ΑΡΧΙΚΗ LIFE RETROMANIA

Το μοιραίο τροχαίο: Η νύχτα που «σίγησε» για πάντα το μπουζούκι του Γιάννη Παπαϊωάννου

Το μοιραίο τροχαίο: Η νύχτα που «σίγησε» για πάντα το μπουζούκι του Γιάννη Παπαϊωάννου
Ο Παπαϊωάννου παίζει μπουζούκι καθισμένος πάνω σε σπασμένα πιάτα, λίγες ώρες πριν σκοτωθεί | Τύπος της εποχής
Athensmagazine Ορίστε μας ως προτεινόμενη πηγή ειδήσεων στο Google

«Εμείς είμαστε η ιστορία της λαϊκής μουσικής. Γι’ αυτό λέω ότι, όταν πεθαίνουμε κι εμείς οι τελευταίοι, ο Μάρκος κι εγώ, ο Τσιτσάνης και κάτι λίγοι ακόμη, δεν πρόκειται να ξαναγραφτεί αληθινό ρεμπέτικο και λαϊκό τραγούδι. Γιατί αυτό δεν μπορεί να το γράψει όποιος – όποιος ή όποτε του καπνίσει. Πρέπει να το ζήσει, να το νοιώθει, να τόχει στο αίμα του», έγραφε στην αυτοβιογραφία του ο αξεπέραστος Γιάννης Παπαϊωάννου.

Και καθώς ο χρόνος κυλά, γίνεται απολύτως σαφές πως ο σπουδαίος αυτός πατριάρχης του λαϊκού τραγουδιού δεν είχε ούτε στιγμή άδικο. Η μουσική του ταυτότητα δεν ήταν προϊόν μουσικών σπουδών σε κλειστές αίθουσες ή εμπορικού σχεδιασμού· ήταν η ίδια η συμπυκνωμένη ζωή, με τα τραύματα, τις προσφυγικές μνήμες, τους καημούς, τα ξενύχτια και τα αδιέξοδα μιας ολόκληρης εποχής.

Ο αείμνηστος Πάνος Γεραμάνης είχε περιγράψει εύστοχα τον Παπαϊωάννου στην εκπομπή του, χαρακτηρίζοντάς τον ως έναν κατ’ εξοχήν πηγαίο λαϊκό δημιουργό και ασυναγώνιστο δεξιοτέχνη του μπουζουκιού, ο οποίος «συνδύαζε τις ανθρώπινες αρετές με τα μεγάλα καλλιτεχνικά προσόντα. Οι καημοί που έβγαιναν μέσα από τα βάθη της ψυχής του περνούσαν στα δάχτυλα και από εκεί στις χορδές του μπουζουκιού του».

Πριν όμως κατακτήσει την κορυφή, πριν το όνομά του γίνει συνώνυμο της χρυσής εποχής του ρεμπέτικου και πριν οι μεγαλύτερες φωνές της Ελλάδας ερμηνεύσουν τα αριστουργήματά του, ο Γιάννης Παπαϊωάννου χρειάστηκε να περπατήσει σε έναν μακρύ, ακανθώδη δρόμο γεμάτο πόνο και δοκιμασίες.

Από την αρχοντιά της Κίο στη φρίκη του ξεριζωμού και της προσφυγιάς

Ο Γιάννης Παπαϊωάννου γεννήθηκε στις 18 Ιανουαρίου του 1913 στην Κίο της Μικράς Ασίας, μια περιοχή με έντονο ελληνικό στοιχείο και ευημερία. Η παιδική του ηλικία, ωστόσο, διακόπηκε απότομα και βάναυσα. Σε ηλικία μόλις οκτώ ετών, βρέθηκε αντιμέτωπος με τη διπλή τραγωδία: την απώλεια του πατέρα του και, ελάχιστο καιρό αργότερα, την τραγωδία της Μικρασιατικής Καταστροφής το 1922.

Σε μια από τις συγκλονιστικότερες αυτοβιογραφικές του αφηγήσεις, ο ίδιος είχε αποτυπώσει με ανατριχιαστική παραστατικότητα τις εικόνες που έμειναν χαραγμένες στο μυαλό του μέχρι το τέλος της ζωής του:

