ΑΡΧΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΜΟΥΣΙΚΗ

Η απίστευτη ιστορία πίσω από το τραγούδι «Απόψε θέλω να πιω» της Χαρούλας Αλεξίου

Η απίστευτη ιστορία πίσω από το τραγούδι «Απόψε θέλω να πιω» της Χαρούλας Αλεξίου
Η Χαρούλα Αλεξίου / Φωτογραφία Eurokinissi
Athensmagazine Ορίστε μας ως προτεινόμενη πηγή ειδήσεων στο Google

Από κάθε τραγούδι αυτό που φτάνει στον ακροατή είναι κάποιοι στίχοι πλαισιωμένοι από μια μελωδία. Τις περισσότερες φορές, όμως, κρύβεται κάτι πολύ βαθύτερο από πίσω. Ιστορίες που έγιναν λέξεις σε χαρτί ή… σε χαρτοπετσέτα -θα καταλάβετε στην πορεία. Πόσοι άραγε θα πίστευαν ότι ένα βαρύ λαϊκό κομμάτι όπως το «Απόψε θέλω να πιω» της Χαρούλας Αλεξίου είναι γραμμένο από μια νεαρή γυναίκα; Αυτό αναρωτήθηκε και ο σπουδαίος Αντώνης Βαρδής όταν παρέλαβε τους στίχους της, ώστε να γράψει τη μουσική.

Το Athensmagazine επικοινώνησε με τον Κωνσταντίνο Παυλικιάνη, τον άνθρωπο που έχει καταγράψει μέχρι σήμερα 450 ιστορίες και ήρθε σε επαφή με τη στιχουργό Σοφία Αργυροπούλου, η οποία του άνοιξε την καρδιά της για το πώς έγραψε το θρυλικό αυτό τραγούδι, τη συνεργασία της με τον Αντώνη Βαρδή αλλά και πώς κατέληξε να το τραγουδήσει η Χαρούλα Αλεξίου. Η ιστορία, όπως εκτυλίχθηκε δύο και πλέον δεκαετίες πίσω, θα σας κρατήσει το ενδιαφέρον αμείωτο.

«Το “Απόψε Θέλω Να Πιω” είναι η ζωή μου σε 76 λέξεις»

Σοφία Αργυροπούλου: Το τραγούδι βγήκε το 2003, όμως ο στίχος γράφτηκε 9 Νοεμβρίου του 2000. Είναι του Αγίου Νεκταρίου -το αναφέρω γιατί είναι ένας από τους δύο προστάτες μου ο Άγιος Νεκτάριος- κι έχει επέλθει, μήνες πριν, μία ανατροπή στην προσωπική μου ζωή. Είχα ένα διαζύγιο. Θέλω να ξεκαθαρίσω ότι το «Απόψε Θέλω Να Πιω» μπορεί να έχει βραβευτεί δύο φορές στο Chart Show ως το No 1 τραγούδι χωρισμού των τελευταίων 30 ετών -βασικά είναι ένα τραγούδι που κάθε ακροατής το ταυτίζει όπως θέλει να το ταυτίσει, με το δικό του βίωμα- εγώ, όμως, δεν το έγραψα ντε και καλά για τον χωρισμό μου. Δεν το έγραψα για το άλλο άτομο. Είναι προσωπικό μου τραγούδι, είναι η ζωή μου σε 76 λέξεις -το μοιρολόι της ψυχής μου- και έχει να κάνει καθαρά με μένα, με τα όνειρά μου, με τις θυσίες μου, τους αγώνες μου, τα θέλω μου, τις απογοητεύσεις μου, με τα δάκρυά μου, με τον πόνο μου, με τα πάντα. Εκείνο το διάστημα δεν ήμουν καλά, αν και ήταν δική μου απόφαση το διαζύγιο. Είμαι σ’ ένα ξενοδοχείο στην Αθήνα, έχοντας τα πράγματά μου σε βαλίτσες, σε κουτιά κ.λπ., και θυμάμαι χαρακτηριστικά να δίνω μια γροθιά στις κούτες ή στον τοίχο και να λέω τη φράση «Απόψε θέλω να πιω». Χωρίς να το σκεφτώ, πήρα μόνο λεφτά μαζί μου, πήγα σ’ ένα club στο οποίο έπαιζε ελληνική μουσική κι έκατσα στην μπάρα. Ο μπάρμαν, ένα εξαίρετο παιδί, που με πρόσεξε εκείνο το βράδυ -όλο το μαγαζί με πρόσεξε γιατί έκανα μπαμ από μακριά ότι δεν ήμουνα καλά- λεγόταν Μιχαήλ Άγγελος, γιόρταζε την προηγούμενη μέρα. Εγώ άρχισα να πίνω και κερνούσε και ο Μιχάλης για τη γιορτή του. Ο DJ λεγόταν Νεκτάριος και γιόρταζε την ημέρα που πήγα, οπότε κερνούσε κι αυτός. Τέλος πάντων, είμαι σε μια φάση που πίνω αλλά είμαι νηφάλια ακόμα. Κάποια στιγμή, κάνω νόημα στον Μιχάλη κι ο Μιχάλης νομίζει ότι θέλω κι άλλο ποτό και τον πιάνω έτσι από την μπλούζα, για να τον φέρω κοντά μου ν’ ακούσει, και του λέω:

