ΑΡΧΙΚΗ LIFE RETROMANIA

Σαν σήμερα, 25 Φεβρουαρίου 1973: Η νύχτα που «πάγωσε» το ζεϊμπέκικο – Το μακελειό του Κοεμτζή και η αιματοβάμμενη παραγγελιά

Η νύχτα που «πάγωσε» το Ζεϊμπέκικο -
Σαν σήμερα, το μακελειό του Κοεμτζή και η αιματοβάμμενη παραγγελιά
Athensmagazine Ορίστε μας ως προτεινόμενη πηγή ειδήσεων στο Google

Ήταν Σάββατο βράδυ, 25 Φεβρουαρίου 1973, όταν η νυχτερινή Αθήνα της δικτατορίας ετοιμαζόταν να διασκεδάσει στις πίστες των λαϊκών κέντρων. Στο κέντρο «Νεράιδα της Αθήνας», στην οδό Αγίου Μελετίου στην Κυψέλη, το κλίμα ήταν εορταστικό. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, ο ήχος των πιάτων και του μπουζουκιού θα έδινε τη θέση του σε ουρλιαχτά, θρήνο και τον ήχο ενός μαχαιριού που θα έγραφε μια από τις πιο σκοτεινές σελίδες της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Η υπόθεση του Νίκου Κοεμτζή δεν ήταν απλώς ένα ποινικό έγκλημα ήταν μια κοινωνική έκρηξη που «στοίχειωσε» τη συλλογική μνήμη και μετατράπηκε σε σύμβολο μιας εποχής που έπνεε τα λοίσθια.

Το νυχτερινό κέντρο «Νεράιδα της Αθήνας»
Το νυχτερινό κέντρο «Νεράιδα της Αθήνας»

«Βεργούλες» και αίμα πάνω στην πίστα

Όλα ξεκίνησαν για μια «παραγγελιά». Ο μικρός αδελφός του Νίκου Κοεμτζή, ο Δημοσθένης, σηκώθηκε να χορέψει το αγαπημένο του τραγούδι, τις «Βεργούλες» του Μάρκου Βαμβακάρη. Στην άγραφη νομοθεσία της νύχτας εκείνης της εποχής, η παραγγελιά ήταν ιερή: κανείς δεν επιτρεπόταν να ανέβει στην πίστα την ώρα που χόρευε αυτός που είχε πληρώσει για το τραγούδι. Ωστόσο, μια παρέα αστυνομικών που διασκέδαζε στο διπλανό τραπέζι, αγνόησε τον κανόνα και άρχισε να παρενοχλεί τον Δημοσθένη, ανεβαίνοντας στην πίστα για να τον περιπαίξει και να τον σπρώξει.

Δίκη των Κοεμτζήδων
Δίκη των Κοεμτζήδων, Νοέμβριος 1972

Ο Νίκος Κοεμτζής, ένας άνθρωπος που είχε ήδη ταλαιπωρηθεί από τη φτώχεια, την περιθωριοποίηση και τις συνεχείς διώξεις λόγω των αριστερών φρονημάτων του πατέρα του, ένιωσε ότι εκείνη τη στιγμή θιγόταν η τιμή της οικογένειας του. Με ένα μαχαίρι στο χέρι, όρμησε τυφλωμένος από οργή πάνω στην πίστα. Το αποτέλεσμα ήταν φρικιαστικό. Τρεις αστυνομικοί έπεσαν νεκροί από τις μαχαιριές του, ενώ άλλοι δύο τραυματίστηκαν σοβαρά. Ο Κοεμτζής δεν χτυπούσε απλώς ανθρώπους χτυπούσε, όπως είπε αργότερα, «το κακό που τον κυνηγούσε σε όλη του τη ζωή». Η εικόνα του μαχαιροβγάλτη που σκορπά τον θάνατο στο όνομα μιας «βαριάς» τιμής, άφησε την Αθήνα άναυδη και το καθεστώς σε κατάσταση συναγερμού.

Πρωτοσέλιδο της εφημερίδας
Πρωτοσέλιδο της εφημερίδας για το συμβάν στην Κυψέλη

Η καταδίκη και η γέννηση ενός τραγικού μύθου

Η σύλληψη του Κοεμτζή δεν άργησε να έρθει, και η δίκη του αποτέλεσε ένα από τα μεγαλύτερα δικαστικά δράματα της δεκαετίας. Καταδικάστηκε τρεις φορές σε θάνατο και οκτώ φορές σε ισόβια κάθειρξη. Στα μάτια της επίσημης πολιτείας και του Τύπου της εποχής, ήταν ένας αδίστακτος δολοφόνος, ένα «κτήνος» που έπρεπε να εξοντωθεί. Όμως, στην κοινωνική βάση, στην «πίσω αυλή» της Αθήνας και στον κόσμο του περιθωρίου, η μορφή του άρχισε να αποκτά άλλες διαστάσεις. Ο Κοεμτζής έγινε το σύμβολο του ανθρώπου που συνθλίβεται από το σύστημα και αντιδρά με τον μοναδικό, βίαιο τρόπο που γνωρίζει.

Η ιστορία του συγκλόνισε τόσο πολύ τον πνευματικό κόσμο, που λίγα χρόνια αργότερα ο Διονύσης Σαββόπουλος εμπνεύστηκε από το γεγονός για να γράψει το «Μακρύ Ζεϊμπέκικο για τον Νίκο». Μέσα από τους στίχους του, ο Σαββόπουλος δεν προσπάθησε να αθωώσει τον φονιά, αλλά να αναδείξει την τραγικότητα ενός ανθρώπου που «χορεύει» πάνω στο χείλος της αβύσσου, παγιδευμένος σε μια μοίρα που δεν επέλεξε. Το τραγούδι αυτό, μαζί με την ταινία «Παραγγελιά» του Παύλου Τάσιου που ακολούθησε το 1980, μετέτρεψαν το μακελειό της «Νεράιδας» από ένα αιματηρό επεισόδιο σε ένα λαϊκό ορατόριο για την αδικία, την τιμή και την πτώση.

Ο Νίκος Κοεμτζής αποφυλακίστηκε τελικά το 1996, έχοντας εκτίσει 23 χρόνια κάθειρξης. Τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του τα πέρασε πουλώντας την αυτοβιογραφία του έξω από τα δικαστήρια της Ευελπίδων, μια σκιά του παρελθόντος που υπενθύμιζε σε όλους ότι εκείνο το βράδυ της 25ης Φεβρουαρίου 1973, το ζεϊμπέκικο δεν ήταν απλώς ένας χορός, αλλά μια κραυγή που βάφτηκε με αίμα. Πέθανε το 2011, αφήνοντας πίσω του το ερώτημα αν το έγκλημά του ήταν η αιτία ή το αποτέλεσμα μιας κοινωνίας που είχε μάθει να γεννά «αποδιοπομπαίους τράγους».

0 ΣΧΟΛΙΑ

Προσθήκη Σχόλιου