«Ήμουν 8 χρονών παιδί που έχασα τον πατέρα μου. Τότες με την καταστροφή της Μικράς Ασίας το 1922 με τη μάνα μου και τη γιαγιά μου -τη μάνα της μάνας μου- φύγαμε για την Ελλάδα. Κι αυτή τη φρίκη τη θυμάμαι σαν όνειρο. Είναι εικόνες που ποτέ δεν μου έφυγαν από το μυαλό! Ο κόσμος φώναζε βοήθεια και η θάλασσα ήταν γεμάτη αίμα, μπαούλα, ρούχα και άλλα. Είμαστε οικονομικά ανεξάρτητοι, είχαμε μεγάλη περιουσία στην Κίο, αλλά όταν φύγαμε, πήραμε μια μαξιλαροθήκη, τις εικόνες, τις φωτογραφίες και κάτι συμβόλαια στα Τούρκικα. Χαλασμός κόσμου, αίμα, δυστυχία, τι να σκεφθείς; Άλλωστε είχαν αρχίσει να μπαίνουν Τούρκοι στο χωριό μας και φύγαμε με τρόμο και μόλις προλάβαμε κι ανεβήκαμε στο καράβι μαζί με κάτι θείους μου, από το σόι της μάνας μου. Όλοι λέγανε ότι θα τα κανόνιζε το κράτος και θα ξαναγυρίζαμε. Όλοι το πιστεύανε!

Αρχισαν τα μαρτύρια. Όσοι έζησαν αυτά τα πράματα τα ξέρουνε. Μόνον οι Μικρασιάτες. Στους άλλους φαίνονται παραμύθια. Το καράβι δεν είχε ούτε νερό και πίναμε θάλασσα, το θυμάμαι σαν να ’ναι τώρα. Αυτό που είχε δηλαδή σώθηκε, έπιναν τόσα στόματα. Πίναμε και από τα σωληνάκια από τις εξατμίσεις του καραβιού όπου έβραζε ο ατμός και το αφήναμε να κρυώσει για να το πιούμε. Κάναμε μια στάση στη Σαμοθράκη και βγήκαν κάτι λίγοι να γεμίσουν τα βαρέλια με νερό. Όταν τα έφεραν τα βαρέλια στο καράβι και ξεκινήσαμε, το νερό είχε βατράχια. Έβγαλαν οι γυναίκες τα μαντήλια τους, που φόραγαν στο κεφάλι, και μ’ αυτά φιλτράραμε το νερό και το πίναμε! Μετά πήγαμε στην Περίσταση της Θράκης και θυμήθηκα ότι μείναμε σε μια εκκλησία.

Μετά από λίγο καιρό, μας έδιωξαν κι από κει και μας έφεραν στον Πειραιά, στο Άη Γιώργη, στο Κερατσίνι, εκεί που είχαν τους τρελλούς. Μας έβαλαν σε κάτι αποθήκες που ήτανε γεμάτες σκουλήκια. Άλλα μαρτύρια. Ποτέ δεν ξεχνιούνται. Μας έκαναν καραντίνα και μας έβαλαν τα ρούχα στον κλίβανο. Οι ντόπιοι μάς έκλεβαν τα ρούχα, ό,τι είχαμε, ακόμα και τα παπούτσια! Ποιος μπορεί να ξεχάσει; Πείνα, δυστυχία, περιφρόνια… Πώς να σου φύγουνε αυτά από το μυαλό;».

Αυτές οι πληγές δεν έκλεισαν ποτέ. Μετουσιώθηκαν σε τέχνη, έγιναν μελωδία, στίχος και παράπονο, διαμορφώνοντας τη μοναδική καλλιτεχνική του ταυτότητα.

Το προσφυγόπουλο της βιοπάλης και η «σχολή» του ποδοσφαίρου και της θάλασσας

Μετά την άφιξή τους στην Ελλάδα, η μητέρα του, η κυρά Χρύσα, και η γιαγιά του προσπάθησαν να επιβιώσουν κάτω από άθλιες συνθήκες. Αρχικά εγκαταστάθηκαν προσωρινά στη Σαμοθράκη και έπειτα βρέθηκαν στην Αθήνα. Τα «πλούτη» που είχαν φέρει μέσα στη μαξιλαροθήκη εξανεμίστηκαν γρήγορα. Αρχικά βρήκαν καταφύγιο σε μια παράγκα στις Τζιτζιφιές, στον Φαληρικό όρμο, κοντά σε συγγενείς.

Οι εποχές ήταν πέτρινα σκληρές. Ο μικρός Γιάννης αναγκάστηκε να ενηλικιωθεί βίαια και να βγει από πολύ μικρή ηλικία στο μεροκάματο. Έκανε όποια δουλειά του δινόταν για να συντηρήσει την οικογένειά του: δούλεψε ως ψαράς, εργάστηκε στις οικοδομές, δοκιμάστηκε ως μαραγκός, ενώ πέρασε και από συνεργεία αυτοκινήτων για να βγάλει το ψωμί του.