– Δεν θέλω ποτό! Θέλω να μου φέρεις τώρα χαρτί και στυλό!

Σχεδόν τον διέταξα γιατί ένιωθα εκείνη την στιγμή, αν μπορώ να με περιγράψω, σαν ένα ηφαίστειο που είναι έτοιμο να εκραγεί και έπρεπε να βγάλει από μέσα του κάτι, αλλιώς θα σκάσει. Ο Μιχάλης είχε πάρα πολλή δουλειά εκείνη την στιγμή και μου λέει:

– Πού να σου βρω τώρα στυλό και χαρτί;

– Θέλω χαρτί και στυλό τώρα!

Η στιχουργός Σοφία Αργυροπούλου / Φωτογραφία Facebook

«Κρατούσα στο δεξί μου χέρι το στυλό, στο αριστερό το ποτό και το τσιγάρο»

Τέλος πάντων, μου δίνει ένα στυλό και στα πρόχειρα -ό,τι βρήκε μπροστά του- αντί να μου βρει κάποιο χαρτί, μου δίνει μια χαρτοπετσέτα. Και τότε συνέβη το εξής: κρατούσα στο δεξί μου χέρι το στυλό, στο αριστερό το ποτό και το τσιγάρο, κι αν μ’ έβλεπε κάποιος άνθρωπος εκείνη την στιγμή ήταν σαν να έκανα αντιγραφή. Δηλαδή έγραφα, έγραφα, έγραφα, τα δάκρυά μου πέφτανε πάνω στη χαρτοπετσέτα, η οποία είχε μουσκέψει, και θυμάμαι έντονα, επειδή πόσο χώρο να έχει μία χαρτοπετσέτα, το τρίτο κουπλέ του «Απόψε Θέλω Να Πιω» -που όλο το λατρεύω αλλά έχω μια ιδιαίτερη αδυναμία στο τρίτο κουπλέ, ίσως επειδή γεννήθηκε έτσι- είναι γραμμένο στην αριστερή μου παλάμη. Δηλαδή, με το δεξί μου χέρι έγραφα στο αριστερό γιατί δεν μ’ έβγαζε η χαρτοπετσέτα. Όταν πήγα στο ξενοδοχείο, καθαρόγραψα αυτό που είχα γράψει -δεν μπορούσα να καταλάβω τότε αυτό που είχε συμβεί εκείνη την ώρα, έτσι όπως ήμουν πιωμένη- και την άλλη μέρα κατάλαβα ότι «ωχ, εδώ κάτι έκανα, κάτι πολύ μεγάλο, πολύ δυνατό». Απ’ το 2000 μέχρι το 2002, το πήγαινα παντού επειδή αυτό που είναι γραμμένο στο χαρτί το ένιωθα σαν ωρολογιακή βόμβα στα χέρια μου. Είχε τέτοια δυναμική ο στίχος, που το καταλάβαινα κι εγώ που το είχα γράψει και το έσερνα στο πορτοφόλι μου, να φανταστείς. Ήταν ο μόνος στίχος που είχα μαζί μου σαν φυλαχτό. Από τότε, λοιπόν, όπου πήγαινα και δειγμάτιζα στίχους μου, πήγαινα και το «Απόψε Θέλω Να Πιω». Κανένας δεν το απέρριψε γιατί, πολύ απλά, δεν το είχαν διαβάσει. Ερχόμαστε στο 2002. Να πω εδώ ότι ο Αντώνης Βαρδής ήταν για μένα ό,τι ήταν ο Καζαντζίδης για τον μπαμπά μου. Τον θαύμαζα από μικρή. Είχα πάει σε κάποιες συναυλίες και σε μαγαζί, δεν είχε τύχει όμως κάποια προσωπική επαφή, πριβέ δηλαδή, να τον συναντήσω. Παρακολουθούσα τα άπαντα που είχαν να κάνουν με τον Αντώνη, λόγω του ότι ήταν το είδωλό μου, και κάποτε, αν θυμάσαι, που ήταν στην Warner Music, είχε δώσει μια συνέντευξη και ο δημοσιογράφος τον ρωτά:

