Το αποτρόπαιο έγκλημα στο χοιροστάσιο που συγκλόνισε

Μια οικογένεια που ξεκίνησε με έναν γάμο χωρίς ουσιαστικά να τον έχει επιλέξει, μια σχέση που γρήγορα μετατράπηκε σε καθημερινό εφιάλτη και ένα έγκλημα που αποκαλύφθηκε εβδομάδες αργότερα μέσα στα λύματα ενός χοιροστασίου. Η υπόθεση της Κατερίνας Κοντού και η δολοφονία του συζύγου της, Χρήστου Κοντού, έμεινε στην ιστορία ως «το έγκλημα στο χοιροστάσιο» και συγκαταλέγεται στις πιο ανατριχιαστικές εγκληματικές υποθέσεις της μεταπολεμικής Ελλάδας. Η ίδια υποστήριξε μέχρι τέλους ότι είχε ζήσει χρόνια κακοποίησης, ενώ η πλευρά του θύματος έκανε λόγο για προμελετημένο έγκλημα και διαφορετικά κίνητρα.
Ένας γάμος που ξεκίνησε με συγκρούσεις
Ο Χρήστος Κοντός ήταν 37 ετών και καταγόταν από προσφυγική οικογένεια, ενώ η σύζυγός του, Κατερίνα Κοντού, ήταν 26 ετών. Σύμφωνα με μαρτυρίες που είχαν δημοσιευτεί τότε, ο γάμος τους έγινε ύστερα από πίεση του πατέρα του Χρήστου, καθώς η Κατερίνα είχε μείνει έγκυος. Από τα πρώτα χρόνια της κοινής τους ζωής οι σχέσεις τους ήταν τεταμένες, με συχνούς καβγάδες. Η ίδια κατήγγειλε ότι ο σύζυγός της έπινε και την κακοποιούσε, ενώ συγγενείς του Χρήστου υποστήριζαν από την πλευρά τους ότι εκείνη τον απατούσε και τον πίεζε να της μεταβιβάσει την περιουσία του. Το ζευγάρι απέκτησε τρία παιδιά και οι εντάσεις, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, συνεχίστηκαν.
Μάλιστα, χρόνια πριν από το έγκλημα, το 1975, όταν η οικογένεια ζούσε στο χωριό Παλληκαριά, η Κατερίνα είχε αποπειραθεί να σκοτώσει τον σύζυγό της ενώ κοιμόταν, χτυπώντας τον με τσεκούρι. Καταδικάστηκε σε τρία χρόνια φυλάκιση με αναστολή, καθώς το δικαστήριο είχε αναγνωρίσει ότι βρισκόταν σε κατάσταση σύγχυσης. Το 1976 το ζευγάρι προσπάθησε να κάνει μια νέα αρχή στην Αθήνα. Από το 1978 εγκαταστάθηκε σε μια αποθήκη δίπλα σε χοιροστάσιο στην Παλλήνη, όπου εργάζονταν και οι δύο. Για ένα διάστημα η κατάσταση φάνηκε να ηρεμεί, όμως σύντομα οι συγκρούσεις επέστρεψαν.
Η νύχτα της 25ης Μαρτίου 1979
Σύμφωνα με την απολογία της Κατερίνας Κοντού, το βράδυ της 25ης Μαρτίου 1979 ο σύζυγός της επέστρεψε στο σπίτι μεθυσμένος και της ζήτησε να του φέρει κι άλλο κρασί. Εκείνη αρνήθηκε και, όπως κατέθεσε αργότερα, ο Κοντός την ξυλοκόπησε με έναν συρμάτινο βούρδουλα. Αργότερα οι δυο τους πήγαν στον χώρο όπου βρίσκονταν τα ζώα για να τα ταΐσουν. Εκεί ξέσπασε νέος καβγάς και, σύμφωνα πάντα με την αφήγησή της, ο άνδρας της την απείλησε με μαχαίρι.
Τότε η Κατερίνα πήρε έναν μεγάλο μεταλλικό σωλήνα και τον χτύπησε δύο φορές στο κεφάλι. Ο Κοντός ζαλίστηκε και έπεσε στη σκάλα, όμως εκείνη συνέχισε να τον χτυπά. Στην κατάθεσή της παραδέχθηκε ότι συνέχισε τα χτυπήματα μέχρι να πεθάνει, περιγράφοντας τη δική της ζωή ως έναν καθημερινό εφιάλτη. Όμως το έγκλημα δεν σταμάτησε εκεί. Η Κοντού έδεσε το σώμα του συζύγου της με σχοινί και το έσυρε μέχρι τον χώρο όπου καίγονταν τα σκουπίδια. Εκεί το περιέλουσε με βενζίνη και του έβαλε φωτιά. Όταν διαπίστωσε ότι το σώμα δεν είχε καταστραφεί ολοκληρωτικά, το κάλυψε με ξύλα, πρόσθεσε βενζίνη και έβαλε ξανά φωτιά.
