Όταν ο Μιχάλης Ρακιντζής συνεργάστηκε απροσδόκητα με τον Ian Gillan, τον θρύλο της ροκ – Η ιστορία του «Get Away»

Ογδόντα χρόνια συμπληρώνονται σήμερα, Τρίτη 19 Αυγούστου, από την ημέρα που ήρθε στη ζωή ένα από τα μεγαλύτερα ινδάλματα της rock, ο Ian Gillan. Για πολλούς Έλληνες, εκτός από ένας αξεπέραστος ροκάς, φέρνει μνήμες από τη συνεργασία του με τον Μιχάλη Ρακιντζή, στο κομμάτι «Get Away» που κυκλοφόρησε το 1992, σαν κεραυνός εν αιθρία στη μικρή μουσική σκηνή της χώρας.
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, που οι πωλήσεις των δίσκων/κασετών είχαν αρχίσει να εκτοξεύονται, πολλοί Έλληνες καλλιτέχνες, στην προσπάθειά τους να κάνουν μια διεθνή καριέρα, θεώρησαν ότι ένας καλός τρόπος ήταν η συνεργασία με κάποιον γνωστό ξένο καλλιτέχνη. Έτσι, οι συνεργασίες Ελλήνων τραγουδιστών με μεγάλα ονόματα της διεθνούς σκηνής δεν ήταν κάτι ασυνήθιστο εκείνη την εποχή. Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, η ελληνική δισκογραφία έκανε όνειρα που ξεπερνούσαν τα ελληνικά σύνορα. Ο Γιώργος Νταλάρας άφηνε για λίγο στην άκρη τα μπουζούκια και στον δίσκο «Latin» (1987) συνεργαζόταν με τον μεγάλο κιθαρίστα Al Di Meola. Πέντε χρόνια μετά, οι Jethro Tull ηχογράφησαν μέρος του album «A Little Light Magic» στην Αθήνα, με συμμετοχή επίσης του Γιώργου Νταλάρα. Το έδαφος έδειχνε στρωμένο. Κανείς δεν κατάφερε όμως να φτάσει το επίτευγμα του Ρακιντζή, που το 1992 έκανε τη μεγάλη έκπληξη με τη συμμετοχή του Ian Gillan των Deep Purple σε τρία τραγούδια του άλμπουμ «Έτσι Μ’ Αρέσει». Ο Μιχάλης Ρακιντζής, εκτός από τον Gillan, συνεργάστηκε και με την Bonnie Tyler γράφοντας τη μουσική του «Desert In Your Heart» («Πεθαίνω Στην Ερημιά»), που το τραγούδησαν μαζί η Bonnie Tyler και η Σοφία Αρβανίτη. Αυτό όμως κανονίστηκε από τη δισκογραφική εταιρία και η Bonnie Tyler διεκπεραίωσε το δικό της κομμάτι ενώ στο βίντεο-κλιπ του τραγουδιού εμφανίζεται σε video-wall, με πλάνα «κονσέρβα». Αντιθέτως, η συνεργασία με τον Gillan, έχει ιδιαίτερη αξία και μια τελείως διαφορετική ιστορία.
Ο Ρακιντζής ήταν ένας superstar, ό,τι έπιανε γινόταν χρυσός. Είχε άγνοια κινδύνου. Από την άλλη, ο Ian Gillan βρισκόταν –όπως οι περισσότεροι frontmen συγκροτημάτων του σκληρού ήχου εκείνης της εποχής– σε μια μεταβατική περίοδο, με το grunge των Nirvana, των Pearl Jam και των Soundgarden να έχει ήδη κάνει την εμφάνισή του σαν οδοστρωτήρας στα charts παγκοσμίως. Το στίγμα του δεινοσαύρου της rock τον πλησίαζε απειλητικά. Είχε λίγο χρόνο να «ξεσκάσει» με κάτι διαφορετικό; Έτσι φαίνεται.
