«Με τα μάτια κλειστά»: Πώς δημιουργήθηκε ένα από τα πιο όμορφα τραγούδια της Γιώτας Νέγκα

Η Γιώτα Νέγκα γεννήθηκε στην Αθήνα σαν σήμερα, στις 31 Αυγούστου 1964 και μεγάλωσε στο Αιγάλεω. Το πατρικό της επώνυμο είναι Τσεγρένη και από νωρίς έδειξε την αγάπη της για το τραγούδι, που αργότερα την καθιέρωσε ως μία από τις σημαντικότερες φωνές της ελληνικής λαϊκής και έντεχνης μουσικής σκηνής.
Οι μεγάλες επιτυχίες
Η πρώτη της μεγάλη επιτυχία ήρθε το 2003 με το cd single «Με τα μάτια κλειστά», σε μουσική και στίχους του Παναγιώτη Καλαντζόπουλου. Ακολούθησε ο πρώτος προσωπικός της δίσκος «Το βέλος» (2004), με τραγούδια του Βαγγέλη Κορακάκη, ενώ το 2007 κυκλοφόρησε το άλμπουμ «Έχω άνθρωπο», σε στίχους Θοδωρή Γκόνη και μουσική Κώστα Λειβαδά, με το ομώνυμο τραγούδι να ξεχωρίζει ιδιαίτερα. Το 2014 συνεργάστηκε με τον Θέμη Καραμουρατίδη και τον στιχουργό Γεράσιμο Ευαγγελάτο στον δίσκο «Καινούριο Φιλί», ενώ το 2015 ακολούθησε ο «Τελευταίος Εαυτός», συνεχίζοντας τη δημιουργική τους σύμπραξη.
Στα τέλη του 2017 ξεκίνησε τη συνεργασία της με την Panik Entertainment Group, εγκαινιάζοντάς την με το single «Ήταν Μαζί Σου». Λίγο αργότερα ήρθε το «Οξυγόνο», σε μουσική Νίκου Μερτζάνου και στίχους Νίκου Μωραΐτη, το οποίο αγαπήθηκε αμέσως από το κοινό και έγινε ένα από τα πιο πολυπαιγμένα έντεχνα τραγούδια στο ραδιόφωνο. Στην ίδια δημιουργική πορεία εντάσσονται και τα τραγούδια «Βρες Μου Έναν Άλλο» και «Δυο Νησιά», που συνέχισαν να αναδεικνύουν τη χαρακτηριστική ερμηνεία της.
Με την ιδιαίτερη χροιά της φωνής της και την εκφραστικότητα που τη διακρίνει, η Γιώτα Νέγκα έχει κερδίσει μια ξεχωριστή θέση στο ελληνικό τραγούδι, γεφυρώνοντας το λαϊκό με το έντεχνο ρεπερτόριο.
Το τραγούδι «Με τα μάτια κλειστά»
Το τραγούδι «Με τα μάτια κλειστά», με μουσική και στίχους του Παναγιώτη Καλαντζόπουλου, περιλαμβάνεται στο ομώνυμο άλμπουμ που κυκλοφόρησε το 2003 και πρόκειται για ένα από τα πιο χαρακτηριστικά τραγούδια της Γιώτας Νέγκα. Ο Παναγιώτης Καλαντζόπουλος, μίλησε στον Κωνσταντίνο Παυλικιάνη για τη δημιουργία του τραγουδιού, αποκαλύπτοντας το πώς γεννήθηκε η ιδέα και η μελωδία του.
Πιο συγκεκριμένα, ανέφερε: Το «Με Τα Μάτια Κλειστά» γράφτηκε σε δύο φάσεις. Γράφτηκε πρώτα η μουσική, σχεδόν μονοκοντυλιά, ένα βράδυ που ήμουν με νεύρα γιατί πήρα τηλέφωνο έναν σκηνοθέτη, και τον ρώτησα αν θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω ένα κομμάτι μου που είχε περάσει φόντο σε μία σκηνή, να το χρησιμοποιήσω για μια σκηνή με μια μαφιόζικη κηδεία στο «Εσύ Αποφασίζεις», το 1996 περίπου. Τον πήρα τηλέφωνο, και του είπα:
– Έχω ένα βαλς εκεί, μπορώ να το χρησιμοποιήσω;
– Όχι!
Θα μπορούσα και να μην ρωτήσω. Δικό μου ήταν τέλος πάντων, αλλά μου είπε όχι, τον ευχαριστώ γι’ αυτό -ο Βασίλης Κεσίσογλου ήταν αυτός- γιατί με το που με στρίμωξε αυτό το «όχι», ήταν η ώρα 11 το βράδυ, είπα: «Ωχ, τώρα δεν θα πάω για ύπνο». Το πρωί έπρεπε να παραδώσω. Κι έκατσα από τις 11 μέχρι τη 1. Έστησα ένα αργό, μπαγιό το λένε σαν ρυθμό, μ’ αυτά τα ακόρντα που δεν ξέρω πως βγήκανε, δεν θυμάμαι καθόλου, κι έγραψα αυτή τη μελωδία μ’ ένα νταούλι και δύο ακορντεόν. Αυτό ήταν όλο. Και το πήγα, έπαιξε στην ταινία, αλλά ήξερα ότι αυτό ήταν ένα ιδιαίτερο κομμάτι. Το κράτησα λίγο, δεν μίλησα, δεν το έπαιξα πουθενά κι έλεγα ότι κάποτε θα του βάλω λόγια. Τέσσερα χρόνια μετά, γύρω στο 2000, προσπαθούσα να κρύψω έναν εξωσυζυγικό έρωτα. Ήταν καθαρός, πολύ καθαρός, ξεκίνησε και τέλειωσε μ’ ένα αίσθημα. Δεν έφτασε στην απιστία, να το πω έτσι. Θα μπορούσαν να γίνουν πάρα πολλά αλλά έμεινε στο ανέφικτο για κάποιο λόγο. Έγραψα αυτό το κομμάτι για να κρύψω αυτή την ιστορία. Η πρώτη εκτέλεση ήταν σ’ ένα demo -το έχω αυτό το demo- είχε ένα ωραίο και περίεργο άρπισμα, το τραγουδούσα εγώ και, όταν το τελείωνα, το πρόσωπο στο οποίο αναφέρομαι ήρθε επίσκεψη. Περίεργο. Την άλλη μέρα πήρα τον Δαβαράκη και του λέω:
– Θέλω οπωσδήποτε να σου βάλω κάτι ν’ ακούσεις.