Κατά τη διάρκεια της περιόδου που εργάστηκε ως ψαράς, συνάντησε μια από τις πιο εμβληματικές φιγούρες της ζωής του: τον καπετάν Ανδρέα Ζέπο, τον θρυλικό ψαρά από το Αϊβαλί. Όταν ο Ζέπος έμαθε ότι ο νεαρός Παπαϊωάννου ήταν ασυνόδευτο προσφυγόπουλο με δύσκολη μοίρα, τον πήρε υπό την προστασία του και τον δίδαξε τα μυστικά της θάλασσας. Χρόνια αργότερα, ο συνθέτης τίμησε τον μέντορά του γράφοντας το διάσημο λαϊκό τραγούδι «Καπετάν Ανδρέας Ζέπος». Ο ίδιος είχε δηλώσει χαρακτηριστικά με την αφοπλιστική του ειλικρίνεια:

«Μπορεί άλλοι καλλιτέχνες, ο Τσιτσάνης, ο Βαμβακάρης να είναι καλύτεροι οργανοπαίχτες, δεν είναι όμως καλύτεροι ποδοσφαιριστές από μένα και ψαράδες. Εμένα την τέχνη μου την έχει μάθει ο φίλος μου, ο καπετάν Ανδρέας Ζέπος».

Παράλληλα με τις βιοτικές του δυσκολίες, ο Παπαϊωάννου είχε μια τεράστια αγάπη: το ποδόσφαιρο. Λόγω του ύψους του, αγωνίστηκε ως τερματοφύλακας στην ομάδα του Φαληρικού Συνδέσμου. Διέθετε σπουδαίο ταλέντο και λαμπρό μέλλον στα γήπεδα, ωστόσο ένας σοβαρός τραυματισμός έβαλε πρόωρα τέλος στην αθλητική του πορεία.

Η απογοήτευση ήταν τεράστια, αλλά η μοίρα είχε άλλα σχέδια. Για να απαλύνει τον πόνο του γιου της από την απώλεια του ποδοσφαίρου, η μητέρα του τού αγόρασε ένα φτηνό μαντολίνο. Ήταν η στιγμή μηδέν. Εκείνο το όργανο έγινε το καταφύγιό του και η πύλη προς έναν ολότελα νέο κόσμο.

Η αποκάλυψη του μπουζουκιού και η είσοδος στο πάνθεον της μουσικής

Ένα μεσημέρι, περπατώντας έξω από μια λαϊκή ταβέρνα, ο νεαρός Γιάννης άκουσε τους θαμώνες να ακούνε με ευλάβεια έναν δίσκο του Γιάννη Χαλκιά. Ο ήχος από το «Μινόρε του τεκέ» –το εμβληματικό κομμάτι που ουσιαστικά σύστησε και καθιέρωσε το μπουζούκι στη δισκογραφία– τον συγκλόνισε συθέμελα. Ο ήχος αυτός λειτούργησε ως αποκάλυψη. Εκείνη την εποχή, ωστόσο, το μπουζούκι κουβαλούσε τεράστιο κοινωνικό στίγμα· θεωρούνταν όργανο του περιθωρίου, συνώνυμο της αλητείας, και ο μπουζουξής αντιμετωπιζόταν από την «καλή» κοινωνία ως περιθωριακός ρεμάλιας.

Φοβούμενος την αντίδραση της μάνας του, ο Παπαϊωάννου άρχισε να μαθαίνει το όργανο κρυφά, στο σπίτι ενός φίλου του. Ήταν απόλυτα αυτοδίδακτος. Άκουγε τα γραμμόφωνα με αφοσίωση, αποτύπωνε τις μελωδίες στο μυαλό του και τις μετέφερε στις χορδές του δικού του μπουζουκιού με αξιοζήλευτη δεξιοτεχνία.

Γρήγορα έγινε φανερό ότι διέθετε σπάνιο, θεόσδοτο ταλέντο. Άρχισε να παίζει ζωντανά σε μικρά στέκια της εποχής, αρχικά στα κρυφά και αργότερα στα φανερά. Το 1937 έκανε το μεγάλο επαγγελματικό του ντεμπούτο, εμφανιζόμενος δίπλα σε θρύλους όπως ο Μάρκος Βαμβακάρης και ο Στέλιος Κερομύτης. Η πρώτη του δισκογραφική δουλειά, η «Φαληριώτισσα», γνώρισε τεράστια αποδοχή και έγινε τεράστια επιτυχία. Ο νεαρός μουσικός δεν χρειάστηκε δεύτερη ευκαιρία· με το πρώτο κιόλας τραγούδι καθιερώθηκε ως «φρμα» στον χώρο.

Δημιουργία, κατοχή, Αλβανικό μέτωπο και η καταξίωση

Η ανοδική του πορεία διακόπηκε προσωρινά από τα ιστορικά γεγονότα της εποχής. Η δικτατορία του Μεταξά επέβαλε αυστηρή λογοκρισία και καταδίωξε το ρεμπέτικο, ενώ λίγο αργότερα ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος βρήκε τον Παπαϊωάννου να πολεμά στην πρώτη γραμμή, στο Αλβανικό μέτωπο.