– Κύριε Βαρδή, δίνετε συμβουλές σε νέα παιδιά; Αν ένα νέο παιδί έχει ένα ταλέντο ή στον στίχο ή στη μουσική ή στο τραγούδι ή σε οτιδήποτε, μπορεί να σας προσεγγίσει να του δώσετε τα φώτα σας; Κι αν ναι, με ποιον τρόπο;

Και τότε έδωσε νομίζω τη διεύθυνση της δισκογραφικής εταιρείας, θα σε γελάσω, οπότε εγώ το σημειώνω αμέσως και του στέλνω σ’ έναν φάκελο πάρα πολλούς στίχους μου κι ένα δισέλιδο γράμμα -που μου το έλεγε μέχρι που έφυγε από τη ζωή ότι τον είχε «τσακίσει» γιατί έλεγα να ρίξει λίγο φως μες στο σκοτάδι μου και να μου πει αν αυτά που γράφω αξίζουν. Κάποια στιγμή με πήρε τηλέφωνο και μου έδωσε μία συμβουλή:

– Κορίτσι μου, όταν στέλνεις στίχους σου, μην στέλνεις τόσους πολλούς γιατί χάνουμε λίγο την μπάλα κι εμείς οι συνθέτες! Όποιος είναι έμπειρος, μπορεί με 2-3 να καταλάβει αν αυτά που γράφεις αξίζουν.

Με πήρε τηλέφωνο, λοιπόν, μου έδωσε κάποιες συμβουλές, μου είπε ότι γράφω υπέροχα, μου είπε και το τιμητικό ότι ο τρόπος γραφής μου ταυτίζεται με τον δικό του και μου λέει:

– Κάποια στιγμή, ελπίζω να τα πούμε κι από κοντά και -γιατί όχι;- να συνεργαστούμε.

Και το αφήσαμε έτσι. Το 2002, λοιπόν, είναι ο Αντώνης στην κριτική επιτροπή του Fame Story, είμαι εγώ προϊσταμένη στα Flocafé της Νέας Φιλαδέλφειας και σε κάποια φάση έρχεται ένα παιδί από το προσωπικό και μου λέει:

– Κυρία Σοφία, είναι εδώ ο Αντώνης Βαρδής και θέλει τον υπεύθυνο!

Εγώ, όπως καταλαβαίνεις, τρελάθηκα. Δεν το περίμενα.

Όντως, τον πλησιάζω με μεγάλη μου χαρά, είχε πονοκέφαλο κι ήθελε ένα παυσίπονο, γι’ αυτό ζητούσε τον υπεύθυνο. Του θύμισα την τηλεφωνική μας επικοινωνία, του είπα ποια είμαι και, προς έκπληξή μου μεγάλη και χαρά, με θυμήθηκε και μου λέει:

– Κοίτα πώς τα φέρνει η ζωή. Λοιπόν, άκου! Θα πάρεις την ταχυδρομική μου θυρίδα και θα βάλεις έναν φάκελο. Μην βάλεις πάλι εκατό! Βάλε τέσσερα-πέντε στιχάκια και θα μου τα στείλεις.

Δεν κοιμήθηκα εκείνο το βράδυ, όπως καταλαβαίνεις. Πάλι δεν τον άκουσα κι αντί για πέντε έβαλα εννιά. Ο εννέα είναι ο ένας από τους δύο καρμικούς μου αριθμούς, γιατί 9/9 έχω γεννηθεί, και έβαλα το No 9 στο «Απόψε Θέλω Να Πιω» για να έχει τον αριθμό τον καρμικό μου. Το στέλνω στην ταχυδρομική του θυρίδα, όπως μου είπε, και, αμέσως μόλις τα έλαβε, με παίρνει τηλέφωνο και μου λέει:

– Σοφούλα μου, τα διάβασα όλα. Είναι καταπληκτικά αλλά, ρε κορίτσι μου, εκείνο το Νο 9, με τίτλο «Απόψε Θέλω Να Πιω», τι διαμάντι είναι αυτό που έγραψες! Σ’ αυτό μού έδωσες έμπνευση και θα βάλω μουσική! Σ’ αφήνω τώρα!