Η εξαφάνιση και η μακάβρια αποκάλυψη
Μετά την αποτέφρωση, σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης, η Κοντού τοποθέτησε το καμένο κεφάλι και τα οστά που είχαν απομείνει σε σακούλα και τα πέταξε στον βόθρο του χοιροστασίου, όπου κατέληγαν τα λύματα των ζώων. Εκεί κατέληξαν επίσης ρούχα του θύματος, αλλά και σεντόνια και μαξιλαροθήκες που είχαν χρησιμοποιηθεί για να καθαριστούν τα αίματα. Η εξαφάνιση του Χρήστου Κοντού προκάλεσε την αναζήτησή του από τα αδέλφια του, χωρίς όμως αρχικά να υπάρχει κάποιο ίχνος του.
Η υπόθεση άρχισε να ξετυλίγεται σχεδόν έναν μήνα αργότερα. Στις 24 Απριλίου 1979 βρέθηκε μέσα στα λύματα του χοιροστασίου ένα οστό που έμοιαζε με ανθρώπινο μηρό. Παράλληλα εντοπίστηκαν κηλίδες αίματος και σακούλες με ρούχα που ανήκαν στον εξαφανισμένο άνδρα. Τα ευρήματα έστρεψαν τις υποψίες στη σύζυγό του. Αρχικά η Κατερίνα υποστήριζε ότι ο άνδρας της είχε φύγει από μόνος του, λέγοντας μάλιστα ότι είχε αποχωρήσει μαζί με δύο κακοποιούς. Κατά την ανάκριση, όμως, τελικά αποκάλυψε την αλήθεια.
Η δίκη και η καταδίκη
Η υπόθεση πήρε τεράστιες διαστάσεις στον Τύπο της εποχής. Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε η αποκάλυψη ότι το έγκλημα είχε γίνει μπροστά στα μάτια της μικρής κόρης του ζευγαριού, ενώ η φράση που αποδόθηκε στην Κοντού μετά την αποκάλυψη του εγκλήματος, «Στάχτη έπρεπε να γίνει και στάχτη έγινε», έμεινε χαρακτηριστικά συνδεδεμένη με την υπόθεση. Η δίκη πραγματοποιήθηκε στις 15 Φεβρουαρίου 1980 στο Μικτό Ορκωτό Κακουργιοδικείο της Αθήνας. Η κατηγορούμενη εμφανίστηκε στο εδώλιο κρατώντας στην αγκαλιά της το μόλις τριών μηνών μωρό της.
Κατά τη διάρκεια της απολογίας της, η Κατερίνα επέμεινε ότι ο σύζυγός της ήταν βίαιος και ότι επί χρόνια ζούσε μέσα στον φόβο, υποστηρίζοντας πως την κακοποιούσε ακόμη και μπροστά στα παιδιά τους. Οι μάρτυρες κατηγορίας, μεταξύ των οποίων και συγγενείς του Χρήστου, παρουσίασαν διαφορετική εικόνα, υποστηρίζοντας ότι η γυναίκα είχε δράσει με σχέδιο και καθαρό μυαλό. Ο εισαγγελέας δεν πείστηκε από την εκδοχή της και ζήτησε την καταδίκη της για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση.
Διαβάστε επίσης
Το δικαστήριο τελικά την έκρινε ένοχη για ανθρωποκτονία από πρόθεση και της επέβαλε την ποινή των ισοβίων. Η υπόθεση της Κατερίνας Κοντού έμεινε έκτοτε γνωστή ως «το έγκλημα στο χοιροστάσιο», όχι μόνο για τον τρόπο με τον οποίο δολοφονήθηκε και εξαφανίστηκε το θύμα, αλλά και επειδή γύρω από αυτήν αναπτύχθηκε ένα σύνθετο και σκοτεινό ερώτημα: επρόκειτο για ένα έγκλημα που σχεδιάστηκε ψυχρά ή για την τραγική κατάληξη μιας σχέσης στην οποία, όπως υποστήριξε η ίδια η δράστις, η κακοποίηση είχε γίνει καθημερινότητα; Η απάντηση που έδωσε η Δικαιοσύνη ήταν σαφής ως προς την ποινική ευθύνη, όμως η υπόθεση εξακολούθησε να προκαλεί έντονες συζητήσεις για τα όρια ανάμεσα στην κακοποίηση, την αυτοάμυνα, την εκδίκηση και την προμελέτη.






0 ΣΧΟΛΙΑ