Σαν σήμερα 3 Ιουνίου 1789: Ο Λάμπρος Κατσώνης νικά τον τουρκικό στόλο έξω από την Τήνο

Με το ξέσπασμα του Ρωσοτουρκικού Πολέμου (1787-1792), ο Λάμπρος Κατσώνης διέκρινε μια μοναδική ευκαιρία για την προώθηση της ελληνικής υπόθεσης. Απευθύνθηκε στον πρίγκιπα Ποτέμκιν, ζητώντας την έγκρισή του για την οργάνωση ενός απελευθερωτικού κινήματος στον ελλαδικό χώρο. Η άδεια δόθηκε και ο Κατσώνης ξεκίνησε άμεσα τις προετοιμασίες του. Πρώτος σταθμός του ήταν η Τεργέστη, όπου με τη συνδρομή εύπορων Ελλήνων της διασποράς κατάφερε να αποκτήσει μια φρεγάτα, την οποία ονόμασε «Αθηνά της Άρκτου» προς τιμήν της αυτοκράτειρας της Ρωσίας, Μεγάλης Αικατερίνης. Τον Φεβρουάριο του 1788 έφτασε στη Ζάκυνθο, έχοντας ήδη ενισχύσει τον στόλο του με δεκάδες πλοία που απέσπασε από τους Οθωμανούς κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του.
Ο Γάλλος πρόξενος στα Επτάνησα Σεν Σοβέ, που είχε προσωπική γνωριμία μαζί του, τον περιέγραφε ως έναν άνθρωπο χωρίς ιδιαίτερη μόρφωση, αλλά με εξαιρετική αποφασιστικότητα, εγρήγορση και οργανωτικές ικανότητες, χαρακτηριστικά που τον έκαναν να ξεχωρίζει. Το καλοκαίρι του 1788 ο Κατσώνης εγκαινίασε τη δράση του στο Αιγαίο. Η πρώτη μεγάλη επιτυχία ήρθε στις 31 Αυγούστου κοντά στην Κάρπαθο, όπου πέτυχε σημαντικό πλήγμα κατά των Οθωμανών. Λίγο αργότερα επέστρεψε στη Ζάκυνθο για τον χειμώνα, όπου πληροφορήθηκε ότι η Μεγάλη Αικατερίνη τον είχε τιμήσει με τον βαθμό του ταγματάρχη. Την άνοιξη του 1789 επανήλθε δυναμικά στις επιχειρήσεις. Στις 15 Απριλίου συγκρούστηκε με τουρκαλβανικές δυνάμεις στο Δυρράχιο και στη συνέχεια επισκέφθηκε την Ιθάκη, όπου έγινε νονός του γιου του αρματολού Ανδρούτσου, του μετέπειτα ήρωα της Επανάστασης, Οδυσσέα Ανδρούτσο.
Μέχρι το καλοκαίρι του ίδιου έτους είχε επιβάλει τον έλεγχό του σχεδόν σε ολόκληρο το σύμπλεγμα των Κυκλάδων. Σε επιστολή που απέστειλε στους προκρίτους των νησιών, τους κάλεσε να πάψουν να καταβάλλουν φόρους στην Υψηλή Πύλη και να ενεργούν ως ελεύθεροι άνθρωποι. Στις αρχές Ιουλίου κατέγραψε ακόμη μία σπουδαία επιτυχία, διαλύοντας τουρκική ναυτική δύναμη ανάμεσα στη Σύρο και τη Μύκονο. Ο επικεφαλής των Οθωμανών τραυματίστηκε και οι απώλειες των αντιπάλων ήταν ιδιαίτερα βαριές. Την ίδια περίοδο παντρεύτηκε στην Κέα την κόρη του τοπικού προκρίτου Πέτρου Σοφιανού, βρίσκοντας για λίγο χρόνο μακριά από τις πολεμικές επιχειρήσεις.
Η αυξανόμενη επιρροή του στο Αιγαίο προκάλεσε έντονη ανησυχία στην Κωνσταντινούπολη. Ο Σουλτάνος επιχείρησε αρχικά να στρέψει τους νησιώτες εναντίον του μέσω πατριαρχικής εγκυκλίου και στη συνέχεια προσπάθησε να τον εξαγοράσει, προσφέροντάς του ακόμη και την κυριαρχία σε ένα νησί, με αντάλλαγμα τον τερματισμό της δράσης του. Ο Κατσώνης απέρριψε κάθε πρόταση. Αντίθετα, συνέχισε αδιάκοπα τις επιθέσεις κατά του οθωμανικού στόλου. Τον Αύγουστο του 1789 καταδίωξε τουρκοαλγερινή μοίρα μέχρι το Ναύπλιο, ενώ λίγο αργότερα γλίτωσε οριακά από μεγάλη επιχείρηση σύλληψής του στην Κέα. Οι Οθωμανοί, αδυνατώντας να τον συλλάβουν, πυρπόλησαν το λιμάνι του νησιού ως αντίποινα.