«Έβαλα το No 9 στο "Απόψε Θέλω Να Πιω" για να έχει τον αριθμό τον καρμικό μου» / Φωτογραφία Facebook

Η αποκάλυψη για τον Αντώνη Βαρδή και η ανατροπή

Και μου κλείνει εσπευσμένα το τηλέφωνο, με την καλή έννοια. Σου δίνει την εντύπωση ότι «πάω να το γράψω κιόλας». Και με παίρνει τηλέφωνο μετά από λίγο διάστημα και μου λέει ότι όντως έχει βάλει μουσική στο «Απόψε Θέλω Να Πιω» και μου λέει και το νέο -που δεν το ξέρει ο κόσμος- ότι αρχικά ήταν να το ερμηνεύσει ο ίδιος. Μου λέει:

– Έβαλα μουσική στο «Απόψε Θέλω Να Πιω» και θα το τραγουδήσω εγώ!

Απερίγραπτη η χαρά μου, κλείνουμε το τηλέφωνο, μετά από δύο βδομάδες με παίρνει πάλι τηλέφωνο και μου λέει:

– Σοφάκι μου, έχουμε μια αλλαγή.

– Τι αλλαγή, κύριε Αντώνη;

«Κύριε Αντώνη», τον έλεγα. Έκανε μεγάλο αγώνα για να μου καταργήσει τον πληθυντικό, να ξέρεις. Κάθε φορά που τον έλεγα «κύριε Αντώνη», μου έλεγε «κεριά!» (γέλια). Υπέροχος άνθρωπος… Τέλος πάντων, μου λέει -κι εδώ είναι αποκλειστικότητα:

– Δεν θα το πω εγώ το «Απόψε Θέλω Να Πιω». Θα το πει ο Γιώργος ο Νταλάρας!΄Έχεις πρόβλημα;

Πόσο ταπεινός άνθρωπος αυτός ο Αντώνης! Ναι, δεν είναι καθόλου τυχαίο που λέω ότι για μένα ο Αντώνης δεν ήταν συνεργάτης, ήταν δεύτερος πατέρας μου. Από κείνη τη χαρτοπετσέτα ό,τι είχε απομείνει το ‘χει δει μόνο ένας άνθρωπος κι αυτός ήταν ο Αντώνης Βαρδής. Λέω:

– Εννοείται πως δεν έχω πρόβλημα! Ο Γιώργος; Ο Γιώργος!

Πώς έφτασε να το ερμηνεύσει η Χαρούλα Αλεξίου

Και μένουμε στο ότι το «Απόψε Θέλω Να Πιω» θα το ερμηνεύσει ο Γιώργος Νταλάρας. Αλλάζει η χρονιά, μπαίνουμε στο 2003, και συγκεκριμένα στον Μάρτιο, και τότε η Χαρούλα Αλεξίου ήθελε να κάνει έναν δίσκο λαϊκό γιατί τα τελευταία χρόνια είχε φύγει λίγο από αυτό το είδος, είχε «πέσει» όπως είχε πει κι η ίδια, και ήθελε να ξαναθυμηθεί τον παλιό της εαυτό. Τότε πλησιάζει τον Αντώνη κι εδώ έχω καταφέρει με το «Απόψε Θέλω Να Πιω» να κάνω και κάτι που μου έχει δώσει πολύ μεγάλη χαρά και τιμή: ότι έγινα η αφορμή να ενώσω ξανά τη Χαρούλα Αλεξίου με τον Αντώνη Βαρδή γιατί είχαν να δισκογραφήσουν μαζί από το «Ξημερώνει» (1980). Μετά «χώρισαν» δισκογραφικά, οπότε πάει η Χαρούλα και του λέει:

– Θέλω να μου γράψεις ένα τραγούδι για τον νέο μου δίσκο. Θέλω μέσα Αντώνη Βαρδή. Θέλω να ξανασμίξουμε δισκογραφικά.

Και της λέει τότε ο Αντώνης:

– Για άκου αυτό!

Κι αρχίζει να της παίζει με την κιθάρα του το «Απόψε Θέλω Να Πιω». Η Χαρούλα έκλαψε και μου είπε ο Αντώνης:

Την ξέρω 30 χρόνια, δεν την έχω δει ποτέ να κλάψει ούτε για δικό της τραγούδι! Κι έκλαψε με το δικό σου! Δάκρυσε όταν το άκουσε.

Και του λέει:

– Τι διαμάντι είναι αυτό που έγραψες!

– Δεν είναι δικό μου!

