Το ήξερες εσύ ότι ο Βασίλης Λογοθετίδης έχει παίξει μόνο σε 11 ταινίες στον ελληνικό κινηματογράφο; Την πρώτη του ταινία δεν την έχει δει κανένας

Ο Βασίλης Λογοθετίδης θεωρείται μέχρι σήμερα ένας από τους σημαντικότερους ηθοποιούς που πέρασαν ποτέ από το ελληνικό θέατρο και κινηματογράφο. Κι όμως, υπάρχει ένα στοιχείο που κυκλοφόρησε στο TikTok από το @xronografimatexnis που εκπλήσσει ακόμη και τους πιο φανατικούς σινεφίλ: στη μεγάλη οθόνη εμφανίστηκε μόλις σε 11 ταινίες. Ένας αριθμός εξαιρετικά μικρός, αν αναλογιστεί κανείς το αποτύπωμα που άφησε και τη διαχρονικότητα των ρόλων του.
Ο μύθος του ελληνικού σινεμά με τις μόλις 11 ταινίες
Η πρώτη του εμφάνιση στο σινεμά έγινε το 1936, σε μια ελληνοτουρκική παραγωγή με τίτλο «Ο κακός δρόμος». Εκεί βρέθηκε στο πλευρό δύο τεράστιων μορφών του ελληνικού θεάτρου, της Μαρίκας Κοτοπούλη και της Κυβέλης. Ωστόσο, η συγκεκριμένη ταινία ανήκει σήμερα στις λεγόμενες «χαμένες» του ελληνικού κινηματογράφου, καθώς δεν έχει διασωθεί καμία κόπια. Έτσι, το κινηματογραφικό του ξεκίνημα παραμένει ουσιαστικά αθέατο για το κοινό.
Δώδεκα χρόνια αργότερα, το 1948, ο Λογοθετίδης εμφανίζεται πλέον ως αδιαμφισβήτητος πρωταγωνιστής στη μεταφορά της «Μαντάμ Σουσού» του Δημήτρη Ψαθά. Ο ρόλος του καλοκάγαθου Παναγιωτάκη είχε ήδη αγαπηθεί στο θέατρο, όμως ούτε αυτή η ταινία κατάφερε να σωθεί στο πέρασμα του χρόνου. Δύο από τα πιο σημαντικά κινηματογραφικά του βήματα υπάρχουν σήμερα μόνο ως αναφορές και αναμνήσεις.
Την ίδια χρονιά έρχεται η μεγάλη εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία με το φιλμ «Οι Γερμανοί ξανάρχονται», σε σκηνοθεσία Αλέκου Σακελλάριου. Ο Λογοθετίδης επανέλαβε τον ρόλο που τον είχε καθιερώσει στο θέατρο, χαρίζοντας στο κοινό μια ερμηνεία που έγραψε ιστορία. Η ταινία γνώρισε τεράστια απήχηση, κόβοντας περισσότερα από 136.000 εισιτήρια – αριθμός εντυπωσιακός για την εποχή. Παρά τη ζήτηση που είχε, ο Λογοθετίδης ήταν εξαιρετικά επιλεκτικός. Ένας από τους βασικούς όρους που έθετε για να συμμετάσχει σε μια ταινία ήταν να έχει συμπρωταγωνίστρια την Ίλυα Λιβυκού, αλλά και λόγο στη διανομή των υπόλοιπων ρόλων. Δεν τον ενδιέφερε η ποσότητα, αλλά η ποιότητα και το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα.
Στα γυρίσματα ήταν υπόδειγμα επαγγελματισμού. Σπάνια χρειαζόταν περισσότερες από δύο λήψεις για μια σκηνή, καθώς εμφανιζόταν πάντα άψογα προετοιμασμένος. Ήταν από τους πρώτους που έφταναν στο πλατό, συχνά για να κάνει πρόβες, κάτι ασυνήθιστο για την εποχή αλλά ενδεικτικό της πειθαρχίας του.
Ο ρόλος που, σύμφωνα με τον ίδιο, αγάπησε περισσότερο ήταν εκείνος του Λάμπρου Δεκαβάλα στην ταινία «Ένας ήρως με παντούφλες». Αποτέλεσε και το κύκνειο άσμα του στον κινηματογράφο. Παρά τα σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε, ολοκλήρωσε όλα τα γυρίσματα χωρίς καμία διαμαρτυρία, αποδεικνύοντας μέχρι τέλους το ήθος και την αφοσίωσή του.
Λιγότερο γνωστή πτυχή της ζωής του είναι ότι είχε παντρευτεί μία φορά, όμως ο γάμος του δεν κράτησε. Η σύζυγός του τον εγκατέλειψε για νεότερο συνάδελφό του, γεγονός που τον πλήγωσε βαθιά, χωρίς όμως να το αφήσει ποτέ να επηρεάσει τη δημόσια εικόνα του. Η μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία της καριέρας του ήρθε το 1955 με τη «Κάλπικη λίρα» του Γιώργου Τζαβέλλα, μια ταινία-σταθμό που έκοψε πάνω από 208.000 εισιτήρια και κατέκτησε την πρώτη θέση στο box office της χρονιάς.
Διαβάστε επίσης
Αξίζει τέλος να σημειωθεί ότι του είχαν προταθεί εμβληματικοί ρόλοι που τελικά αρνήθηκε για λόγους υγείας. Ρόλοι που έμελλε να συνδεθούν με άλλα μεγάλα ονόματα, αλλά που αρχικά είχαν γραφτεί με εκείνον στο μυαλό. Έτσι, ο μύθος του Λογοθετίδη δεν χτίστηκε πάνω στην ποσότητα, αλλά στην ουσία και τη μοναδικότητα.






0 ΣΧΟΛΙΑ