Κατέβηκα κάτω στο Μαράσλειο, του το ‘βαλα στο κασετόφωνο του αυτοκίνητου και με πήρε αγκαλιά και μου είπε:
– Έγραψες το πρώτο σου αριστούργημα!
Τον χρόνο που ακολούθησε, δηλαδή το 2001, το πήρα και το πήγα σε διάφορους επώνυμους τραγουδιστές, στην Ελευθερία, στον Αλκίνοο, και δεν ξέρω, δεν του δώσανε σημασία; Δεν το καταλάβανε; Και μ’ έναν τρόπο τούς είμαι κι ευγνώμων γιατί το τραγούδι αυτό περίμενε τη Γιώτα Νέγκα. Έπρεπε να το πει η Γιώτα. Το ‘χα δοκιμάσει και με τη Μελίνα Ασλανίδου, που είναι πολύ καλή τραγουδίστρια, στη Θεσσαλονίκη τότε, πριν κάνει επιτυχία. Την είχα δει στο Μύλο, είχαμε ανέβει για το Φεστιβάλ, κάπου πρέπει να υπάρχει ένα MiniDV στο οποίο το λέει, σ’ ένα δωμάτιο ξενοδοχείου με μία κιθάρα. Δεν προχώρησαν όλα αυτά για κάποιο λόγο, καμιά φορά και για κανένα λόγο, απλά χανόμαστε σ’ αυτές τις δουλειές, και όταν γνώρισα τη Γιώτα σ’ εκείνη την περίφημη οντισιόν που είχαμε κάνει όταν στήναμε το «Cantini» με την Ευανθία [Ρεμπούτσικα], την πρώτη και μοναδική οντισιόν -είχε περάσει πάρα πολύς κόσμος απ’ αυτό- της είπα τότε να περάσει από την παράσταση που κάναμε στου Ψυρρή με την Έλλη Πασπαλά, με μια πολύ ωραία μπάντα. Ήταν ο Γιάννης Φιλιπποπουλίτης (πιάνο), ο Παντελής Στόικος (τρομπέτα), ο Νίκος Παπαβρανούσης (τύμπανα) και ο Φέγκους Κάρρυ (κοντραμπάσο), δηλαδή όλοι αυτοί που παίξανε μετά και στην ηχογράφηση. Και της είπα αν μπορεί να έρχεται κάθε βράδυ -τότε παίζαμε πενθήμερο- και να λέει αυτό το κομμάτι. Έχω κάπου την πρώτη-δεύτερη φορά που το λέει η Γιώτα σ’ αυτόν το χώρο. Ήταν ένας πολύ ωραίος χώρος στου Ψυρρή -δεν υπάρχει πια, έγινε εστιατόριο- και ερχότανε και μ’ αυτό το κομμάτι σχεδόν έκλεβε την παράσταση. Θέλω να πω, απ’ την πρώτη στιγμή έκανε εντύπωση.
Σ’ αυτή την εκτέλεση που έχω, είναι όλα τα στοιχεία στην ηχογράφηση που κάναμε το 2003, μόνο που είναι άγουρα. Και η τρομπέτα του Στόικου και τα παιξίματα τα δικά μου… αλλά τα στοιχεία είναι όλα εκεί. Το παίξαμε μετά στις Γραμμές μία σεζόν, δεν είχε ηχογραφηθεί, ωρίμασε -τότε ήμασταν με τον Βασσάλο στο μπάσο, πάλι ο Στόικος, πάλι ο Παπαβρανούσης, πάλι ο Φιλιπποπουλίτης- και το έλεγε κάθε βράδυ η Γιώτα και γινόταν χαμός. Μου το ζητήσαν για κάτι σειρές, είπα όχι, ήξερα ότι έχω κάτι που είναι πραγματικά πρώτης τάξεως και μετά απ’ αυτές τις παραστάσεις μαζευτήκαμε μια μέρα στο στούντιο που είχα τότε στην Αγία Παρασκευή, το παίξαμε, γράψαμε τη βάση και μετά με τη Γιώτα κάναμε 40-50 κανάλια φωνές. Δεν τα ‘χω πια νομίζω αυτά. Χαθήκανε. Κάναμε άπειρες ώρες με τη Γιώτα ήταν κι η πρώτη της φορά στο στούντιο, μετά ήρθε ο Στόικος αρκετή δουλειά στην τρομπέτα, πολύ ξεσκαρτάρισμα, πολύ πήγαινε-έλα… Τέλος πάντων, το περιποιήθηκα σαν να ήμουν χρυσοχόος. Ήθελα να το φέρω στα 24 καράτια όσο μπορούσα…






0 ΣΧΟΛΙΑ