– Δεν είναι δικό σου;

– Η μουσική δική μου, είναι αλλά το ‘χει γράψει ένα κοριτσάκι…

Της εξηγεί, με παίρνει λοιπόν τηλέφωνο στο Flocafé, είχαμε meeting τότε με τη δουλειά, 19 Μαρτίου ήτανε, και μου λέει:

– Σοφάκι μου, είμαι στην ευχάριστη θέση να σου ανακοινώσω ότι το τραγούδι σου «Απόψε Θέλω Να Πιω» θα το ερμηνεύσει η Χαρούλα Αλεξίου στο CD της που θα βγει τον Σεπτέμβρη.

Θυμάμαι, μου έπεσε το τηλέφωνο από τα χέρια! Είχανε μεν συμφωνήσει ότι θα το πει ο Νταλάρας, όμως δεν το είχανε κάνει ούτε demo ούτε τίποτα. Εντάξει, ο Γιώργος δεν είχε πρόβλημα. Έτσι κι αλλιώς με την Αλεξίου ήταν φίλοι. Με κάλεσε, λοιπόν, ο Αντώνης στο στούντιο. Παλαβωμένη εγώ παράτησα και τη δουλειά, περπατούσα στους δρόμους, περνούσα με κόκκινα φανάρια, δεν με ένοιαζε τίποτα, είχε σταματήσει ο χρόνος και από τις πιο συγκλονιστικές μου στιγμές είναι που όταν με είδε η Χαρούλα στο στούντιο, μου έκανε υπόκλιση -αυτό που ήθελα να της κάνω εγώ δηλαδή!- και μου είπε:

– Μεγάλη μου τιμή που σε γνωρίζω κοριτσάκι μου. Σ’ ευχαριστώ γι’ αυτό το υπέροχο διαμάντι που μου χαρίζεις. Είδα τη φωνή μου όπως είχα χρόνια να την ακούσω, λαϊκή.

«Ήθελα κάποια στιγμή να με τραγουδήσει όλη η Ελλάδα»

Θυμάμαι, πήγαμε μέσα, και στον καναπέ, εκεί στο στούντιο, μου λέει να κάτσω στα πόδια της. Κρατούσε το χαρτί που είχε το «Απόψε Θέλω Να Πιω» και βλέπω: «Απόψε Θέλω Να Πιω, στίχοι: Σοφία Αργυροπούλου, μουσική: Αντώνης Βαρδής, ερμηνεία: Χαρούλα Αλεξίου». Θεωρώ πως ζούσα για κείνη την στιγμή. Κλαίγαμε και οι δύο μετά και δεν θα ‘ναι υπερβολή να ξαναπώ αυτό που έχω πει, ότι και να πέθαινα εκείνη την ώρα δεν με ένοιαζε γιατί είδα ότι κάνω το όνειρο ζωής πραγματικότητα. Δηλαδή, ήθελα κάποια στιγμή να με τραγουδήσει όλη η Ελλάδα. Βέβαια, επειδή το είχα όνειρο ζωής και προσπαθούσα όλα αυτά τα χρόνια μόνη μου, είχα βαθιά πίστη ότι κάποια στιγμή θα τα καταφέρω. Έλεγα συγκεκριμένα ότι θα γίνω η στιχουργός με τη μαγκούρα, δηλαδή ότι και στα βαθιά μου γεράματα, αν με αξιώσει ο Θεός και γεράσω, εγώ θα το προσπαθώ. Γι’ αυτό και το πίστευα ότι θα τα καταφέρω κάποια στιγμή. Το γεγονός, όμως, ότι με το καλημέρα στη δισκογραφία το πρώτο μου τραγούδι θα το τραγουδήσει η Χαρούλα Αλεξίου και θα γράψει τη μουσική ο Αντώνης Βαρδής και θα περάσει στο πάνθεον των διαχρονικών, των κλασικών, των αθανάτων κ.λπ. κ.λπ. κι όλο αυτό που ξέρει ο κόσμος, αυτό δεν το είχα φανταστεί. Αλλά ότι θα τα κατάφερνα κάποια στιγμή, αυτό το πίστευα από παιδί. Τότε που είχε έρθει ο Αντώνης Βαρδής στο Flocafé, ήταν η τελευταία Κυριακή του Οκτωβρίου, που όπως ξέρεις αλλάζει η ώρα για να πάμε από θερινή σε χειμερινή, δεν έχω αλλάξει εγώ -είμαι εκτός τόπου και χρόνου- και πάω δύο ώρες νωρίτερα στη δουλειά. Το αναφέρω αυτό γιατί το λέγαμε μετά. Του έλεγα του Αντώνη:

– Αντώνη, το φαντάζεσαι αν είχα πάει μια ώρα αργότερα ή αν εσύ είχες περάσει νωρίτερα, δεν θα σε έβλεπα!

