ΑΡΧΙΚΗ LIFE RETROMANIA

32 χρόνια χωρίς τον Μάνο Χατζιδάκι: Ο μεγάλος «αιρετικός» του ελληνικού πολιτισμού που άλλαξε για πάντα τη μουσική μας ιστορία

32 χρόνια χωρίς τον Μάνο Χατζιδάκι: Ο μεγάλος «αιρετικός» του ελληνικού πολιτισμού που άλλαξε για πάντα τη μουσική μας ιστορία
Ο Μάνος Χατζηδάκις
Athensmagazine Ορίστε μας ως προτεινόμενη πηγή ειδήσεων στο Google

Η 15η Ιουνίου έχει γραφτεί με μελανά γράμματα στις σελίδες του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού. Σαν σήμερα, το 1994, ο κόσμος της μουσικής, της ποίησης και της ελεύθερης σκέψης έγινε φτωχότερος. Ο Μάνος Χατζιδάκης, ο κορυφαίος Έλληνας συνθέτης, ποιητής, διανοούμενος και αιώνιος έφηβος, άφηνε την τελευταία του πνοή, περνώντας στην αιωνιότητα.

Ο Χατζιδάκης δεν υπήρξε απλώς ένας προικισμένος μουσικός που «έντυσε» με τις μελωδίες του το θέατρο, τον κινηματογράφο και το τραγούδι. Ήταν μια πολυσχιδής προσωπικότητα, ένας πνευματικός φάρος που με την οξύνοια, την αισθητική και τον θαρραλέο δημόσιο λόγο του επαναπροσδιόρισε την έννοια της «ελληνικότητας», συγκρούστηκε με τη χυδαιότητα και το κατεστημένο, και δίδαξε ήθος και ευγένεια. 32 χρόνια μετά τον θάνατό του, το έργο του παραμένει σοκαριστικά επίκαιρο και οι μελωδίες του συνεχίζουν να αποτελούν το καταφύγιο κάθε ευαίσθητης ψυχής.

Τα πρώτα χρόνια στην Ξάνθη και η καθοριστική μετακόμιση στην Αθήνα

Ο Μάνος Χατζιδάκης γεννήθηκε στις 23 Οκτωβρίου 1925 στην Ξάνθη, μια πόλη που εκείνη την εποχή αποτελούσε ένα πολυπολιτισμικό σταυροδρόμι. Ο πατέρας του, Γεώργιος Χατζιδάκης, ήταν δικηγόρος από την Κρήτη και η μητέρα του, Αλίκη Αρβανιτίδου, καταγόταν από την Αδριανούπολη. Από την τρυφερή ηλικία των τεσσάρων ετών, ο Μάνος έρχεται σε επαφή με τη μουσική, ξεκινώντας μαθήματα πιάνου με την αρμένισσα καθηγήτρια Άννα Αλτουνιάν. Παράλληλα, διδάσκεται βιολί και ακορντεόν.

Η ζωή του ανατρέπεται δραματικά το 1932, όταν οι γονείς του χωρίζουν και εκείνος, μαζί με τη μητέρα και την αδελφή του, μετακομίζει στην Αθήνα. Η οικονομική καταστροφή της οικογένειας ολοκληρώνεται λίγο αργότερα, το 1938, όταν ο πατέρας του χάνει τη ζωή του σε αεροπορικό δυστύχημα. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής και στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, ο νεαρός Μάνος αναγκάζεται να κάνει δεκάδες σκληρές δουλειές για να επιβιώσει: εργάζεται ως φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι του Πειραιά, ως παγοπώλης, ως βοηθός νοσοκόμος, ακόμη και ως υπάλληλος στο φωτογραφείο του Μεγαλοοικονόμου.

Ωστόσο, η φλόγα της τέχνης δεν σβήνει μέσα του. Παρακολουθεί ανώτερα θεωρητικά μαθήματα μουσικής με τον σπουδαίο Μενέλαο Παλλάντιο, ενώ παράλληλα σπουδάζει Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών – σπουδές που τελικά δεν ολοκλήρωσε, καθώς τον κέρδισε ολοκληρωτικά η τέχνη.

