Μετά την κατάρρευση στα Πετράλωνα: Είναι το σπίτι σας ασφαλές; Η σκληρή αλήθεια που κρύβεται πίσω από τους τοίχους

Η πρόσφατη, σοκαριστική κατάρρευση πολυκατοικίας στα Πετράλωνα δεν ήταν απλώς ένα μεμονωμένο ατύχημα· ήταν το «καμπανάκι» κινδύνου που ηχούσε εδώ και χρόνια, προειδοποιώντας για τη γιγαντιαία «βόμβα» που κρύβεται στο κτιριακό απόθεμα της χώρας. Πίσω από την τραγωδία, αναδύονται διαχρονικές παθογένειες: η παντελής έλλειψη δημόσιου ελέγχου στις κατασκευές, η εγκληματική προχειρότητα σε πολλές εργασίες ανακαίνισης και η συστηματική μετατόπιση των ευθυνών από το κράτος στους ώμους των ιδιωτών μηχανικών. Όμως, το πρόβλημα είναι βαθύτερο: η Ελλάδα «γήρασε» και τα κτίριά της μαζί της.
«Βόμβες» στα θεμέλια: Ένα στα δύο ακίνητα είναι «αρχαία»
Το μέγεθος του κινδύνου αποκαλύπτεται από την ψυχρή γλώσσα των αριθμών. Σύμφωνα με την απογραφή κτιρίων της ΕΛΣΤΑΤ του 2021, η χώρα διαθέτει ένα τεράστιο απόθεμα 4.285.084 ακινήτων. Το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι πάνω από το 56% αυτών των κτιρίων έχει ανεγερθεί πριν από το 1980. Στο Λεκανοπέδιο της Αττικής, το ποσοστό αυτό αγγίζει το 50%, γεγονός που σημαίνει ότι οι μισές κατοικίες και επαγγελματικοί χώροι της πρωτεύουσας χτίστηκαν με αντισεισμικούς κανονισμούς δεκαετιών που δεν έχουν καμία σχέση με τα σύγχρονα, αυστηρά πρότυπα.
Όπως εξηγεί ο Δημήτρης Πετρόπουλος, πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ενώσεων Μηχανικών Δημοσίων Υπαλλήλων Διπλωματούχων Ανωτάτων Σχολών (ΠΕΟΜΥΔΑΣ), η κατάσταση είναι οριακή. «Πολύ μεγάλο μέρος των υποδομών της χώρας χτίστηκε με προγενέστερους κανονισμούς. Ανάλογα με τις συνθήκες συντήρησης, αυτά τα κτίρια είτε αντέχουν, είτε επιβαρύνονται επικίνδυνα», τονίζει χαρακτηριστικά.
Η «πέτρα του σκανδάλου»: Γιατί δεν ελέγχουμε τα σπίτια μας;
Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα κατέχει τα πρωτεία στη σεισμικότητα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η κουλτούρα του τακτικού προσεισμικού ελέγχου των ιδιωτικών ακινήτων παραμένει ανύπαρκτη. Ενώ το θεωρητικό προσδόκιμο ζωής του μπετόν υπολογίζεται στα 50 έτη, στην πράξη η συντήρηση είναι η λέξη-κλειδί που καθορίζει αν ένα κτίριο είναι ασφαλές ή αν αποτελεί «παγίδα θανάτου».
Η εικόνα από τον πρωτοβάθμιο προσεισμικό έλεγχο στα δημόσια σχολεία, που χρηματοδοτήθηκε από το Ταμείο Ανάκαμψης, ήταν αποκαλυπτική για το επίπεδο των υποδομών μας. Μόλις το 66,32% των κτιρίων βρέθηκε σε ικανοποιητική κατάσταση. Στο υπόλοιπο 33,68%, διαπιστώθηκαν φθορές που σε ορισμένες περιπτώσεις άγγιζαν το 100% της στατικής επάρκειας. «Θέσαμε στόχο τον επανέλεγχο του 20% των σχολείων με τον υψηλότερο δείκτη επικινδυνότητας. Αυτό πρέπει να γίνει και στα ιδιωτικά κτίρια. Πρέπει να δούμε πώς στέκονται στατικά σήμερα», προσθέτει ο κ. Πετρόπουλος.
