Καλώδιο Ελλάδας – Κύπρου: Τα τρία σενάρια για τις έρευνες μετά την τουρκική αντίδραση

Η επικείμενη έναρξη των ερευνών από το γαλλικής σημαίας ερευνητικό πλοίο «Abeille Marengo», ανατολικά της Κρήτης, βρίσκεται στο επίκεντρο των διπλωματικών και στρατιωτικών εξελίξεων γύρω από το έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου (GSI). Η πορεία του πλοίου έχει ήδη γνωστοποιηθεί μέσω της ελληνικής NAVTEX 1411/26, που εκδόθηκε την Παρασκευή από τον σταθμό Ηρακλείου της Υδρογραφικής Υπηρεσίας του Πολεμικού Ναυτικού, έπειτα από συντονισμό της Αθήνας με τη Λευκωσία. Η σχετική αγγελία αφορά το χρονικό διάστημα έως τις 6 Μαρτίου και αποτελεί το επόμενο βήμα για την προώθηση των ερευνητικών εργασιών.
Η Τουρκία αντέδρασε εκδίδοντας αρχικά αντι-NAVTEX με αριθμό 1105/26 και στη συνέχεια διατύπωσε τη θέση ότι το έργο χρειάζεται προηγούμενη αδειοδότηση από τις δικές της αρχές. Η στάση αυτή ανέδειξε τις διαφωνίες που φαίνεται να παρέμειναν άλυτες στις διπλωματικές επαφές μεταξύ Άγκυρας και Παρισιού, οι οποίες είχαν προηγηθεί της ελληνικής αγγελίας. Η τουρκική πλευρά δεν περιορίστηκε, σύμφωνα με τις πληροφορίες, σε μια απλή ενημέρωση ή σε ανταλλαγή διπλωματικών εγγράφων, αλλά επιχείρησε να θέσει ζήτημα έγκρισης των εργασιών από την ίδια. Το Σάββατο (7/11), ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, Χακάν Φιντάν, υποστήριξε ότι το ζήτημα των NAVTEX για τις εργασίες του καλωδίου έχει διευθετηθεί. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση της «Καθημερινής», δήλωσε χαρακτηριστικά πως «όλα είναι φυσιολογικά, όλα είναι καλά».
Η Αθήνα, ωστόσο, έσπευσε να ξεκαθαρίσει ότι δεν αναγνωρίζει οποιονδήποτε ρόλο της Τουρκίας στη διαδικασία αδειοδότησης του έργου. Διπλωματικές πηγές υπογράμμισαν ότι η Ελλάδα αποτελεί τη μοναδική αρμόδια χώρα για την έκδοση των σχετικών αδειών και ότι ενήργησε σύμφωνα με τις προβλέψεις του διεθνούς δικαίου. «Η εσωτερική διαχείριση από την Τουρκία δεν μας αφορά. Η Ελλάδα είναι η μόνη αδειοδοτούσα χώρα, έπραξε αυτό που όφειλε σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και θα συνεχίσει να το πράττει», ανέφεραν χαρακτηριστικά. Παράλληλα, πληροφορίες αναφέρουν ότι ακόμη και δύο ώρες πριν από την έκδοση της ελληνικής NAVTEX είχε προηγηθεί επικοινωνία ανάμεσα σε Γαλλία και Τουρκία μέσω διπλωματικών διαύλων, χωρίς όμως να επιτευχθεί η συνεννόηση που επιδίωκε το Παρίσι. Η ελληνική πλευρά είχε ήδη μεταφέρει με σαφήνεια στη γαλλική κυβέρνηση τις κόκκινες γραμμές της, εξηγώντας ότι δεν είναι αποδεκτό να ζητηθεί άδεια από τις τουρκικές αρχές για την υλοποίηση του GSI.
Οι γαλλικές δυσκολίες στη διαχείριση του ζητήματος καταδεικνύουν ότι η συγκεκριμένη υπόθεση δεν αφορά αποκλειστικά τις τεχνικές εργασίες ενός ενεργειακού έργου, αλλά έχει ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα για τις σχέσεις Ελλάδας και Τουρκίας. Η διπλωματική διάσταση αναμένεται να παραμείνει στο προσκήνιο και τις επόμενες ημέρες, καθώς διακυβεύονται παράλληλα σημαντικά οικονομικά συμφέροντα. Στο μετοχικό σχήμα του έργου, ο γαλλικός όμιλος Meridiam κατέχει το 66%, ενώ σημαντική είναι και η θέση της γαλλικής Nexans, η οποία έχει αναλάβει την κατασκευή του καλωδίου από το 2023 και έχει ήδη επωμιστεί σημαντικό επιχειρηματικό ρίσκο. Επιπλέον, η ηλεκτρική διασύνδεση έχει ενταχθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα Έργα Κοινού Ενδιαφέροντος (Projects of Common Interest – PCI), εξασφαλίζοντας ευρωπαϊκή χρηματοδότηση ύψους 657 εκατομμυρίων ευρώ.
