Η μεγαλύτερη κλοπή στην ιστορία της τέχνης: Πώς βγήκε η Μόνα Λίζα από το Λούβρο;

Ήταν ένας καυτός καλοκαιρινός Αύγουστος στο Παρίσι. Η γαλλική πρωτεύουσα υπέφερε από έναν ασυνήθιστο καύσωνα που έλιωνε την άσφαλτο και ανάγκαζε τους κατοίκους να κλειστούν στα σπίτια τους. Οι δρόμοι ήταν σχεδόν έρημοι, και μέσα στο μεγαλοπρεπές κτήριο του Λούβρου επικρατούσε μια ασυνήθιστη, απόλυτη ησυχία. Όμως, για έναν συγκεκριμένο άνθρωπο, αυτή ακριβώς η αποπνικτική ζέστη και η έλλειψη κόσμου συνιστούσαν τις ιδανικές συνθήκες για να χτυπήσει. Σε μόλις μία νύχτα, θα διέπραττε την «κλοπή του αιώνα», αφαιρώντας τον πίνακα της Μόνας Λίζα από τον τοίχο και εξαφανιζόμενος στα σοκάκια της πόλης. Αυτή η τολμηρή πράξη θα κινητοποιούσε την παγκόσμια αστυνομία, θα οδηγούσε τις έρευνες σε αδιέξοδο για δύο ολόκληρα χρόνια και, τελικά, θα μεταμόρφωνε ένα κλασικό έργο τέχνης στην πιο διάσημη εικόνα στον πλανήτη.
Το χρονικό της αρπαγής: Πώς στήθηκε το τέλειο έγκλημα
Εκείνη την Κυριακή, καθώς ο ήλιος έδινε τη θέση του στο δειλινό και οι τελευταίοι τουρίστες αποχωρούσαν από τις αίθουσες, ένας άνδρας γλίστρησε αθόρυβα στο εσωτερικό του μουσείου. Φορούσε την κλασική λευκή ρόμπα εργασίας που χρησιμοποιούσαν οι υπάλληλοι του Λούβρου, γεγονός που απέτρεψε οποιαδήποτε υποψία· όλοι τον πέρασαν για δικό τους άνθρωπο. Βρήκε γρήγορα μια μικρή, απομονωμένη αποθήκη, χώθηκε μέσα και παρέμεινε κρυμμένος καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας. Καθώς τη Δευτέρα το μουσείο ήταν κλειστό, κανείς δεν θα κυκλοφορούσε στους διαδρόμους.
Ο υπολογισμός του ήταν απόλυτα ψυχρός και ακριβής. Στις 7:15 το πρωί της επόμενης ημέρας, ο δράστης βγήκε από το κρυσφύγετό του σε έναν σχεδόν άδειο Λούβρο. Βεβαιωμένος ότι δεν υπήρχε ψυχή γύρω του, κατευθύνθηκε αποφασιστικά προς την αίθουσα «Σαλόν Καρρέ» (Salon Carré). Εκείνη την εποχή, η Μόνα Λίζα δεν διέθετε δική της ξεχωριστή αίθουσα ούτε απολάμβανε τη μυθική φετινή της αίγλη· κρεμόταν ανάμεσα σε πλήθος άλλων πινάκων.
Αφού έλεγξε ξανά τον χώρο, κατέβασε τον πίνακα από τα μεταλλικά στηρίγματα και τον μετέφερε σε κοντινή σκάλα. Εκεί, οπλισμένος με ένα απλό κατσαβίδι, αφαίρεσε το ξύλινο πάνελ από τη βαριά προστατευτική κορνίζα, αφήνοντας την τελευταία πίσω. Τύλιξε το έργο –ζωγραφισμένο σε ξύλινη επιφάνεια– σε ένα λευκό ύφασμα, το έβαλε κάτω από τη μασχάλη του και κατευθύνθηκε προς την έξοδο.
Το σχέδιο είχε λειτουργήσει ρολόι, αλλά στην έξοδο τον περίμενε εμπόδιο: η πόρτα ήταν κλειδωμένη. Την κρίσιμη εκείνη στιγμή, εμφανίστηκε τυχαία ένας υδραυλικός που εργαζόταν στο μουσείο. Θεωρώντας κι αυτός ότι ο άνδρας με τη λευκή ρόμπα ήταν υπάλληλος, άνοιξε καλόπιστα την πόρτα με τα κλειδιά του. Με τη ακούσια βοήθεια του εργάτη, ο δράστης βγήκε ανενόχλητος στο δρόμο με τη Μόνα Λίζα κάτω από τη μασχάλη του. Ολόκληρη η επιχείρηση είχε διαρκέσει ελάχιστα λεπτά.