Το μπετόν «πεθαίνει» – Ποιος θα πληρώσει το τίμημα;
Το προσδόκιμο ζωής των 50 ετών δεν είναι μια αυθαίρετη έννοια. Είναι το όριο μετά το οποίο το μπετόν αρχίζει να οξειδώνεται, ειδικά αν το κτίριο εκτίθεται σε υγρασία ή δεν έχει συντηρηθεί ποτέ. Ο κ. Πετρόπουλος προειδοποιεί: «Φοβόμαστε ότι οι τρωτότητες θα γίνουν συχνότερες στα ιδιωτικά κτίρια, όπου η συντήρηση είναι ελλιπής ή ανύπαρκτη λόγω κόστους».
Εδώ τίθεται ένα καίριο πολιτικό και κοινωνικό ζήτημα. Η Πολιτεία επιδοτεί γενναιόδωρα την ενεργειακή αναβάθμιση των κτιρίων για λόγους οικολογίας και οικονομίας. Γιατί δεν υπάρχει αντίστοιχη πρόνοια για τη στατική τους ενίσχυση; «Θα μπορούσε η Πολιτεία να βοηθήσει οικονομικά, καθώς η στατική αναβάθμιση αποτελεί τεράστιο οικονομικό βάρος για τον πολίτη», επισημαίνει ο κ. Πετρόπουλος, προτείνοντας μια αλλαγή προτεραιοτήτων.
Η κουλτούρα της συντήρησης και η «αναμενόμενη» κατάρρευση
Ο Βασίλης Μπαρδάκης, πρόεδρος του Συλλόγου Πολιτικών Μηχανικών Ελλάδος (ΣΠΜΕ), είναι κάθετος: «Εμείς λέμε ότι οι κατοικίες πρέπει να επιθεωρούνται κάθε δέκα χρόνια. Δεν είναι μεγάλο το κόστος για να μάθει ένας ιδιοκτήτης αν κινδυνεύει το σπίτι του». Πρέπει, επιτέλους, να περάσουμε στην εποχή της πρόληψης, αντί να περιμένουμε τον σεισμό για να διαπιστώσουμε τις φθορές.
Οι μηχανικοί είναι αμείλικτοι σχετικά με το συμβάν στα Πετράλωνα. Ο Ανδρέας Μαρτζακλής, Β΄ αντιπρόεδρος του ΣΠΜΕ, εξηγεί ότι η κατάρρευση ήταν αναμενόμενη ελλείψει αντιστήριξης. «Τα κτίρια της δεκαετίας του 1970 σχεδιάστηκαν με κανονισμούς που επέτρεπαν μεγάλες παραμορφώσεις. Όταν αυτές ξεπεραστούν, το κτίριο καταρρέει ακαριαία». Αντίθετα, οι σύγχρονοι κανονισμοί στοχεύουν στην «τμηματική κατάρρευση», δίνοντας χρόνο στους ανθρώπους να εγκαταλείψουν το κτίριο. «Προέχει η ανθρώπινη ζωή και μετά τα υλικά αγαθά», τονίζει ο κ. Μαρτζακλής, υπογραμμίζοντας τη διαφορά φιλοσοφίας.
Διαβάστε επίσης
Ένα μέλλον σε αβεβαιότητα
Η αλλαγή αυτής της «μοιρολατρικής» κουλτούρας είναι απαραίτητη, δεδομένου ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις πιο σεισμογενείς χώρες του κόσμου. Τα σπίτια που κατασκευάστηκαν μετά το 2001, και σε μεγάλο βαθμό όσα χτίστηκαν μετά το 1985, θεωρούνται ασφαλή. Το πρόβλημα, όμως, παραμένει στα χιλιάδες ακίνητα προηγούμενων δεκαετιών.
Η κατάρρευση στα Πετράλωνα δεν πρέπει να ξεχαστεί ως μια ακόμα «κακιά στιγμή». Πρέπει να λειτουργήσει ως ο καταλύτης για μια νέα εθνική στρατηγική ελέγχου και ενίσχυσης των κτιρίων. Δεν μπορούμε να αφήνουμε την ασφάλεια χιλιάδων οικογενειών στην τύχη τους. Ο χρόνος τρέχει και το «μπετόν» των παλαιών δεκαετιών δεν θα περιμένει για πάντα. Η επιθεώρηση ανά δεκαετία, η κρατική συνδρομή και η ενημέρωση των πολιτών είναι τα μοναδικά «όπλα» μας απέναντι στον Εγκέλαδο, που, αργά ή γρήγορα, θα επισκεφθεί ξανά τη χώρα μας. Η ερώτηση δεν είναι πλέον «αν», αλλά «ποιος» θα είναι έτοιμος.






0 ΣΧΟΛΙΑ