Τα τρία σενάρια για την πορεία των ερευνών
Με τα δεδομένα που έχουν διαμορφωθεί, το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον στην εξέλιξη των ερευνών και στις αντιδράσεις που ενδέχεται να προκύψουν στην περιοχή. Στο τραπέζι βρίσκονται τρία βασικά ενδεχόμενα για το αμέσως επόμενο διάστημα. Το πρώτο προβλέπει ότι οι εργασίες θα ξεκινήσουν κανονικά, την ώρα που θα βρίσκεται σε εξέλιξη και η Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το Κλίμα, COP31, στην Αττάλεια, από τις 9 έως τις 20 Νοεμβρίου. Η διεθνής προσοχή που θα συγκεντρώσει η διοργάνωση θα μπορούσε να λειτουργήσει ως παράγοντας πίεσης για την αποφυγή μιας νέας έντασης, ενώ παράλληλα θα συνεχιστούν οι επαφές μεταξύ Γαλλίας και Τουρκίας με στόχο να βρεθεί μια κοινά αποδεκτή φόρμουλα. Σε αυτή την περίπτωση, το GSI θα μπορούσε να προχωρήσει χωρίς σοβαρά εμπόδια, ακολουθώντας ένα μοντέλο που έχει εφαρμοστεί και σε άλλες υποθαλάσσιες υποδομές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το έργο EMC, που αφορά την ανάπτυξη οπτικής ίνας και στο οποίο συμμετέχει ως σημαντικός μέτοχος η ΔΕΗ, με βασικό χρηματοδότη τη Σαουδική Αραβία. Οι έρευνες για το συγκεκριμένο έργο πραγματοποιούνται τις τελευταίες εβδομάδες από το πλοίο «Kobi Ruegg», το οποίο είναι νηολογημένο στις Μπαχάμες, χωρίς να έχουν σημειωθεί επεισόδια. Στην περιοχή βρίσκεται διακριτικά ένα ελληνικό και ένα τουρκικό πολεμικό πλοίο, τα οποία διατηρούν διαφορετικές θέσεις ως προς τη δικαιοδοσία.
Το δεύτερο ενδεχόμενο αφορά μια πιο σύνθετη και παρατεταμένη διαδικασία διαπραγματεύσεων. Σε αυτή την εκδοχή, η Τουρκία θα μπορούσε να στείλει πολεμικά πλοία στην περιοχή, χωρίς όμως να επιχειρήσει εξαρχής να εμποδίσει την κίνηση ή τις εργασίες του «Abeille Marengo». Οι έρευνες ενδέχεται να καθυστερήσουν, καθώς θα συνεχίζονται οι διπλωματικές προσπάθειες για την υπέρβαση της διαφωνίας, χωρίς ωστόσο να οδηγούνται αναγκαστικά σε οριστική διακοπή. Ένα τέτοιο σενάριο παρατεταμένης διαπραγμάτευσης δεν θεωρείται απίθανο από παρατηρητές που γνωρίζουν την τακτική της Άγκυρας στην Ανατολική Μεσόγειο. Μάλιστα, εκτιμάται ότι μια τέτοια διαδικασία θα μπορούσε να επεκταθεί και σε άλλα ζητήματα των ελληνοτουρκικών σχέσεων, καθώς σε αντίστοιχες περιπτώσεις οι διπλωματικές διαπραγματεύσεις συχνά συνδέονται με ευρύτερες επιδιώξεις. Ενδεικτική θεωρείται και η ανακοίνωση του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών την Παρασκευή, στην οποία, παρά την αρνητική στάση απέναντι στο έργο, περιλαμβάνεται η διατύπωση ότι «δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί η διαδικασία για τη λήψη της απαραίτητης συγκατάθεσης από τη χώρα μας».
Το τρίτο και πιο ανησυχητικό σενάριο είναι να επαναληφθεί μια κατάσταση αντίστοιχη με εκείνη που είχε σημειωθεί στην Κάσο το 2024. Τότε, οι έρευνες του ιταλικής σημαίας πλοίου «Ievoll Relume» είχαν παρεμποδιστεί, με αποτέλεσμα οι εργασίες να σταματήσουν και το έργο να εισέλθει σε μια ιδιαίτερα δύσκολη φάση, που έφτασε κοντά ακόμη και στην ακύρωσή του. Μια ανάλογη εξέλιξη στην παρούσα συγκυρία θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρή κλιμάκωση και να οδηγήσει σε επικίνδυνη ένταση στην περιοχή. Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η θαλάσσια ζώνη ανάμεσα στη νοτιοανατολική Κρήτη και το κεντρικό τμήμα της Ρόδου, λίγο δυτικότερα από τον 28ο μεσημβρινό, βρίσκεται εντός της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης που έχει οριοθετήσει διεθνώς η Ελλάδα με την Αίγυπτο. Η συγκεκριμένη συμφωνία αποτελεί σημαντικό νομικό και διπλωματικό δεδομένο για την ελληνική πλευρά, καθώς η οριοθέτηση στηρίζεται στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS).
