Το θρίλερ της υπόθεσης Λαέρτη Μπεγιάι: Τον έψαχναν ζωντανό επί μήνες… ενώ ήταν ήδη θαμμένος ως «αγνώστων στοιχείων» στα αζήτητα

Ήταν λίγο μετά τη μία και μισή τα ξημερώματα της Τετάρτης 10 Απριλίου, όταν ο 36χρονος Λαέρτης Μπεγιάι αποχαιρέτησε έναν φίλο του μετά από ένα χαλαρό δείπνο στη Νέα Φιλαδέλφεια. Αρνούμενος την προσφορά να μεταφερθεί με αυτοκίνητο στο σπίτι του, έκανε μεταβολή και χάθηκε μέσα στο σκοτάδι, με κατεύθυνση το πατρικό του στα Άνω Πατήσια — μια διαδρομή μόλις δεκαπέντε λεπτών. Ωστόσο, ο Λαέρτης δεν έφτασε ποτέ στον προορισμό του. Από εκείνη ακριβώς τη στιγμή, η σιωπή έγινε εκκωφαντική και μια ολόκληρη οικογένεια βυθίστηκε σε έναν ατέλειωτο εφιάλτη.
Ο Λαέρτης ήταν ένα παιδί της διπλανής πόρτας. Τους χειμερινούς μήνες εργαζόταν ως διανομέας φαγητού στους δρόμους της Αθήνας, ενώ τα τελευταία πέντε χρόνια, κάθε καλοκαιρινή σεζόν, ταξίδευε στη Μύκονο όπου εργαζόταν σε κατάστημα του νησιού. Όσοι τον γνώριζαν έκαναν λόγο για έναν ήσυχο, εργατικό και μειλίχιο άνθρωπο, ο οποίος δεν είχε δώσει ποτέ δικαιώματα. Λίγες ημέρες πριν από την εξαφάνισή του, όμως, η καθημερινότητά του είχε διαταραχθεί από δύο δυσάρεστα γεγονότα: του είχαν κλέψει το μηχανάκι που χρησιμοποιούσε για τις διανομές του και είχε χάσει το κινητό του τηλέφωνο, γεγονός που τον είχε καταστήσει προσωρινά «ψηφιακά αόρατο».
Η αναζήτηση σε λάθος κατεύθυνση και οι τελευταίες κινήσεις
Τις πρώτες ημέρες, οι έρευνες της οικογένειας, των φίλων αλλά και των αρχών επικεντρώθηκαν στην ευρύτερη περιοχή του Ποδονύφτη και της Νέας Φιλαδέλφειας. Εντούτοις, οι εκτεταμένες έρευνες σε ρέματα, πάρκα και εγκαταλελειμμένα κτίρια δεν απέδωσαν το παραμικρό απολύτως στοιχείο. Δεν υπήρχε ούτε ίχνος πάλης, ούτε μια σταγόνα αίμα, ούτε κάποιο προσωπικό του αντικείμενο.
Νεότερες μαρτυρίες και στοιχεία που ήρθαν στο φως αποκάλυψαν ότι την προηγούμενη ημέρα της εξαφάνισης, στις 9 Απριλίου, ο Λαέρτης βρισκόταν στο κέντρο της Αθήνας, επισκεπτόμενος συνεργείο μηχανών για να φτιάξει το δεύτερο δίκυκλό του, προκειμένου να το πουλήσει και να μαζέψει χρήματα για τη σεζόν στη Μύκονο. Σύμφωνα με μαρτυρίες φίλων και γνωστών, έδειχνε προβληματισμένος, είχε αλλάξει ρούχα κατά τη διάρκεια της ημέρας, φορώντας μαύρο μπουφάν, γκρι φόρμα και μαύρα αθλητικά παπούτσια με έντονο πορτοκαλί σήμα, ενώ είχε αποκαλύψει ότι διέθετε πάνω του μετρητά, καθώς είχε πληρωθεί πρόσφατα.
Το σοκαριστικό βίντεο-ντοκουμέντο από το πλοίο της γραμμής
Η μεγάλη ανατροπή και το πιο σκοτεινό κομμάτι του μυστηρίου αποκαλύφθηκε με καθυστέρηση μέσα από την ανάλυση οπτικού υλικού. Μια ημέρα μετά την εξαφάνισή του, στις 11 Απριλίου, οι κάμερες ασφαλείας ενός πλοίου της γραμμής που εκτελούσε το δρομολόγιο από το λιμάνι της Ραφίνας προς τη Μύκονο κατέγραψαν μια συγκλονιστική σκηνή στα ανοιχτά, ανάμεσα στην Τήνο και την Άνδρο.