Η γέννηση ενός μύθου: Το Θέατρο Τέχνης και η διάλεξη για το Ρεμπέτικο

Η ουσιαστική είσοδος του Χατζιδάκη στα καλλιτεχνικά δρώμενα γίνεται το 1944. Σε ηλικία μόλις 19 ετών, συνδέεται στενά με το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν. Η συνεργασία τους θα κρατήσει 15 ολόκληρα χρόνια και θα γεννήσει αριστουργηματικές μουσικές για παραστάσεις που έγραψαν ιστορία (όπως ο «Ματωμένος Γάμος» του Λόρκα, όπου παρουσιάστηκε το εμβληματικό τραγούδι «Χάρτινο το Φεγγαράκι»). Εκείνη την περίοδο γνωρίζεται και συνδέεται με μια μοναδική πνευματική παρέα: τον Νίκο Γκάτσο –που θα γίνει ο ισόβιος φίλος, μέντορας και κορυφαίος στιχουργός των τραγουδιών του–, τον Γιάννη Τσαρούχη, τον Οδυσσέα Ελύτη και τον Γιώργο Σεφέρη.

Το 1949, ο Μάνος Χατζιδάκης προβαίνει σε μια πράξη επαναστατική για τα δεδομένα της εποχής. Δίνει μια ιστορική διάλεξη για το ρεμπέτικο τραγούδι, το οποίο μέχρι τότε θεωρούνταν περιθωριακό, παράνομο και «υποκοσμικό». Ο Χατζιδάκης, με απίστευτη διορατικότητα, αναγνωρίζει στο ρεμπέτικο τη γνήσια, λαϊκή, αστική ελληνική παράδοση και το εισάγει στα σαλόνια της υψηλής κοινωνίας και της διανόησης. Η κίνηση αυτή άλλαξε μια για πάντα τον ρου της ελληνικής μουσικής, ανοίγοντας τον δρόμο για το έντεχνο λαϊκό τραγούδι.

Το Όσκαρ, τα «Παιδιά του Πειραιά» και η… «κατάρα» της επιτυχίας

Η δεκαετία του 1950 και οι αρχές του 1960 φέρνουν στον Χατζιδάκη παγκόσμια αναγνώριση. Γράφει μουσική για δεκάδες ελληνικές και ξένες ταινίες («Στέλλα», «Λατέρνα, Φτώχεια και Φιλότιμο», «Ποτέ την Κυριακή», «America America» του Ελία Καζάν).

Το 1961 έρχεται η κορυφαία διάκριση: ο Μάνος Χατζιδάκης βραβεύεται με το Βραβείο Όσκαρ Καλύτερου Πρωτότυπου Τραγουδιού για τα «Παιδιά του Πειραιά» από την ταινία «Ποτέ την Κυριακή» του Ζυλ Ντασέν, με πρωταγωνίστρια τη Μελίνα Μερκούρη. Το τραγούδι γίνεται παγκόσμιο φαινόμενο, τραγουδιέται σε δεκάδες γλώσσες και κάνει την Ελλάδα διάσημη σε κάθε γωνιά του πλανήτη.

Ωστόσο, ο ίδιος ο Χατζιδάκης είχε μια βαθιά αμφίθυμη, σχεδόν εχθρική σχέση με αυτή την επιτυχία. Θεωρούσε ότι «Τα Παιδιά του Πειραιά» και η τουριστική, ανάλαφρη εικόνα της Ελλάδας που αυτά μετέφεραν, επισκίαζαν το σοβαρό, βαθύ και εσωτερικό του έργο. Πολλές φορές προσπάθησε να αποστασιοποιηθεί από το βραβείο, φτάνοντας στο σημείο να πετάξει το αγαλματίδιο των Όσκαρ στα σκουπίδια (από όπου το διέσωσε η οικιακή βοηθός του).

Το Τρίτο Πρόγραμμα και η πολιτιστική επανάσταση

Μετά από μια δημιουργική περίοδο διαμονής στη Νέα Υόρκη (1966-1972), όπου ηχογράφησε το αριστουργηματικό άλμπουμ «Reflections» με τους New York Rock & Roll Ensemble, ο Χατζιδάκης επιστρέφει στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης. Είναι η περίοδος που θα προσφέρει στο κράτος μερικές από τις πιο λαμπρές σελίδες πολιτιστικής διαχείρισης.