Το σοκ της εξαφάνισης και τα 28 χαμένα ωσάν
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της υπόθεσης είναι ότι η απουσία του αριστουργήματος δεν έγινε αντιληπτή παρά μόνο μετά από 28 ολόκληρες ώρες. Την εβδομάδα εκείνη, φωτογράφοι μπαινόβγαιναν στις αίθουσες για να απαθανατίσουν έργα για τον επίσημο κατάλογο του μουσείου, μεταφέροντας συχνά τους πίνακες στα εργαστήρια. Έτσι, κανείς δεν ξαφνιάστηκε βλέποντας το κενό στον τοίχο.
Όταν όμως οι φωτογράφοι επέστρεψαν για τη Μόνα Λίζα και διαπίστωσαν την απουσία της, σήμανε συναγερμός. Ακολούθησαν πυρετώδεις έρευνες σε κάθε γωνιά του τεράστιου κτηρίου, χωρίς αποτέλεσμα. Το Λούβρο έκλεισε τις πύλες του για μια ολόκληρη εβδομάδα μέσα σε κλίμα βαθιάς κρίσης. Ο διευθυντής έγινε περίγελος, και ο γαλλικός Τύπος κατεδάφισε τη διεύθυνση με δηκτικά σχόλια, απορώντας πώς ήταν δυνατόν να χαθεί το μεγαλύτερο θησαυρό του μουσείου «μέσα στο λευκό της ημέρας». Κάποιοι μάλιστα αστειεύονταν ότι η κλοπή πίνακα από το Λούβρο ήταν πιο εύκολη από το να κλέψεις ένα μήλο από μανάβικο.
Η αστυνομία κινητοποιήθηκε μαζικά, κλείνοντας τα σύνορα της Γαλλίας, ωστόσο τα στοιχεία στα χέρια των αρχών ήταν ελάχιστα: μια εγκαταλελειμμένη ξύλινη κορνίζα και ένα μοναδικό αποτύπωμα δακτύλου.
Παγκόσμια υστερία, Πικάσο και ψεύτικες θεωρίες
Καθώς οι μήνες περνούσαν και οι έρευνες της αστυνομίας προσέκρουαν σε τοίχο, ο Τύπος προσέφερε μια τεράστια χρηματική αμοιβή για την ανεύρεση του πίνακα. Αυτό προκάλεσε πρωτοφανή παράνοια. Χιλιάδες επιστολές κατέκλυσαν τα αστυνομικά τμήματα: πολίτες ορκίζονταν ότι είδαν τη Μόνα Λίζα παντού στον πλανήτη, από επαρχιακά τρένα μέχρι φορτηγά προς το Βέλγιο.
Το κενό πλαίσιο στον τοίχο του Λούβρου μετατράπηκε σε χώρο προσκυνήματος. Εκατοντάδες πολίτες συνέρρεαν για να αφήσουν λουλούδια και σημειώματα μπροστά στη «γυμνή» θέση, σαν να θρηνούσαν χαμένο φίλο. Χωρίς να το επιδιώκει, η Μόνα Λίζα εξελισσόταν σε παγκόσμια διασημότητα.
Μέσα στον γενικό πανικό, οι υποψίες στράφηκαν ακόμη και σε διάσημους καλλιτέχνες, όπως ο Πάμπλο Πικάσο. Ένας γνωστός του κύκλου του ομολόγησε στην αστυνομία ότι είχε κλέψει αρχαία ιβηρικά αγαλματίδια από το Λούβρο και τα είχε πουλήσει στον Πικάσο. Η έρευνα αυτή οδήγησε στη σύλληψη του ποιητή Γκιγιώμ Απολλιναριέ και στην ανάκριση του Πικάσο, ο οποίος, τρομοκρατημένος, προσποιήθηκε ότι δεν γνώριζε καν τον φίλο του. Ωστόσο, αποδείχθηκε γρήγορα ότι η υπόθεση εκείνη δεν είχε καμία απολύτως σχέση με την εξαφάνιση της Τζοκόντα. Παρόμοια τύχη είχαν και οι φήμες περί παραγγελίας από τον Αμερικανό κροίσο Τζον Πιρπόντ Μόργκαν, οι οποίες διαψεύστηκαν παταγωδώς.
Ο δράστης στο προσκήνιο: Ο Βιντσέντζο Περούτζια
Η αλήθεια, ωστόσο, βρισκόταν σε απόσταση αναπνοής από το Λούβρο. Ο άνθρωπος που είχε πραγματοποιήσει την κλοπή ήταν ο Βιντσέντζο Περούτζια (Vincenzo Peruggia), ένας 29χρονος Ιταλός μετανάστης και πρώτης τάξεως τεχνίτης-γυasᾶς που είχε εργαστεί παλαιότερα στο μουσείο.
