Απόφαση – σταθμός για την πρώτη κατοικία: Πώς άνοιξε ξανά ο δρόμος για τη διαγραφή χρεών

Μια δικαστική απόφαση που επαναφέρει την ελπίδα σε χιλιάδες υπερχρεωμένα νοικοκυριά ήρθε από το Ειρηνοδικείο Λαγκαδά και ήδη χαρακτηρίζεται ως σημείο καμπής για την προστασία της πρώτης κατοικίας. Το δικαστήριο, με μια τολμηρή και ουσιαστική ερμηνεία της νομοθεσίας, προχώρησε σε ρύθμιση που οδήγησε σε διαγραφή σχεδόν ολόκληρου του χρέους μιας 76χρονης συνταξιούχου, αμφισβητώντας στην πράξη τα στενά όρια που είχαν τεθεί τα προηγούμενα χρόνια.
Σύμφωνα με τη «Δημοκρατία», η υπόθεση αφορά γυναίκα προχωρημένης ηλικίας, με χαμηλά εισοδήματα, η οποία βρέθηκε αντιμέτωπη με τραπεζικές οφειλές δυσανάλογες των οικονομικών της δυνατοτήτων. Το δικαστήριο δεν περιορίστηκε σε μια τυπική εφαρμογή των κανόνων, αλλά εξέτασε εις βάθος τα πραγματικά δεδομένα της ζωής της αιτούσας, τις ανάγκες διαβίωσής της και τον κοινωνικό σκοπό της νομοθεσίας για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά.
Η οικονομική κατάσταση της αιτούσας
Η 76χρονη είναι συνταξιούχος και το μοναδικό της εισόδημα προέρχεται από δύο συντάξεις: μια κύρια ύψους 442 ευρώ και μια επικουρική 369 ευρώ. Παρά τα περιορισμένα αυτά ποσά, είχε συσσωρεύσει τραπεζικό χρέος που ξεπερνούσε τις 189.000 ευρώ. Η αίτηση για υπαγωγή στον νόμο Κατσέλη κατατέθηκε τον Δεκέμβριο του 2020 και αφορούσε την προστασία του ποσοστού που κατείχε στην κύρια κατοικία της, μια μικρή μονοκατοικία 70 τετραγωνικών μέτρων σε χωριό της Περιφερειακής Ενότητας Σερρών.
Η κρίσιμη ερμηνεία του νόμου
Παρότι οι ειδικές διατάξεις που προέβλεπαν ρητά την προστασία της κύριας κατοικίας έχουν καταργηθεί τα τελευταία χρόνια, το δικαστήριο δεν στάθηκε εκεί. Αντίθετα, αξιοποίησε τον πυρήνα του νόμου Κατσέλη και προχώρησε σε μια πιο ευρεία και κοινωνικά προσανατολισμένη ερμηνεία. Έκρινε ότι η εκποίηση ενός ακινήτου, δηλαδή η πώλησή του μέσω πλειστηριασμού, δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά πρέπει να εφαρμόζεται μόνο όταν είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση των πιστωτών.
Στο σκεπτικό της απόφασης επισημαίνεται ότι πριν οδηγηθεί κάποιος στην απώλεια της κατοικίας του, οφείλει το δικαστήριο να εξετάζει αν υπάρχουν άλλοι τρόποι ρύθμισης ή αξιοποίησης της περιουσίας. Ακόμη και όταν ένα ακίνητο θεωρείται θεωρητικά «ρευστοποιήσιμο», αυτό δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι πρέπει να εκποιηθεί.
Διαβάστε επίσης
Η τελική ρύθμιση και η διαγραφή χρέους
Με βάση όλα τα παραπάνω, το δικαστήριο κατέληξε σε μια ρύθμιση που χαρακτηρίζεται εξαιρετικά ευνοϊκή για την αιτούσα. Η γυναίκα υποχρεώθηκε να καταβάλλει 100 ευρώ τον μήνα για τρία χρόνια, συνολικά 3.600 ευρώ, ως βασική ρύθμιση. Παράλληλα, για να διατηρήσει την κύρια κατοικία της, ορίστηκε ένα επιπλέον ποσό, ένα είδος «ανταλλάγματος», ύψους 10.000 ευρώ, το οποίο θα καταβληθεί σε 120 μηνιαίες δόσεις των 83,33 ευρώ. Με αυτόν τον τρόπο, διαγράφηκε το 94,5% της συνολικής οφειλής, δηλαδή ποσό που φτάνει τα 175.809,35 ευρώ. Πρόκειται για μια από τις μεγαλύτερες διαγραφές που έχουν καταγραφεί τα τελευταία χρόνια σε ανάλογες υποθέσεις.
Διαβάστε επίσης
Γιατί η απόφαση έχει ευρύτερη σημασία
Η απόφαση δεν αφορά μόνο τη συγκεκριμένη 76χρονη. Λειτουργεί ως οδηγός για όλες τις αιτήσεις που κατατέθηκαν στο πλαίσιο του νόμου Κατσέλη από την 1η Μαρτίου 2019 έως και την 31η Μαΐου 2021, ανεξαρτήτως του σταδίου στο οποίο βρίσκονται σήμερα. Παράλληλα, υπενθυμίζει ότι τα δικαστήρια εξακολουθούν να έχουν τη δυνατότητα να προστατεύουν την πρώτη κατοικία και να προχωρούν σε ουσιαστικές διαγραφές χρεών, όταν οι συνθήκες το επιβάλλουν.






0 ΣΧΟΛΙΑ