Ναι αλλά πώς έγινε η σύνδεση μεταξύ των δύο, για να ευοδωθεί η συνεργασία; Ο Ρακιντζής μπορεί να μεγάλωσε με τον Gillan και τους Deep Purple και να είχε όνειρο ζωής μια συνεργασία μαζί του(ς), αλλά αυτό ούτε στα βιβλία του Paulo Coelho δεν θα ήταν αρκετό, για να γίνει πράξη. Εκείνες τις ημέρες, ο Gillan ήρθε στην Ελλάδα, άκουσε τυχαία σε ένα εστιατόριο τραγούδια του Μιχάλη, ζήτησε να μάθει περισσότερα κι ο Μάνος Ξυδούς ανέλαβε εκ μέρους της δισκογραφικής να τον φέρει σε επαφή με τον δημιουργό. Τα υπόλοιπα είναι ιστορία που καταγράφηκε στο άλμπουμ «Έτσι Μ’ Αρέσει» και σε τρία τραγούδια του άλμπουμ.
Οι rock νότες του τραγουδιού είναι ένα μικρό σόλο μερικών δευτερολέπτων μιας ηλεκτρικής κιθάρας, και το ανέβασμα της φωνής του Gillan που ξεδιπλώνει ένα μικρό μέρος των δυνατοτήτων της. Παρόλα αυτά, στο ρεφρέν ο Ρακιντζής καταφέρνει να τον σκεπάζει κάπως, επειδή όλα σχεδόν τα τραγούδια του είναι γραμμένα στα μέτρα της δικής του φωνής -ακόμα και αυτά που έγραφε για την Αρβανίτη και τον Βασίλη Καρρά- που δεν είναι η πιο τεχνική, είναι όμως εντελώς χαρακτηριστική.
Οι στίχοι του Γιώργου Γκικοδήμα -μέλος των OPA (Oppressive People Attack) μαζί με τον Γιάννη Ευσταθίου- είναι γραμμένοι στο κλασικό μοτίβο διάφορων ανδρικών ντουέτων, που διεκδικούν μια γυναίκα και θέλουν να ξεφύγουν από αυτό το κομφούζιο -όπως στη συνεργασία του Michael Jackson με τον Paul McCartney. Στο πλαίσιο αυτό, θίγονται θέματα όπως ο έρωτας, η ελευθερία και η συναισθηματική αναταραχή. Υπογραμμίζεται, επίσης, ο αγώνας που επακολουθεί με το να είσαι σε μια τόσο παθιασμένη σχέση. Το τραγούδι μάς διδάσκει ότι ο έρωτας μπορεί να είναι το πιο γλυκό συναίσθημα και ταυτόχρονα το πιο τρομακτικό που έχουμε να αντιμετωπίσουμε.
Οι στίχοι του «Get Away», λοιπόν, είναι δυνατοί και προκαλούν έντονα συναισθήματα στον ακροατή, καθώς εκφράζουν τα αντικρουόμενα συναισθήματα των τραγουδιστών προς μια γυναίκα. Νιώθουν παγιδευμένοι στον έρωτά της, σαν σε φυλακή, ωστόσο επιθυμούν τα χείλη της, το σώμα της και τα αστραφτερά της μάτια. Έχουν επίγνωση του κινδύνου που ενέχει η σχέση καθώς θα τους σπάσει σαν παιχνίδι αν δεν προσέξουν. Οι τραγουδιστές διχάζονται ανάμεσα στην επιθυμία τους να είναι ο άνδρας που εκείνη επιθυμεί και στην ανάγκης τους να απελευθερωθούν. Θέλουν να ξεφύγουν από τη σύγχυση που τους περιβάλλει, αλλά ταυτόχρονα δεν μπορούν να αντισταθούν στον έρωτά της. Νιώθουν ότι πρέπει να είναι δυνατοί για να αντέξουν το συναισθηματικό τρενάκι που συνοδεύει τον έρωτά τους γι’ αυτήν και είναι πρόθυμοι να πληρώσουν το τίμημα γι’ αυτό.
Η ηχογράφηση και η μίξη του τραγουδιού έγινε στο στούντιο Sierra στην Αθήνα. Το «Get Away» έχει στοιχεία rock και ethnic, είναι κάτι που βάζει στο μίξερ την φωνή του Gillan με arabesque ηχοχρώματα και ηλεκτρικές κιθάρες. Ο Μιχάλης Ρακιντζής έπαιξε τη βασική κιθάρα και έκανε την ενορχήστρωση, ενώ ο Ian Gillan έπαιξε φυσαρμόνικα.