Το 1975 αναλαμβάνει τη διεύθυνση του Τρίτου Προγράμματος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας. Αυτό που ακολούθησε ήταν μια πραγματική επανάσταση. Ο Χατζιδάκης μετατρέπει έναν μέχρι τότε συντηρητικό σταθμό κλασικής μουσικής σε ένα ζωντανό κύτταρο ελεύθερης έκφρασης, πειραματισμού και υψηλής αισθητικής. Φέρνει στο ραδιόφωνο νέους δημιουργούς, καθιερώνει την εμβληματική εκπομπή «Εδώ Λιλιπούπολη», μεταδίδει ζωντανές συζητήσεις και ασκεί δριμεία κριτική στα κακώς κείμενα της ελληνικής κοινωνίας μέσα από τα περίφημα «Σχόλιά» του.

Αργότερα, ιδρύει τη δισκογραφική εταιρεία «Σείριος», την Ορχήστρα των Χρωμάτων (ένα ευέλικτο μουσικό σύνολο που παρουσίαζε έργα εκτός του παραδοσιακού ρεπερτορίου) και διοργανώνει τους Μουσικούς Αγώνες στην Κέρκυρα, δίνοντας βήμα σε νέους Έλληνες συνθέτες.

Ο δημόσιος λόγος, η μάχη κατά του φασισμού και το τέλος

Ο Μάνος Χατζιδάκης δεν ήταν ο καλλιτέχνης του «ελεφαντόδοντινου πύργου». Συμμετείχε ενεργά στον δημόσιο βίο με κείμενα και συνεντεύξεις που έσταζαν οξύτητα. Σχολίασε με πάθος την πολιτική επικαιρότητα, επιτέθηκε στον λαϊκισμό, τον αυριανισμό, τον εθνικισμό και τη δημοσιογραφική χυδαιότητα. Έμεινε στην ιστορία η βαθιά του πεποίθηση για τον φασισμό, τον οποίο όριζε όχι απλώς ως πολιτική ιδεολογία, αλλά ως μια καθημερινή συμπεριφορά έλλειψης αισθητικής και σεβασμού στον συνάνθρωπο.

Ο μεγάλος δημιουργός έφυγε από τη ζωή το απόγευμα της 15ης Ιουνίου 1994, προδομένος από την καρδιά του και από τον μακροχρόνιο διαβήτη που τον ταλαιπωρούσε. Επιθυμία του, την οποία σεβάστηκε απόλυτα ο θετός του γιος, Γιώργος Χατζιδάκης, ήταν η κηδεία του να γίνει σε απόλυτα στενό κύκλο, χωρίς κάμερες, επίσημους λόγους, στεφάνια και δημόσια έκθεση της σορού του. Ήθελε να φύγει αθόρυβα, όπως αθόρυβα και ευγενικά λειτουργούσε η μουσική του στις καρδιές των ανθρώπων.

Η αιώνια κληρονομιά του

Ο Μάνος Χατζιδάκης άφησε πίσω του ένα τεράστιο, ανεκτίμητο έργο. Από τον «Ματωμένο Γάμο» και το «Παραμύθι χωρίς Όνομα», μέχρι τον «Μεγάλο Ερωτικό» –ίσως τον κορυφαίο δίσκο μελοποιημένης ποίησης στην Ελλάδα–, την «Πορνογραφία» και την «Εποχή της Μελισσάνθης», η μουσική του παραμένει μια διαρκής άσκηση ευαισθησίας.

Κατάφερε να γεφυρώσει τη λόγια δυτική μουσική παράδοση με το ελληνικό λαϊκό αίσθημα, δημιουργώντας ένα δικό του, εντελώς αναγνωρίσιμο σύμπαν. Σήμερα, 32 χρόνια μετά, ο Μάνος Χατζιδάκης δεν μας λείπει απλώς ως συνθέτης. Μας λείπει η αισθητική του, η ευγένειά του και εκείνη η μοναδική του ικανότητα να μας θυμίζει, μέσα από τις νότες του, τη σημασία του να παραμένουμε άνθρωποι.

0 ΣΧΟΛΙΑ

Προσθήκη Σχόλιου