Σαν σήμερα, 10 Φεβρουαρίου 1355: Το μακελειό της Αγίας Σχολαστικής: Όταν η Οξφόρδη βάφτηκε με αίμα για ένα ποτήρι μπύρα

Η ιστορία των πανεπιστημιακών πόλεων είναι συχνά γεμάτη από εντάσεις ανάμεσα στην ακαδημαϊκή κοινότητα και τους μόνιμους κατοίκους, όμως καμία σύγκρουση δεν έφτασε στο μέγεθος και την αγριότητα των γεγονότων που εκτυλίχθηκαν στην Οξφόρδη πριν από ακριβώς 671 χρόνια. Στις 10 Φεβρουαρίου 1355, ανήμερα της εορτής της Αγίας Σχολαστικής, μια ασήμαντη διαφωνία για την ποιότητα των ποτών σε μια τοπική ταβέρνα πυροδότησε μια τριήμερη σφαγή που άφησε πίσω της δεκάδες νεκρούς και μια «κατάρα» ταπείνωσης για τους κατοίκους της πόλης που θα κρατούσε σχεδόν πέντε αιώνες. Το περιστατικό αυτό παραμένει μέχρι σήμερα το πιο ακραίο παράδειγμα της ιστορικής κόντρας ανάμεσα στο «ένδυμα» και την «πόλη», μια σύγκρουση κοινωνικών τάξεων, προνομίων και τοπικής υπερηφάνειας.
Η μοιραία νύχτα στην ταβέρνα Swindlestock
Όλα ξεκίνησαν στο Swindlestock Tavern, ένα δημοφιλές στέκι της εποχής που βρισκόταν στη διασταύρωση Carfax, στην καρδιά της Οξφόρδης. Δύο φοιτητές του Πανεπιστημίου, ο Γουόλτερ ντε Σπρινγκχόους και ο Ρότζερ ντε Τσέστερφιλντ, απολάμβαναν το ποτό τους όταν άρχισαν να παραπονιούνται έντονα στον ιδιοκτήτη της παμπ και δήμαρχο της πόλης, Τζον ντε Μπέρεφορντ, για την ποιότητα του κρασιού και της μπύρας που τους σέρβιρε. Η λεκτική αντιπαράθεση κλιμακώθηκε γρήγορα, με τους φοιτητές να εκτοξεύουν βαριές προσβολές κατά των ντόπιων, χαρακτηρίζοντάς τους αγροίκους και ανίκανους να προσφέρουν στοιχειώδεις υπηρεσίες στην πνευματική ελίτ της χώρας.
Η κατάσταση ξέφυγε οριστικά όταν ένας από τους φοιτητές πέταξε το ποτήρι του στο κεφάλι του ιδιοκτήτη. Αυτή η κίνηση δεν ήταν απλώς μια πράξη βίας σε ένα μπαρ, αλλά η θρυαλλίδα που ανατίναξε ένα συσσωρευμένο μίσος δεκαετιών. Ο Μπέρεφορντ, αντί να προσπαθήσει να ηρεμήσει τα πνεύματα, ζήτησε από τους συμπολίτες του να τον υποστηρίξουν. Οι καμπάνες της εκκλησίας του Αγίου Μαρτίνου άρχισαν να χτυπούν δαιμονισμένα, καλώντας τους κατοίκους της πόλης στα όπλα. Σε απάντηση, το Πανεπιστήμιο σήμανε τις καμπάνες της εκκλησίας της Παρθένου Μαρίας, καλώντας τους φοιτητές να υπερασπιστούν την τιμή τους. Η πόλη μετατράπηκε μέσα σε λίγα λεπτά σε πεδίο μάχης.
Η κάθοδος των χωρικών και η γενικευμένη σύρραξη
Αν και οι πρώτες αψιμαχίες την πρώτη ημέρα δεν οδήγησαν σε θανάτους, η επόμενη ημέρα, η 11η Φεβρουαρίου, ήταν εκείνη που σφράγισε την τραγωδία. Περίπου 2.000 άνθρωποι από την ύπαιθρο, ακούγοντας τα νέα για την εξέγερση κατά των «αλαζόνων φοιτητών», εισέβαλαν στην Οξφόρδη κρατώντας τόξα, ρόπαλα και τσεκούρια. Με την κραυγή «Σκοτώστε! Σκοτώστε!» οι χωρικοί και οι ντόπιοι επιτέθηκαν στα πανεπιστημιακά κτίρια και τις εστίες.