Σε ένα άδειο κατάστρωμα, εμφανίζεται η φιγούρα ενός άνδρα που φορά ακριβώς τα ίδια ρούχα με αυτά που είχε ο Λαέρτης την ημέρα της εξαφάνισης (μαύρο μπουφάν, γκρι φόρμα και αθλητικά με πορτοκαλί λεπτομέρεια). Ξαφνικά, ο άνδρας αυτός πέφτει στη θάλασσα και χάνεται στα κύματα, χωρίς κανείς από το πλήρωμα ή τους επιβάτες να αντιληφθεί το παραμικρό εκείνη τη στιγμή. Το ερώτημα που σόκαρε τις αρχές ήταν διπλό: Πώς βρέθηκε ο Λαέρτης στη Ραφίνα μέσα στη νύχτα χωρίς αποσκευές και προσωπικά έγγραφα, και κυρίως, πώς κατέληξε να πέσει στα παγωμένα νερά του Αιγαίου;
Το τραγικό εύρημα και η ταφή στα αζήτητα
Λίγους μήνες αργότερα, τον Ιούλιο του 2019, μια άγρια και βραχώδης παραλία στην Άνδρο ξέρασε ένα πτώμα σε προχωρημένη σήψη. Η κατάσταση της σορού ήταν τέτοια που καθιστούσε αδύνατη την οπτική αναγνώριση. Το Λιμενικό και οι ιατροδικαστικές αρχές κατέγραψαν το περιστατικό, ωστόσο η διαδικασία συλλογής γενετικού υλικού (DNA) και διασταύρωσης με τα στοιχεία των εξαφανισμένων καθυστέρησε δραματικά.
Ενώ η μητέρα και οι συγγενείς του Λαέρτη απηύθυναν δραματικές εκκλήσεις μέσα από τα τηλεοπτικά πλατό, αναζητώντας τον ζωντανό, το πτώμα του παρέμενε στα ψυγεία ως «αγνώστων στοιχείων». Λόγω της γραφειοκρατίας και της παρέλευσης του προβλεπόμενου χρόνου, δόθηκε τελικά η εντολή ταφής. Ο Λαέρτης Μπεγιάι οδηγήθηκε στην τελευταία του κατοικία στον ειδικό τομέα των αζήτητων στο Νεκροταφείο Σχιστού, κάτω από έναν πρόχειρο ξύλινο σταυρό που έφερε μόνο έναν αριθμό και μια ημερομηνία.
Η αλήθεια αποκαλύφθηκε συντριπτικά τον Σεπτέμβριο του 2020, όταν τα εργαστήρια ολοκλήρωσαν την ταυτοποίηση DNA. Όταν η οικογένεια πήγε στο Σχιστό για να εντοπίσει το μνήμα, βρέθηκε αντιμέτωπη με μια φρικτή πραγματικότητα: ο άνθρωπος που έψαχναν επί μήνες ήταν θαμμένος λίγα μόλις χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι τους, καταχωρημένος ως ανώνυμος.
Διαβάστε επίσης
Το σενάριο της δολοφονίας και τα αναπάντητα ερωτήματα
Η ταυτοποίηση της σορού, αντί να κλείσει τον κύκλο του πόνου, γέννησε νέα, ακόμη πιο σοβαρά ερωτήματα. Η οικογένεια και ο ιδιωτικός ερευνητής που ανέλαβε την υπόθεση απορρίπτουν κατηγορηματικά το ενδεχόμενο της αυτοκτονίας. Ένας άνθρωπος που ετοιμαζόταν με ενθουσιασμό για τη σεζόν στη Μύκονο, που φρόντιζε να επισκεφθεί το συνεργείο για το μηχανάκι του και κουβαλούσε μετρητά στην τσέπη του, δεν είχε κανένα απολύτως κίνητρο να βάλει τέλος στη ζωή του.
Όλα τα στοιχεία συνηγορούν υπέρ μιας εγκληματικής ενέργειας. Το πιθανότερο σενάριο θέλει τον Λαέρτη να έπεσε θύμα ληστείας ή φονικής επίθεσης από άτομα που γνώριζαν ότι είχε χρήματα πάνω του, τα οποία στη συνέχεια τον ανάγκασαν ή τον έσπρωξαν στα ανοιχτά του πλοίου για να εξαφανίσουν τα ίχνη τους. Η θάλασσα της Άνδρου ξέβρασε τη σορό του, αλλά το σκοτεινό μυστικό για το ποιοι βρίσκονταν μαζί του εκείνη τη νύχτα παραμένει καλά κρυμμένο, αφήνοντας πίσω του μια ανοιχτή πληγή και ένα έγκλημα που ζητά δικαίωση.






0 ΣΧΟΛΙΑ