«Υπήρχε μία πιθανότητα ένα στο δισεκατομμύριο»
Ο Μιχάλης Ρακιντζής, σε συνέντευξή του στον Κωνσταντίνο Παυλικιάνη, μίλησε για την απροσδόκητη γνωριμία του με τον Ian Gillan, που έμελλε να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα.
Μιχάλης Ρακιντζής: Η προσέγγιση έγινε λίγο παράξενα. Είχε έρθει ο Ian Gillan στην Ελλάδα, είχε ακούσει κάποια δικά μου τραγούδια, κι από κει και μετά μεσολάβησε για τη γνωριμία μας ο Μάνος Ξυδούς, ο οποίος ήταν τότε στην εταιρεία κι είχε μια μεγάλη «ευθύνη» γι’ αυτή τη συνεργασία. Η δουλειά είχε ξεκινήσει με το «I Think I Know», ένα αγγλικό τραγούδι που είχα γράψει εγώ τότε για τα «Ισόβια», και μετά έγινε το «Δεν Πάμε Καλά». Με τον Ian Gillan κάναμε τρεις συναυλίες στην Ελλάδα και κάποια πράγματα στην Αγγλία. Ήταν αρκετή η δόση και μου αρκεί. Μόνο να σου πω ότι όταν πήγαινα στο σχολείο, στις πρώτες τάξεις, και μάθαινα τα πρώτα μου σόλα στην κιθάρα, ο Blackmore ο κιθαρίστας, και γενικά οι Deep Purple μαζί με τους Led Zeppelin και άλλα συγκροτήματα ήταν για μένα πρότυπο. Κι ήταν μεγάλο όνειρο, από κει που πιτσιρικάς κάθεσαι και τους μελετάς να βρεθείς μετά από χρόνια να συνεργάζεσαι μαζί τους. Δεν μιλάμε για έναν άνθρωπο που ήταν εδώ στην Ελλάδα δίπλα σου, οπότε όταν ανεβαίνεις εσύ και γίνεσαι γνωστός είναι πολύ εύκολο να βρεθείς με κάποιον. Μιλάμε για έναν άνθρωπο που υπήρχε μία πιθανότητα ένα στο δισεκατομμύριο, μη σου πω και παραπάνω, να τον συναντήσεις και να βρεθείς στην ίδια σκηνή μαζί του. Ήτανε κάτι πολύ παράξενο.
Διαβάστε επίσης
«Ήταν μια απροσδόκητη συνεργασία»
Ο στιχουργός Γιώργος Γκικοδήμας είχε πει από τη μεριά του (συνέντευξη στον Κωνσταντίνο Παυλικιάνη): Ήταν μια απροσδόκητη συνεργασία, προέκυψε εντελώς ξαφνικά και έπρεπε να το αναλάβω προσωπικά και να καταφέρω το μέγιστο αποτέλεσμα. Ευτυχώς είχα την έμπνευση και έγραψα ένα ντουέτο για δύο άνδρες που διεκδικούν μια γυναίκα που τελικά θα καταστρέψει και τους δύο.
«The woman is mine
She is not your kind
She’ll break you like a toy
And you’ll live too less
Let me take you away from this nightmare
Give me your hand and I’ll make you strong»
Περάσαμε πολύ καλά και με τον Ian και με τον Μιχάλη, έχω να θυμάμαι τα καλύτερα!
«Η πιο ενδιαφέρουσα συνεργασία στην καριέρα μου ήταν αυτή με τον Ian Gillan»
Μιχάλης Ρακιντζής: Η πιο ενδιαφέρουσα συνεργασία στην καριέρα μου ήταν αυτή με τον Ian Gillan. Δεν έγινε προγραμματισμένα, τυχαία ήταν η συμμετοχή του. Η συμμετοχή της Bonnie Tyler στο «Desert In Your Heart» με τη Σοφία Αρβανίτη ήταν προγραμματισμένη. Έκανα μια πρόταση στην εταιρεία της Σοφίας Αρβανίτη, γιατί ήθελα να γράψω ένα ντουέτο για τις Σοφία Αρβανίτη και Bonnie Tyler. Μου λένε:
– Είσαι τρελός, αποκλείεται να δεχτεί!
