ΑΡΧΙΚΗ LIFE RETROMANIA

Σαν σήμερα 3 Ιουνίου 1961: Τα έργα του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου εκτίθενται στο Λούβρο

Σαν σήμερα 3 Ιουνίου 1961: Τα έργα του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου εκτίθενται στο Λούβρο
Θεόφιλος
Athensmagazine Ορίστε μας ως προτεινόμενη πηγή ειδήσεων στο Google

Ήταν σαν σήμερα το πρωινό της 3ης Ιουνίου του 1961 όταν η παγκόσμια πρωτεύουσα των τεχνών ήρθε αντιμέτωπη με μια πρωτόγνωρη, ακατέργαστη εικαστική αποκάλυψη. Σαν σήμερα, το Μουσείο του Λούβρου άνοιγε τις πύλες του για να υποδεχθεί τη μεγάλη αναδρομική έκθεση του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ. Στις αριστοκρατικές αίθουσες της «Union des Arts Décoratifs», εκεί όπου άλλοτε δοξάζονταν οι μεγάλες ακαδημαϊκές σχολές της Ευρώπης, πήραν θέση οι τσολιάδες, οι θεοί του Ολύμπου, τα χρώματα της Μυτιλήνης και οι καημοί της ελληνικής επαρχίας. Το παρισιάνικο κοινό υποκλινόταν στην ιδιοφυΐα ενός ανθρώπου που στην πατρίδα του αντιμετωπίστηκε ως ο «κουζουλός» του χωριού.Η έκθεση εκείνη δεν αποτελούσε απλώς ένα πολιτιστικό γεγονός, αλλά έναν ανέλπιστο, σαρωτικό θρίαμβο για την ελληνική λαϊκή τέχνη.

Οι αυστηροί Γάλλοι κριτικοί, συνηθισμένοι στις αυστηρές φόρμες και τις περίπλοκες δυτικές θεωρίες, βρέθηκαν ξαφνικά μπροστά σε μια ζωγραφική καθαρή, γεμάτη φως και ειλικρίνεια. Μεγάλες γαλλικές εφημερίδες της εποχής, όπως η Le Monde και η Le Figaro, αφιέρωσαν εκτενή άρθρα στον «Έλληνα Ρουσσώ». Αναγνώρισαν στο πρόσωπό του έναν αυθεντικό «πρωτόγονο» της τέχνης, ο οποίος, χωρίς να γνωρίζει τους κανόνες της προοπτικής και της ανατομίας, κατάφερε να αιχμαλωτίσει την αληθινή ουσία της ελληνικής ταυτότητας με τον ίδιο τρόπο που οι μεγάλοι ποιητές αποτυπώνουν τον λόγο.

Από τον χλευασμό και την πείνα στην παγκόσμια αθανασία

Η τραγική ειρωνεία, βέβαια, είναι ότι ο Θεόφιλος δεν πρόλαβε να ζήσει τίποτα από αυτή τη δόξα. Είχε φύγει από τη ζωή πάμφτωχος και υποσιτισμένος 27 χρόνια νωρίτερα, το 1934, στη Μυτιλήνη. Για δεκαετίες, ο καλλιτέχνης περιπλανιόταν στα χωριά του Πηλίου και της Λέσβου. Ζούσε ως ρακένδυτος νομάς, κουβαλώντας μαζί του ένα κασέλι με πινέλα και σκόνες χρωμάτων. Ζωγράφιζε ασταμάτητα σε τοίχους καφενείων, σε τενεκέδες λαδιού, σε ξύλα και πανιά, ζητώντας ως μοναδική αμοιβή ένα πιάτο φαΐ ή ένα ποτήρι κρασί.Ο κόσμος τον περιγελούσε. Η εμμονή του να φορά μόνιμα τη φουστανέλα επειδή ένιωθε ζωντανό κομμάτι της επανάστασης του 1821 και να ζει χαμένος μέσα στον κόσμο των ηρώων που σχεδίαζε, τον καθιστούσε μόνιμο στόχο χλευασμού. Παιδιά τον κυνηγούσαν στους δρόμους και οι μάστορες τον εκμεταλλεύονταν. Όμως, πίσω από τα λασπωμένα ρούχα και τα άτεχνα πινέλα, κρυβόταν ένας οραματιστής που διέσωζε την ιστορική μνήμη ενός ολόκληρου έθνους.Ο ρόλος του Τεριάντ και η ελληνική διανόηση.

Ο θάνατος του Θεόφιλου

 Η μοίρα των έργων του, και η υστεροφημία του ίδιου, άλλαξαν ριζικά χάρη στο αλάνθαστο ένστικτο του Στρατή Ελευθεριάδη. Ο Μυτιληνιός τεχνοκριτικός και εκδότης στο Παρίσι, γνωστός παγκοσμίως ως Τεριάντ (Tériade) ο άνθρωπος που συνεργαζόταν με τον Πικάσο, τον Ματίς και τον Σαγκάλ— ανακάλυψε το έργο του Θεόφιλου. Αναγνώρισε αμέσως τη σπάνια καλλιτεχνική του αξία, αγόρασε πολλούς από τους πίνακές του και του εξασφάλισε μια μικρή, αλλά σταθερή μηνιαία σύνταξη. Αυτό επέτρεψε στον Θεόφιλο, στα τελευταία χρόνια της ζωής του, να ζωγραφίζει απερίσπαστος.

Μετά τον θάνατο του ζωγράφου, ο Τεριάντ πήρε τα έργα μαζί του στο Παρίσι. Χρειάστηκαν χρόνια προσπαθειών, αλλά τελικά κατάφερε να οργανώσει την ιστορική έκθεση του 1961 στο Λούβρο, αποδεικνύοντας στη διεθνή ελίτ ότι η μεγάλη τέχνη δεν χρειάζεται ακαδημαϊκά πτυχία, παρά μόνο ψυχή.Την ίδια ώρα, στην Ελλάδα, η κορυφαία «Γενιά του ’30» άρχισε να αντιλαμβάνεται το μέγεθος του Θεόφιλου. Ο Γιώργος Σεφέρης, στον λόγο που εκφώνησε όταν παρέλαβε το Βραβείο Νόμπελ το 1963, έκανε ειδική αναφορά στον λαϊκό ζωγράφο, τονίζοντας ότι μας έδωσε «ένα προεκταμένο μάτι» για να δούμε τον κόσμο. Παράλληλα, ο Οδυσσέας Ελύτης έγραψε χαρακτηριστικά: «Επιστρέφοντας από το Παρίσι, το μάτι μου είχε συνηθίσει τόσο πολύ στους Πικάσο και τους Ματίς, που όταν είδα τον Θεόφιλο, ένιωσα πως αυτός ήταν ο πιο μοντέρνος από όλους».Μια διαχρονική πολιτιστική παρακαταθήκηΣήμερα, η επέτειος της έκθεσης στο Λούβρο δεν είναι απλώς μια ιστορική υπενθύμιση. Είναι ένα σύμβολο δικαίωσης. Ο Θεόφιλος δεν ήταν ένας απλός, αφελής εμπειρικός ζωγράφος. Ήταν ο άνθρωπος που πήρε την καθημερινότητα, τους μύθους, τα πάθη και τους ήρωες της Ελλάδας και τα μετέτρεψε σε παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά. 65 χρόνια μετά από εκείνο το Παρισινό καλοκαίρι, η φουστανέλα του Θεόφιλου εξακολουθεί να ανεμίζει περήφανα στο πάνθεον των μεγάλων δημιουργών της ανθρωπότητας.

0 ΣΧΟΛΙΑ

Προσθήκη Σχόλιου