– Μην παιδεύεις το μυαλό σου με τέτοιες σκέψεις. Ήτανε να γίνει. Ήρθε το πλήρωμα του χρόνου και η ανταμοιβή σου να συμβεί.

Και μάλιστα αυτό που με μάλωνε έντονα -κι εδώ δείχνει και πάλι την ταπεινότητά του και το μεγαλείο της ψυχής του- ήταν ότι όταν του έλεγα «ευχαριστώ εσένα και τη Χαρούλα», μου έλεγε:

– Αν θες να τα πάμε καλά, δεν θέλω να μου ξαναπείς «ευχαριστώ». Εμείς σ’ ευχαριστούμε! Εσύ μου έδωσες έμπνευση, δεν σου έδωσα εγώ.

Κάτι που φαντάζομαι ότι δύσκολα το ακούς. Στις 19 Μαρτίου παίρνω το νέο ότι θα το τραγουδήσει η Αλεξίου και προσπαθώ να καταλάβω πώς το κράτησα κρυφό, πώς άντεξα και το κράτησα κρυφό ακόμα και από την οικογένειά μου, ίσως στο φόβο μην αλλάξει κάτι. Δεν το είπα πουθενά μέχρι αρχές Σεπτέμβρη, λίγο πριν τα γενέθλιά μου, 9 Σεπτέμβρη, ανακοίνωσα στους δικούς μου ότι φέτος στα γενέθλιά μου, αντί να μου κάνετε δώρο εσείς, θα σας κάνω εγώ, σας έχω ένα απίστευτο νέο κ.λπ. Η μαμά μου νόμιζε ότι παντρεύομαι (γέλια). Ο μόνος διαισθητικά που έπιασε ότι υπάρχει περίπτωση το νέο αυτό το ευχάριστο να έχει να κάνει με το όνειρό μου ήταν ο μπαμπάς μου. Στα γενέθλιά μου, μια βδομάδα πριν κυκλοφορήσει, έκλαιγε τόσο πολύ… Μιλάμε, προσπαθούσα να έρθω στη θέση του, δηλαδή πώς λέμε «του παιδιού μου το παιδί είναι δυο φορές παιδί μου», φανταστείτε τώρα πώς ένιωσε ο μπαμπάς μου που μέσα από την κόρη του ένιωθε ότι κι ο ίδιος κάνει το όνειρό του πραγματικότητα. Όταν άκουσε το τραγούδι, θυμάμαι ότι με πήρε αγκαλιά και -επειδή πριν γεννηθώ με ήθελε αγόρι, παρόλο που υπήρχε ο μεγάλος μου αδερφός, και μου είχε πει ότι θα μου έδινε το όνομα Σοφοκλής- μου λέει:

– Δεν αλλάζω αυτή την στιγμή με όλες τις στιγμές της ζωής μου και δεν αλλάζω εσένα ούτε με 100 γιους! Και τώρα να μ’ έπαιρνε ο Θεός, θα έφευγα ευτυχισμένος…

«Όλοι με νόμιζαν για άντρα»

Είπε τη φράση που είπα εγώ όταν ήμουν στο στούντιο με την Αλεξίου -χωρίς να την ξέρει. Από το ραδιόφωνο το άκουσα πρώτη φορά στις 15 Σεπτέμβρη. Εδώ να πω ότι δεν είναι τυχαίο ότι το «Απόψε Θέλω Να Πιω» βγήκε ανήμερα της ονομαστικής μου εορτής. 17 Σεπτεμβρίου κυκλοφόρησε. Κάναμε την παρουσίαση στο «Ελευθέριος Βενιζέλος». Δυο ημέρες πριν, η Χαρούλα Αλεξίου δίνει στον Σφαίρα συνέντευξη στον Ποσειδώνα Γιαννόπουλο και αναφέρεται εκεί σε μένα. Λέει ότι είναι η «νονά» μου -και όντως είναι η καλλιτεχνική νονά μου- και ότι «αυτό το κορίτσι ήρθε για να μείνει στην ελληνική δισκογραφία», «μ’ έκανε μ’ αυτό το τραγούδι να ξαναβρώ τη φωνή μου στη λαϊκή της χροιά» κι εκεί παίζει και το τραγούδι. Εκεί είναι που το ακούω κι εγώ από το ραδιόφωνο. Επειδή ήμουνα βάρδια, είχα κάνει ένα time out στο προσωπικό μου κι είχαμε κάτσει σε μια αίθουσα και ακούσαμε όλοι μαζί τη συνέντευξη. Αυτή ήταν η πρώτη μου επαφή με το ραδιόφωνο ακούγοντας το τραγούδι. Απ’ ό,τι μου έχει πει ο Αντώνης όλοι με νόμιζαν για άντρα. Δηλαδή πίστευαν ότι αυτά τα λόγια τα έχει γράψει άντρας. Όταν έμαθαν ότι είμαι γυναίκα, με κατέταξαν ηλικιακά γύρω στα 60, γιατί αυτά τα λόγια, λένε, δεν μπορεί να τα έγραψε νέα. Και μάλιστα, όταν κάναμε την παρουσίαση 17 Σεπτέμβρη, μου λέει ο Αντώνης:

– Τώρα που θα σε πάρουμε από το χέρι και θα σε παρουσιάσουμε στους δημοσιογράφους, στον κόσμο κανένας δεν θα πιστέψει ότι έχεις γράψει εσύ το τραγούδι.

Εγώ έκλαιγα και του λέω:

– Γιατί Αντώνη μου;

– Θα δούνε ένα ξανθό κοριτσάκι με ωραίο προσωπάκι, με πράσινα μάτια, και δεν θα τους κολλάει ότι το έχεις γράψει εσύ.

Και τότε, θυμάμαι, γύρισα και του είπα:

– Ο πόνος, Αντώνη μου, δεν έχει ηλικία!

– Μ’ έστειλες μ’ αυτό που απάντησες και θα το θυμάμαι όσο ζω!

Σαφέστατα και μετά έζησα τον απόλυτο χαμό, να το πω έτσι, αλλά εδώ υπήρχε και μια δικλείδα προστασίας από τον Αντώνη γιατί ήταν και πολύ κομβικό το σημείο που εγώ έπρεπε να προσέξω. Δηλαδή, εγώ με το «καλημέρα» «πήγα στον Θεό», όπως λένε δισκογραφικά. Πήγα κατευθείαν στην κορυφή της πυραμίδας. Κάποιοι ακόμα προσπαθούν να γράψουν μ’ έναν μεγάλο συνθέτη, όπως ήταν ο Αντώνης. Έπρεπε να «κατεβαίνω». Το κατέβασμά μου όμως έπρεπε να είναι εξίσου αξιόλογο του ανεβάσματος. Θα έπρεπε να προσέχω. Οπότε είχα τον Αντώνη τότε, που με προστάτευε απ’ όλους αυτούς που με πλησιάζανε για να τους γράψω. Και τον ευχαριστώ. Δηλαδή, υπήρχανε όντως αυτοί που έλεγαν «πού το ανακάλυψες αυτό το φαινόμενο», «αυτό το διαμάντι» κ.λπ. Δεν γινότανε μετά την Αλεξίου να τρέξω να γράψω σε… δεν θέλω να πω όνομα και παρεξηγηθώ. Έπρεπε να προσέξω. Αν με ρωτάς αν είχα συναίσθηση όλου αυτού που ζούσα, δεν είχα. Γιατί έβλεπα μόνο ότι έκανα το όνειρο ζωής πραγματικότητα. Αν με έβλεπε άνθρωπος όταν κυκλοφόρησε το «Απόψε Θέλω Να Πιω», αν μπορούσα να με περιγράψω, ήμουν σαν τη Μεγάλη Παρασκευή όπως λένε. Πραγματικά! Και μάλιστα μού λέγανε «έξω γίνεται χαμός με το τραγούδι σου, εσύ γιατί είσαι έτσι;». Και λέω «Και τι θέλετε να κάνω; Να πάρω μια ντουντούκα και να φωνάζω;». Συνέχισα να δουλεύω, έκανα και μια μετάβαση που δεν την περίμενα ούτε εγώ από τον εαυτό μου, παραιτήθηκα από τα Flocafé, πήγα για την εμπειρία και δούλεψα στο Καζίνο της Πάρνηθας ως κρουπιέρισσα, inspector κ.λπ., και θυμάμαι με παίρνανε τηλέφωνο για συνεντεύξεις, με τον κακό χαμό που γινότανε με το «Απόψε Θέλω Να Πιω», κι εγώ διάβαζα στοιχήματα γιατί περνούσες σχολή για να μπεις μέσα. Κάποτε, θυμάμαι, ο Αντώνης μού λέει:

– Σοφούλα, ώρα να αποφασίσεις. Ή τραγούδια ή Black Jack.