Εγώ το έγραψα το κομμάτι και τους λέω:
– Στείλτε το κι άμα δεν το δεχτεί, It’s OK!
Απάντησε αμέσως, ήρθε και το τραγούδησε Ακολούθησε η συνεργασία με τον Gillan. Αυτό το βρήκα λίγο πιο ανέλπιστο, πιο καρμικό. Δεν επεδίωξα κάτι σχετικό. Όμως ο Ian Gillan είχε έρθει στην Αθήνα για συναυλία και το βράδυ βγήκε με τους ανθρώπους της δισκογραφικής εταιρείας για να φάνε. Στο εστιατόριο έπαιζε μουσική και μεταξύ των τραγουδιών που ακούστηκαν ήταν και δικά μου, για ένα από αυτά ενδιαφέρθηκε ο Gillan και ζήτησε πληροφορίες. Ο Μάνος Ξυδούς τον έφερε σε επαφή μαζί μου και του πρότεινα να τραγουδήσει στον δίσκο μου ένα τραγούδι. Είχα γράψει τρία τραγούδια και τελικά ηχογράφησε και τα τρία! Είχα ξεκινήσει πιτσιρικάς σαν κιθαρίστας και τα συγκροτήματα που άκουγα ήταν Deep Purple, Black Sabbath, Led Zeppelin, τη βαριά βιομηχανία του rock εκείνης της εποχής. Φυσικά όταν έγινε η γνωριμία μου μαζί του, ειλικρινά αισθάνθηκα υπέροχα. Οι περιπτώσεις για ένα παιδί που μεγαλώνει και έχει σαν ινδάλματα κάποιους μεγάλους rock stars που δίνουν συναυλίες σε όλο τον κόσμο, οι πιθανότητες να δουλέψουν μαζί τους είναι απειροελάχιστες. Κι όμως έγινε κι ειλικρινά είναι μεγάλη τιμή για εμένα και είμαι χαρούμενος γι’ αυτό. Σε προσωπικό επίπεδο είναι ένας καταπληκτικός άνθρωπος, πνευματώδης, πολύ ενημερωμένος με κοινωνική μόρφωση, είναι ανοιχτός, μιλάς μαζί του για πολλά θέματα. Δεν έχει καθόλου αυτό που λέμε «σταριλίκι» κι αυτό μου αρέσει ιδιαίτερα γιατί έτσι θέλω να είναι οι καλλιτέχνες που μου αρέσουν. Η συμμετοχή στον δίσκο μου, ανεξάρτητα τελικά αν έγινε με τρία κομμάτια, ήταν πολύ τιμητική για μένα. Αυτό ήταν crash test για μένα. Στην ίδια σκηνή, στο ίδιο στούντιο, ώρες συνομιλιών και ανταλλαγής απόψεων, ώρες με διασκεδαστικές συζητήσεις και δραστηριότητες, μέρες στην Τζια για τα γυρίσματα του βιντεοκλίπ. Αξέχαστες στιγμές. Το χάρηκα με την ψυχή μου. Ο Gillan είχε έρθει μόνο γι’ αυτό στην Ελλάδα μαζί με τη γυναίκα του. Πήγαμε στην Τζια για καμιά βδομάδα, και εκεί μου δόθηκε η ευκαιρία να τον γνωρίσω καλύτερα. Μέναμε σε διπλανά bungalows και όλο το βράδυ κάναμε ατέλειωτες συζητήσεις. Είχε άπειρα να μου διηγηθεί κι εγώ ήμουν εκεί να τ’ ακούσω από πρώτο χέρι. Ακόμα και σε τηλέφωνα που κάνουμε μέχρι σήμερα, μου θυμίζει εκείνες τις μέρες. Λάτρεψε την Ελλάδα. Για να φανταστείς πόσο καλά περνούσε, ήταν