Κατά τη διάρκεια του χειμώνα προχώρησε στην αναδιοργάνωση των δυνάμεών του. Στις αρχές του 1790, έχοντας στο πλευρό του τον Ανδρούτσο και περίπου 500 πολεμιστές, οχύρωσε την Κέα, προετοιμαζόμενος για την αναμενόμενη τουρκική επίθεση. Η καθοριστική αναμέτρηση ήρθε τον Μάιο του 1790 στα νερά του Καβοντόρου. Αρχικά αντιμετώπισε με επιτυχία 16 τουρκικά πλοία υπό τον Μουσταφά Πασά. Ωστόσο, την επόμενη ημέρα εμφανίστηκαν επιπλέον 13 αλγερινά πλοία, δημιουργώντας μια πανίσχυρη δύναμη 29 σκαφών.
Παρά τον ηρωισμό των ανδρών του, η αριθμητική υπεροχή των αντιπάλων αποδείχθηκε καθοριστική. Στο τέλος της ναυμαχίας ο Κατσώνης πολεμούσε σχεδόν μόνος με τη ναυαρχίδα του. Όταν κατάλαβε ότι η μάχη είχε χαθεί, πυρπόλησε την «Αθηνά της Άρκτου» και κατέφυγε στα Κύθηρα με δύο μικρότερα πλοία. Οι απώλειες ήταν βαριές: 565 άνδρες του σκοτώθηκαν και 53 αιχμαλωτίστηκαν, ενώ οι Τούρκοι έχασαν περίπου 3.000 στρατιώτες.
Παρά την καταστροφή, δεν εγκατέλειψε τον αγώνα. Ανασυγκρότησε μέρος των δυνάμεών του και συνέχισε τις επιχειρήσεις στο Αιγαίο. Το 1791 επιδίωξε συνεννόηση με τους Μανιάτες για μια γενικευμένη εξέγερση, όμως η λήξη του Ρωσοτουρκικού Πολέμου και η υπογραφή της Συνθήκης του Ιασίου άλλαξαν τα δεδομένα. Η Ρωσία αποσύρθηκε από την περιοχή και ο Κατσώνης βρέθηκε χωρίς την πολύτιμη υποστήριξή της. Αρνήθηκε, ωστόσο, να σταματήσει τον αγώνα. Η περίφημη φράση του προς τον Ρώσο στρατηγό Ταμάρα έμεινε στην ιστορία: «Αν η αυτοκράτειρα υπέγραψε ειρήνη, ο Κατσώνης δεν υπέγραψε ακόμη τη δική του».
Το 1792 εγκαταστάθηκε στη Μάνη και μετέτρεψε το Πόρτο Κάγιο σε βάση επιχειρήσεων. Λίγο αργότερα δέχθηκε νέα επίθεση από τουρκικό στόλο 30 πλοίων, ενισχυμένο και από γαλλικό πολεμικό. Παρά τη σθεναρή αντίσταση που προέβαλε τόσο στη θάλασσα όσο και στην ξηρά, ο στόλος του καταστράφηκε ολοκληρωτικά. Με τη βοήθεια του Μανιάτη μπέη Τζανέτου Γρηγοράκη κατάφερε να διαφύγει και να καταλήξει στην Ιθάκη.
Έπειτα από περιπλανήσεις και πολιτικές πιέσεις που οδήγησαν ακόμη και στην απέλασή του από τα Επτάνησα, έφτασε το 1794 στην Αγία Πετρούπολη. Η Μεγάλη Αικατερίνη τον υποδέχθηκε ψυχρά, όμως ο διάδοχός της Παύλος Α΄ αναγνώρισε τις υπηρεσίες του και του παραχώρησε σημαντική οικονομική ενίσχυση. Αποσύρθηκε τελικά στην Κριμαία, σε έναν οικισμό που ονόμασε Λεβάδεια, προς τιμήν της πατρίδας του. Εκεί έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του μέχρι τον θάνατό του το 1804, σε ηλικία 52 ετών.
Διαβάστε επίσης
Η δράση του Λάμπρου Κατσώνη υπήρξε καθοριστική τόσο για τα ρωσικά συμφέροντα όσο και για τον ελληνισμό. Με τις επιχειρήσεις του ανάγκασε την Οθωμανική Αυτοκρατορία να διασπάσει τις ναυτικές της δυνάμεις, ενώ παράλληλα αναζωπύρωσε το εθνικό φρόνημα των υπόδουλων Ελλήνων. Τα κατορθώματά του ενέπνευσαν την επόμενη γενιά αγωνιστών και συνέβαλαν στη διαμόρφωση του κλίματος που οδήγησε τελικά στην Ελληνική Επανάσταση του 1821.






0 ΣΧΟΛΙΑ