ανθρωποκτονία από πρόθεση και τους επέβαλε τη θανατική ποινή. Η υπόθεση έμελλε να μείνει στην ιστορία και για έναν ακόμη λόγο. Η Σταυρούλα Γκουβούση καταγράφηκε ως η πρώτη γυναίκα που καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε για ποινικό αδίκημα στην Ελλάδα όσο ίσχυε η θανατική ποινή. Η εκτέλεσή της πραγματοποιήθηκε στον Υμηττό τον Αύγουστο του 1960, ενώ λίγες ημέρες αργότερα εκτελέστηκε στην Κέρκυρα και ο Μήτρος.






0 ΣΧΟΛΙΑ