μάλλον η μοναδική φορά που δέχτηκε να τραγουδήσει χωρίς στημένο μικρόφωνο μπροστά του, αλλά και να χορέψει σε ένα video clip. Ένας άλλος συντελεστής ήταν η Βάνα Μπάρμπα που είχε έρθει μαζί μας, αν και είμαι σίγουρος ότι δεν ήξερε ποιος είναι όταν ήρθε. Φοβερή παρουσία είχε κάνει η Βάνα Μπάρμπα, πολύ hot. Γενικά εκείνη η περίοδος ήταν ίσως η πιο ευτυχισμένη της καριέρας μου. Βέβαια, η νοοτροπία και ο τρόπος που έκαναν τα γυρίσματα του κλιπ ήταν σαν τουριστικός οδηγός. Το video δεν έβγαλε αυτό που θέλαμε να βγάλουμε, το τραγούδι είχε μια συγκεκριμένη παρουσίαση η οποία δεν βγήκε. Ίσως και να αγνοήθηκε. Τους πήρα τηλέφωνο στην Αθήνα και τους είπα να έρθουν στην Τζια γιατί το κλιπ θα έβγαινε μαλακία. Άρχισαν πάλι τα «σ’ έπιασαν οι παραξενιές σου» κλπ., αλλά το αποτέλεσμα ήταν να μην το δεχτεί το MTV γιατί ήταν πολύ τουριστικό. Είχα δίκιο, αλλά πού να το έβρισκα. Δεν έχει σημασία, από αυτή τη συνεργασία έχει μείνει όχι μόνο ο δίσκος αλλά και video. Για εμένα εκείνες τις μέρες ήταν σαν σχολική εκδρομή. Είχε έρθει ο Gillan με τη γυναίκα του, Bron, και την κόρη του που ήταν τότε 8-9 ετών. Όταν την άκουσα να τραγουδάει δεν είχα ακούσει άλλο παιδάκι να τραγουδάει τόσο όμορφα, άρτια! Με τους δικούς μας τους μουσικούς είχαμε γίνει μια παρέα και έπεσε πολύ γέλιο. Σε τέτοιες περιπτώσεις, καλοκαίρι, όλα χαλαρά… Ο Τέρρυ Μαυρίδης στο μπάσο, ο Μάνος Μανουσέλης κιθάρα, ο Marc Cross τύμπανα, μουσικοί που πραγματικά έκαναν μεγάλη εντύπωση στον Gillan, γιατί παίζοντας και κάποια κομμάτια των Deep Purple ξέρεις ότι είναι μεγάλη πρόκληση. Τα παιδιά ήταν κι είναι καλοί μουσικοί και οι καλύτεροι για το είδος εκείνης της εποχής.
Οι πωλήσεις ξεπέρασαν τα 60.000 αντίτυπα
Τόσο το maxi single «Get Away» όσο και το album «Έτσι Μ’ Αρέσει» κυκλοφόρησαν σε CD και σε βινύλιο, καθώς το CD δεν είχε ακόμα πλήρως καθιερωθεί και για ένα διάστημα οι κυκλοφορίες γινόντουσαν και στα δύο format με την κασέτα να εξαφανίζεται. Το δε maxi single και στις δύο εκδόσεις (CD και βινύλιο) περιέχει δύο εκδοχές του τραγουδιού: τη Single version και την Club version. Αξίζει πάντως να τονίσουμε πως η συνεργασία των δύο καλλιτεχνών εκείνη την εποχή μεταφράστηκε σε θρίαμβο: το maxi single και το άλμπουμ ανακηρύχθηκαν πλατινένια, με τα δεδομένα εκείνης της εποχής. Τουτέστιν, ξεπέρασαν σε πωλήσεις τα 60.000 αντίτυπα.