Ο Περούτζια γνώριζε το κτήριο σπιθαμή προς σπιθάμη. Ήξερε πότε κλείνει, πού κινούνταν οι φωτογράφοι, και μάλιστα είχε βοηθήσει στο παρελθόν στην κατασκευή του προστατευτικού πλαισίου της Μόνας Λίζα. Μετά την κλοπή, έκρυψε το αριστούργημα σε μια αυτοσχέδια κρύπτη με διπλό πάτο μέσα σε ένα ξύλινο σεντούκι, σε ένα συνηθισμένο διαμέρισμα στο Παρίσι, μόλις λίγα χιλιόμετρα μακριά από το Λούβρο.
Το πιο σουρεαλιστικό στοιχείο της υπόθεσης ήταν ότι η αστυνομία είχε ήδη ανακριθεί τον Περούτζια στις αρχές των ερευνών, καθώς συμπεριλαμβανόταν στη λίστα του προσωπικού. Εκείνος, όμως, διατήρησε την ψυχραιμία του, παρουσίασε ένα πειστικό άλλοθι και οι αρχές τον απέκλεισαν από τους βασικούς υπόπτους, αγνοώντας ότι ο πίνακας βρισκόταν λίγα μέτρα μακριά του.
Ο λόγος που οδήγησε τον Περούτζια σε αυτή την πράξη δεν ήταν καθαρά οικονομικός, αλλά, όπως υποστήριζε ο ίδιος, ένας λανθασμένος πατριωτισμός. Πίστευε –εσφαλμένα– ότι η Μόνα Λίζα είχε κλαπεί από τους Γάλλους από την Ιταλία και ήθελε να την επιστρέψει στην πατρίδα του (αγνοώντας ότι ο Λεονάρντο ντα Βίντσι την είχε φέρει ο ίδιος στη Γαλλία και είχε αγοραστεί νόμιμα από τον βασιλέα αιώνες πριν).
Η αποκάλυψη και η σύλληψη στη Φλωρεντία
Δύο ολόκληρα χρόνια αργότερα, ο Περούτζια άρχισε να χάνει την υπομονή του. Κρατώντας τον θησαυρό κρυμμένο και αδυνατώντας να τον πουλήσει ανοιχτά λόγω της παγκόσμιας δημοσιότητας, αποφάσισε να δράσει. Έστειλε μια ανώνυμη επιστολή υπογεγραμμένη ως «Λεονάρντο» σε έναν έμπορο έργων τέχνης στη Φλωρεντία, δηλώνοντας ότι επιθυμεί να επιστρέψει το έργο στην πατρίδα του έναντι αμοιβής.
Ο έμπορος, σε συνεργασία με τον διευθυντή της πινακοθήκης Ουφίτσι, οργάνωσαν ραντεβού στο ξενοδοχείο του Περούτζια δήθεν για να εκτιμήσουν τον πίνακα. Όταν ο Περούτζια άνοιξε το σεντούκι του και αποκάλυψε τη γνήσια Μόνα Λίζα, οι ειδικοί επιβεβαίωσαν τη γνησιότητά της. Μετά από λίγη ώρα, η αστυνομία εισέβαλε στο δωμάτιο και του πέρασε χειροπέδες.
Στην Ιταλία, η δίκη του Περούτζια έλαβε απρόσμενη τροπή. Πολλοί συμπατριώτες του δεν τον έβλεπαν ως κοινό εγκληματία, αλλά ως έναν ρομαντικό πατριώτη που λύτρωσε ένα εθνικό κειμήλιο. Το κοινό τον αποθέωνε στο δικαστήριο στέλνοντάς του λουλούδια και δώρα. Ως αποτέλεσμα, η δικαιοσύνη στάθηκε εξαιρετικά επιεικείς μαζί του: καταδικάστηκε σε μόλις λίγους μήνες φυλάκισης.
Πριν επιστρέψει οριστικά στο Λούβρο το 1914, η Μόνα Λίζα πραγματοποίησε ένα θριαμβευτικό αποχαιρετισμνό τουρνέ σε ιταλικές πόλεις, όπου χιλιάδες πολίτες συνέρρεαν για να την προσκυνήσουν.
Η μεγαλύτερη ειρωνεία αυτής της σκοτεινής ιστορίας είναι ότι, τελικά, η κλοπή αυτή εκτόξευσε τη φήμη του πίνακα. Πριν από το 1911, η Μόνα Λίζα ήταν μεν ένα αναγνωρισμένο αρισ αναγεννησιακής τέχνης για τους κύκλους των ειδικών, αλλά όχι μια παγκόσμια λαϊκή εικόνα. Η εξαφάνισή της, η συνεχής κάλυψη από τα ΜΜΕ και η δραματική επιστροφή της ήταν τα στοιχεία που τη μετέτρεψαν στο πιο διάσημο, πολυφωτογραφημένο και προστατευμένο έργο τέχνης στον πλανήτη.






0 ΣΧΟΛΙΑ