(γέλια)

Θέλω να πω ότι μην νομίζεις, τα τελευταία χρόνια έχω καταλάβει τι έχω κάνει όσον αφορά το «Απόψε Θέλω Να Πιω». Ως άνθρωπος είμαι πολύ χαμηλών τόνων και με βοήθησε αυτό. Δεν υπήρχε ποτέ περίπτωση να καβαλήσω καλάμι, γιατί όταν ένας άνθρωπος έχει περάσει πολλά και έχει παιδευτεί για να καταφέρει κάτι και δεν του ήρθε τίποτα έτοιμο, ή με τις πλάτες κάποιου άλλου, δύσκολα την «ψωνίζει», να στο πω κι έτσι. Και το τραγελαφικό του πράγματος: με πήρε ο πρώην σύζυγος τηλέφωνο, να μου ευχηθεί χρόνια πολλά για τη γιορτή μου, που εγώ ζούσα και γιόρταζα δύο γεγονότα: την εκπλήρωση του ονείρου και τη γιορτή μου, που είχε περάσει σε δεύτερη μοίρα, και μου είπε ότι «αν δεν στο έδινα το διαζύγιο», γιατί εγώ το ζήτησα τέλος πάντων και βγήκε συναινετικό, «δεν θα έπαιρνες την έμπνευση, δεν θα έγραφες» κ.λπ., «άρα πρέπει να μου δίνεις ποσοστά» -άκουσα και αυτό. Είπα «Θα σου έδινα τώρα την κατάλληλη απάντηση αλλά να χρωστάς χάρη στον Αντώνη και στη Χαρούλα», που είχα δεξιά μου και αριστερά μου γιατί ήμασταν στο Ελευθέριος Βενιζέλος, κάτι που τους εκμυστηρεύτηκα μετά και γελάγαμε όλοι μαζί. Γι’ αυτό και το ξεκαθαρίζω και το είχα ξεκαθαρίσει και από την πρώτη στιγμή και το ξεκαθαρίζω για όσους δεν το γνωρίζουν: Δεν έχει μέρος στο «Απόψε Θέλω Να Πιω» κανένας άνθρωπος παρά μόνο η Σοφία Αργυροπούλου. Δεν μπορεί να πει κάποιος ότι το έχω γράψει γι’ αυτόν. Είναι προσωπικό μου τραγούδι. Εδώ να πω ότι -όχι ότι θα ήταν λιγότερος ο πόνος για μένα, ο πόνος είναι ο ίδιος κι ας πάνε χρόνια που τον έχουμε χάσει- ευτυχώς, δοξάζω τον Θεό, που πρόλαβε ο πατέρας μου να δει ότι το παιδί του εκπληρώνει το όνειρό του γιατί βγήκε το «Απόψε Θέλω Να Πιω» το 2003 και τον χάσαμε, έφυγε από τη ζωή, το 2006. Τρία χρόνια μετά. Δεν μπορούν να γίνουν όλα διαχρονικά τραγούδια. Από το 2003, ακούω την ατάκα «Σοφία, γράψε μου ένα Απόψε Θέλω Να Πιω». Και απαντάω το ίδιο σε όλους, όπως απαντούσε και ο Αντώνης: μια φορά βγήκε, δεν ξαναβγαίνει, ακόμα και από τους ίδιους που το γράψανε. Το να γράψεις ένα τραγούδι που να έχει μία ανάλογη, αν θες, πορεία ή επιτυχία, ναι. Όπως δεν ξαναβγαίνει το «Ιστορία Μου Αμαρτία Μου», όπως δεν ξαναβγαίνει το «Υπάρχω» και άλλα μεγάλα άσματα, η «Ρόζα» κ.λπ., έτσι κι αυτό. Δεν γίνονται όλα διαχρονικά. Απλά, από το «Απόψε Θέλω Να Πιω» και μετά, γι’ αυτό που είμαι περήφανη είναι ότι όσες δουλειές έχω κάνει είναι αξιοπρεπέστατες. Το «Απόψε Θέλω Να Πιω» πήρε, όπως σου είπα πριν, ο Αντώνης τους στίχους μου και έβαλε τη μουσική και είναι το πρώτο μου τραγούδι στη δισκογραφία… Εκτός του Αντώνη και ενός αδελφικού μου φίλου, κανένας δεν θα μάθει τι εννοώ πίσω από τη φράση «Τώρα που πήρα τη λαχτάρα, στάχτη να γίνουν όλα πια». Θα μου πεις «γιατί δεν το λες στον κόσμο να το μάθει». Γιατί ο ακροατής άσε να το ταυτίσει και να το ερμηνεύσει με τα δικά του τα βιώματα.

0 ΣΧΟΛΙΑ

Προσθήκη Σχόλιου