Με την επιστροφή του στην Αθήνα της Κατοχής, συνέχισε να δημιουργεί μέσα σε συνθήκες ανείπωτης πείνας και εξαθλίωσης, γράφοντας τραγούδια που έγιναν τα νανουρίσματα και οι παρηγοριές ενός λαού που υπέφερε. Η αποδοχή του κοινού ήταν τέτοια που σύντομα η Ελλάδα φάνηκε μικρή για να χωρέσει το εκτόπισμά του. Έτσι, το 1953, ο Γιάννης Παπαϊωάννου έγραψε ιστορία, γινόμενος ο πρώτος λαϊκός συνθέτης που ταξίδεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής για να δώσει συναυλίες και να βρεθεί κοντά στους Έλληνες μετανάστες που διψούσαν για την πατρίδα.

Το 1955 σημαδεύτηκε από τη γνωριμία του με τον Βασίλη Τσιτσάνη. Ήταν μια σχέση καρμική: είχαν γεννηθεί ακριβώς την ίδια μέρα, στις 18 Ιανουαρίου (με διαφορά δύο ετών, πρώτος ο Παπαϊωάννου), και αργότερα επισφράγισαν τη φιλία τους με κουμπαριά.

Η μουσική κληρονομιά και η τραγική κατάληξη

Ο κατάλογος των δημιουργιών του Γιάννη Παπαϊωάννου αποτελεί τον πυρήνα της ελληνικής λαϊκής μουσικής. Μεταξύ των αθάνατων επιτυχιών του συναντάμε τα έργα:

  • «Πριν το χάραμα»
  • «Σβήσε το φως να κοιμηθούμε»
  • «Βαδίζω και παραμιλώ»
  • «Γλέντα τη ζωή»
  • «Πέντε Έλληνες στον Άδη»
  • «Απ’ της Ζέας το λιμάνι»
  • «Το φτωχόπαιδο»
  • «Ο φυλακισμένος»
  • «Μες της Πόλης τα στενά (Καραμπιμπερίμ)»
  • «Ο θάνατος του μπεκρή»
  • «Άσε με, άσε με»
  • «Ο Χάρος (Βγήκε ο χάρος να ψαρέψει)»

Τα τραγούδια αυτά ερμηνεύτηκαν από τα μεγαλύτερα ονόματα του ελληνικού πενταγράμμου, όπως η Σωτηρία Μπέλλου, ο Στελλάκης Περπινιάδης, η Καίτη Γκρέυ, ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Στράτος Παγιουμτζής, η Μαρίκα Νίνου, η Ρόζα Εσκενάζη, ο Στέλιος Καζαντζίδης, η Πόλυ Πάνου, ο Αντώνης Ρεπάνης, ο Χρηστάκης, η Μαίρη Λίντα, η Μαρινέλλα, ο Στράτος Διονυσίου, ο Πάνος Γαβαλάς και ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης.

Ωστόσο, το νήμα της ζωής του κόπηκε ξαφνικά, ανήμερα σχεδόν της μαύρης επετείου που σημάδεψε την ψυχή του. Ξημερώματα της 3ης Αυγούστου 1972, ο Γιάννης Παπαϊωάννου ολοκλήρωσε την εμφάνισή του στο νυχτερινό κέντρο των Τζιτζιφιών και κατευθυνόταν με το αυτοκίνητό του προς το εξοχικό του σπίτι στα Βασιλικά της Σαλαμίνας.

Φτάνοντας στη λεωφόρο Βασιλέως Γεωργίου στο Πέραμα, ένας πεζός πετάχτηκε απροειδοποίητα στη μέση του δρόμου. Στην προσπάθειά του να τον αποφύγει αποφασιστικά, ο συνθέτης έχασε τον έλεγχο του οχήματος, το οποίο εξετράπη της πορείας του και «καρφώθηκε» με σφοδρότητα σε τσιμεντένια κολώνα της ΔΕΗ. Η σύγκρουση ήταν τόσο βίαιη που το τιμόνι του αυτοκινήτου τσάκισε το στήθος του. Ο θάνατός του υπήρξε ακαριαίος, βυθίζοντας σε βαθύ πένθος τον καλλιτεχνικό κόσμο και ολόκληρη την Ελλάδα. Στη μνήμη του, ο επιστήθιος φίλος του Βασίλης Τσιτσάνης συνέθεσε το σπαρακτικό «Το τραγούδι του Γιάννη», σε ερμηνεία της Πόλυς Πάνου, κλείνοντας για πάντα έναν από τους πιο λαμπρούς κύκλους της ελληνικής μουσικής ιστορίας.

0 ΣΧΟΛΙΑ

Προσθήκη Σχόλιου