Το αποκορύφωμα όμως είναι το βίντεο-κλιπ, που είναι πιο γραφικό και από ηλιοβασίλεμα της Σαντορίνης ή μάλλον της Τζιας (Κέας), όπου έγιναν και τα γυρίσματα, στο σπίτι της Βούλας Καμβύση, που εργαζόταν στο τμήμα ξένου ρεπερτορίου της EMI. Το φολκλόρ των Κυκλάδων και του Αιγαίου δένει διαλεκτικά, ως αντίθεση, με τον ethnic ήχο του τραγουδιού. Στερεότυπα ερωτική η παρουσία της Βάνας Μπάρμπα. Μάλιστα υπήρξαν και σχόλια από τους πληγωμένους οπαδούς του Gillan πως ο Ian ήρθε γιατί του υποσχέθηκαν ως αντάλλαγμα τη Βάνα. Η οποία στην πραγματικότητα συνεχίζει το ρόλο της απ’ το «Mediterraneo» κι ουσιαστικά πρωταγωνιστεί σε ένα βίντεο κλιπ που είναι οπτική ωδή στις καμπύλες και τη σεξουαλικότητά της, με φόντο το γαλάζιο του Αιγαίου -πολύ πριν ξενερώσει το σύμπαν με την… πολιτική της καριέρα. Η Βάνα στα μαύρα με ένα ανεμίζον φουλάρι, η Βάνα με λευκά σεντόνια, η Βάνα παίζει κυνηγητό με την κάμερα, η Βάνα τρέχει μακριά «from all this confusion» (ας θυμηθούμε για ποια εποχή μιλάμε και την ιδεολογική σύγχυση της εποχής, εντοπίζοντας ίσως ένα κρυμμένο πολιτικό σχόλιο). Η Βάνα γελάει σαν σε διαφήμιση μπύρας, η Βάνα δακρύζει μελαγχολικά, προβληματισμένη -μπορεί να είμαστε στη happy δεκαετία του 1990, αλλά δεν παύουν να δίνουν τον τόνο οι ανατροπές της προηγούμενης τριετίας. Και δεν έχουμε καν κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ -με το οποίο κατέβηκε αργότερα υποψήφια η Μπάρμπα, καθώς είμαστε στο 1992.
Η ιστορία όμως έχει κι άλλα κεφάλαια. Η συνέχεια δόθηκε με την εμφάνιση του Gillan σε δύο συναυλίες του Ρακιντζή, στις 28 Αυγούστου 1992 στην Τούμπα (Θεσσαλονίκη) και την 1η Σεπτεμβρίου στη Λεωφόρο (για να το πιστέψουν κι οι πλέον δύσπιστοι Θωμάδες), με χαλαρή, σχεδόν τουριστική περιβολή και σήμα κατατεθέν τη μακριά του κόμη. Ο Ρακιντζής διηγείται μάλιστα ένα περιστατικό στη Θεσσαλονίκη, με πρωταγωνιστή έναν περίεργο τύπο που ρωτούσε «ποιος είναι αυτός ο Γκίλας;» -sic- και όταν του τον έδειξαν, πήγε και τον ρώτησε γιατί κολλάει τις αφίσες του πάνω σε αυτές του Βοσκόπουλου…
Μιχάλης Ρακιντζής: Ένα περιστατικό που θυμάμαι είναι όταν παίζαμε στη Θεσσαλονίκη. Έστηναν τα μηχανήματα για τη συναυλία στο γήπεδο της Τούμπας. Εμείς ήμασταν με τον Gillan στο κέντρο του γηπέδου και μπαίνει ένας κύριος έξαλλος, πολύ ιδιαίτερος τύπος και όπως είμαστε εκεί εγώ με τα παιδιά μαλλιάδες και τα λοιπά, μας βλέπει κι έρχεται και ρωτάει:
– Ποιος είναι ο Γκίλας;
Μόλις το ακούσαμε εμείς, καταλάβαμε ότι εδώ έχει ψωμί, θα πέσει γέλιο. Του δείχνουμε ποιος είναι ο Γκίλας, πηγαίνει και τον ρωτάει:
– Εσύ είσαι ο Γκίλας; Γιατί κολλάς τις αφίσες σου πάνω σ’ αυτές του Βοσκόπουλου;
Αρχίζει να του τα ψάλλει και να του λέει πράγματα… πού να καταλάβει βέβαια ο Gillan το οτιδήποτε; Με φώναξε να του μεταφράσω. Του λέω:
– Βγάλ’ τα πέρα μόνος σου!