Η αγριότητα των επεισοδίων ήταν πρωτοφανής για τα χρονικά της περιόδου. Οι φοιτητές, αν και οπλισμένοι, βρέθηκαν σε μειονεκτική θέση απέναντι στο πλήθος. Οι ταραξίες δεν περιορίστηκαν σε ξυλοδαρμούς εισέβαλαν σε αίθουσες διδασκαλίας και ιδιωτικά δωμάτια, καταστρέφοντας πολύτιμα χειρόγραφα και λεηλατώντας περιουσίες. Οι ιστορικές πηγές της εποχής αναφέρουν φρικιαστικές λεπτομέρειες, όπως φοιτητές που γδάρθηκαν ζωντανοί ή που τους έριξαν σε πηγάδια αφού τους βασάνισαν. Στο τέλος των ταραχών, ο απολογισμός ήταν βαρύτατος: 63 φοιτητές και 30 κάτοικοι της πόλης έχασαν τη ζωή τους, αριθμός τεράστιος για τον πληθυσμό της Οξφόρδης εκείνη την εποχή.
Η παρέμβαση του Στέμματος και η ταπείνωση του Δήμου
Όταν τα νέα για τη σφαγή έφτασαν στον Βασιλιά Εδουάρδο Γ’, η αντίδραση του Στέμματος ήταν αμείλικτη και σαφώς υπέρ του Πανεπιστημίου. Το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης αποτελούσε έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς του βασιλείου και η επίθεση εναντίον του θεωρήθηκε προσβολή προς τον ίδιο τον μονάρχη. Με βασιλικό διάταγμα, η πόλη της Οξφόρδης κρίθηκε ένοχη για τις ταραχές και της επιβλήθηκαν εξοντωτικές κυρώσεις που αποσκοπούσαν στην οριστική υποταγή των κατοίκων στην ακαδημαϊκή εξουσία.
Η πιο ταπεινωτική ποινή ήταν η υποχρέωση του δημάρχου και των 62 δημοτικών συμβούλων (ένας για κάθε νεκρό φοιτητή) να παρελαύνουν κάθε χρόνο, ανήμερα της Αγίας Σχολαστικής, μέχρι την εκκλησία της Παρθένου Μαρίας. Εκεί, ήταν υποχρεωμένοι να παρακολουθούν μια επιμνημόσυνη δέηση και να προσφέρουν από ένα πένυ ο καθένας στο Πανεπιστήμιο ως ένδειξη μετάνοιας. Αυτή η τελετή δεν ήταν μια τυπική υποχρέωση λίγων ετών, αλλά μια ζωντανή υπενθύμιση της ήττας τους που διατηρήθηκε για αιώνες. Οι κάτοικοι της Οξφόρδης αναγκάζονταν να υπομένουν αυτή τη δημόσια ταπείνωση μέχρι το 1825, όταν ο τότε δήμαρχος αρνήθηκε πλέον να συμμετάσχει στη διαδικασία.
Η κληρονομιά μιας διαμάχης αιώνων
Τα γεγονότα της 10ης Φεβρουαρίου 1355 άλλαξαν για πάντα τη σχέση μεταξύ της πόλης και του Πανεπιστημίου. Μετά το μακελειό, το Πανεπιστήμιο απέκτησε απόλυτο έλεγχο πάνω στις αγορές, τις τιμές των τροφίμων και τα ενοίκια της πόλης, εξουσίες που διατήρησε για εκατοντάδες χρόνια. Η Οξφόρδη έγινε μια πόλη όπου οι κάτοικοι ήταν ουσιαστικά πολίτες δεύτερης κατηγορίας μέσα στον ίδιο τους τον τόπο, γεγονός που τροφοδοτούσε την εχθρότητα για γενιές.
Διαβάστε επίσης
Σήμερα, η επέτειος της Αγίας Σχολαστικής δεν εορτάζεται πλέον με αίμα ή ταπεινωτικές παρελάσεις, αλλά παραμένει μια υπενθύμιση του πόσο εύκολα μια μικρή σπίθα μπορεί να προκαλέσει μια κοινωνική ανάφλεξη. Το 1955, στην 600ή επέτειο του γεγονότος, η πόλη και το Πανεπιστήμιο προχώρησαν σε μια συμβολική πράξη συμφιλίωσης, με τον Δήμαρχο να ανακηρύσσεται επίτιμος διδάκτορας και τον Πρύτανη να γίνεται επίτιμος δημότης. Παρά τη συμφιλίωση, η ιστορία της 10ης Φεβρουαρίου 1355 παραμένει το πιο ζωντανό παράδειγμα του πώς ένα ποτήρι «κακιάς μπύρας» και μερικές προσβολές οδήγησαν σε μια από τις πιο αιματηρές σελίδες στην ιστορία της ευρωπαϊκής εκπαίδευσης.






0 ΣΧΟΛΙΑ