— — —
Στην Ελλάδα, όπως συμβαίνει πάντα σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, ο Ρακιντζής, τολμώ να γράψω ότι λοιδορήθηκε από κάποιους. Η ανάγνωση των σχολίων στο «Get Away» είναι μια ξεχωριστή απόλαυση, με τους σκληροπυρηνικούς ροκάδες να μην μπορούν να χωνέψουν τη συνεργασία ενός δικού τους ινδάλματος με έναν «καρεκλά» και να ταυτίζονται κάπως με το ρεφρέν –«I wanna get away from all this confusion»- στήνοντας καβγά με τους οπαδούς του Ρακιντζή, για τους οποίους ο Μιχαλάκης είναι κορυφή στο είδος του, κάπως σαν τον Michael Jackson και τον Michael Jordan, και θεωρούν πως γεννήθηκε σε λάθος χώρα και είναι χρόνια μπροστά από την εποχή του.
Εξίσου κωμικά είναι διάφορα νοσταλγικά σχόλια για τη χαμένη Ατλαντίδα των αθώων εποχών των παιδικών-νεανικών μας χρόνων, που είναι ζήτημα αν πραγματικά υπήρξαν -όπως και η Ατλαντίδα άλλωστε- και τα αλέθουν όλα στο καλό το μπλέντερ. Τότε που κοιμόμασταν κάτω από τα αστέρια, δεν είχαμε κινητά και Facebook, δεν είχαμε αλλοτριωθεί, όπως η σημερινή νεολαία. Αχ… Δεν ξαναβγαίνουν τέτοια τραγούδια.
Πάντως, ο ίδιος ο Gillan όχι μόνο δεν μετάνιωσε για την επιλογή του, αλλά συμπεριέλαβε το τραγούδι σε ένα διπλό άλμπουμ για φιλανθρωπικούς σκοπούς με τις κορυφαίες συνεργασίες που είχε, το «Who Cares» (2012). Ήταν η πρώτη φορά που το «Get Away» συμπεριλήφθηκε σε άλμπουμ του Ian Gillan.
Μιχάλης Ρακιντζής: Ο Gillan έχει κάνει πολλές συνεργασίες με πολύ γνωστούς καλλιτέχνες κι όταν φιλοξενήθηκα σπίτι του στην Αγγλία είχα την ευκαιρία ν’ ακούσω ατέλειωτες συνεργασίες του με άλλους καλλιτέχνες απ’ όλο τον κόσμο. Αφού στο «Who Cares» συμπεριέλαβε το «Get Away», είναι για μένα μεγάλη τιμή και μάλιστα σε έναν δίσκο που συμμετέχει όλη η βαριά βιομηχανία του rock. Όλα τα έσοδα από τις πωλήσεις αυτού του άλμπουμ προσφέρονται στην Αρμενία για να χτιστεί ένα σχολείο. Κυκλοφορεί παντού κι είναι πολύ σημαντικό και τιμητικό για έναν Έλληνα καλλιτέχνη, που έχει αγαπήσει τη rock κι έχει παλέψει γι’ αυτή σε εποχές άγριες.
— — —
Σήμερα το CD single του «Get Away» θεωρείται συλλεκτικό και έχει γίνει ανάρπαστο για τους συλλέκτες του είδους στην Ιαπωνία. Συμπέρασμα: δε βγαίνουν πια τέτοιες καλλιτεχνικές συνεργασίες…
Μιχάλης Ρακιντζής: Γνωρίζω ότι κάποιες κυκλοφορίες που λείπουν από την αγορά είναι πολύ ακριβές, λυπάμαι που δεν υπήρξαν επανεκδόσεις, θα μπορούσαν να επανακυκλοφορήσουν από την εταιρεία.
— — —
Η συνεργασία του Μιχάλη Ρακιντζή με τον Gillan –σε στίχους του Γιώργου Γκικοδήμα των OPA– έχει μέχρι σήμερα φανατικούς φίλους και εχθρούς.
Πηγές: Συνεντεύξεις του Μιχάλη Ρακιντζή και του Γιώργου Γκικοδήμα στον Κωνσταντίνο Παυλικιάνη, Μαρμάγκα (24/07/2014), One Man (2014), Rock Machine (10/02/2017), Κατιούσα (19/08/2019), Arcadia Spirit (29/03/2021), Μικροπράγματα (19/08/2021), ΕΡΤ «Πρωίαν Σε Είδον Τη Μεσημβρίαν» (13/12/2022), Discogs, Sonic Hits






0 ΣΧΟΛΙΑ