Η στάση του Πολεμικού Ναυτικού και οι κόκκινες γραμμές της Αθήνας
Η Ελλάδα δεν προτίθεται να αποδεχθεί τη δημιουργία τετελεσμένων σε μια θαλάσσια περιοχή όπου υπάρχει διεθνώς αναγνωρισμένη οριοθέτηση ΑΟΖ με την Αίγυπτο. Πρόκειται για ένα από τα ισχυρότερα νομικά επιχειρήματα της Αθήνας, με βάση τη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας, γεγονός που καθιστά ιδιαίτερα κρίσιμη τη διαχείριση οποιασδήποτε πιθανής παρεμπόδισης των ερευνών. Προς το παρόν, σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, δεν έχουν δοθεί εντολές για παρατεταμένη επιχειρησιακή ετοιμότητα των ελληνικών δυνάμεων. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει σχεδιασμός για την αντιμετώπιση μιας ενδεχόμενης κρίσης. Σε περίπτωση που οι εξελίξεις οδηγηθούν σε αδιέξοδο ή προκύψει απόπειρα παρεμπόδισης του ερευνητικού πλοίου, αναμένεται να ενεργοποιηθούν τα υφιστάμενα σχέδια διαχείρισης κρίσεων, με το Πολεμικό Ναυτικό να έχει κομβικό ρόλο στην παρακολούθηση της κατάστασης και στην προστασία των ελληνικών θέσεων. Η έκβαση των ερευνών θα εξαρτηθεί τόσο από τις κινήσεις της Τουρκίας στη θάλασσα όσο και από το αποτέλεσμα των διπλωματικών επαφών των επόμενων ημερών.
Ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου: Τα τρία σενάρια για τις έρευνες και η τουρκική αντίδραση
Η επικείμενη έναρξη των ερευνών από το γαλλικής σημαίας ερευνητικό πλοίο «Abeille Marengo», ανατολικά της Κρήτης, βρίσκεται στο επίκεντρο των διπλωματικών και στρατιωτικών εξελίξεων γύρω από το έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου (GSI). Η πορεία του πλοίου έχει ήδη γνωστοποιηθεί μέσω της ελληνικής NAVTEX 1411/26, που εκδόθηκε την Παρασκευή από τον σταθμό Ηρακλείου της Υδρογραφικής Υπηρεσίας του Πολεμικού Ναυτικού, έπειτα από συντονισμό της Αθήνας με τη Λευκωσία. Η σχετική αγγελία αφορά το χρονικό διάστημα έως τις 6 Μαρτίου και αποτελεί το επόμενο βήμα για την προώθηση των ερευνητικών εργασιών.
Η Τουρκία αντέδρασε εκδίδοντας αρχικά αντι-NAVTEX με αριθμό 1105/26 και στη συνέχεια διατύπωσε τη θέση ότι το έργο χρειάζεται προηγούμενη αδειοδότηση από τις δικές της αρχές. Η στάση αυτή ανέδειξε τις διαφωνίες που φαίνεται να παρέμειναν άλυτες στις διπλωματικές επαφές μεταξύ Άγκυρας και Παρισιού, οι οποίες είχαν προηγηθεί της ελληνικής αγγελίας. Η τουρκική πλευρά δεν περιορίστηκε, σύμφωνα με τις πληροφορίες, σε μια απλή ενημέρωση ή σε ανταλλαγή διπλωματικών εγγράφων, αλλά επιχείρησε να θέσει ζήτημα έγκρισης των εργασιών από την ίδια. Το Σάββατο (7/11), ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, Χακάν Φιντάν, υποστήριξε ότι το ζήτημα των NAVTEX για τις εργασίες του καλωδίου έχει διευθετηθεί. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση της «Καθημερινής», δήλωσε χαρακτηριστικά πως «όλα είναι φυσιολογικά, όλα είναι καλά».
Η Αθήνα, ωστόσο, έσπευσε να ξεκαθαρίσει ότι δεν αναγνωρίζει οποιονδήποτε ρόλο της Τουρκίας στη διαδικασία αδειοδότησης του έργου. Διπλωματικές πηγές υπογράμμισαν ότι η Ελλάδα αποτελεί τη μοναδική αρμόδια χώρα για την έκδοση των σχετικών αδειών και ότι ενήργησε σύμφωνα με τις προβλέψεις του διεθνούς δικαίου. «Η εσωτερική διαχείριση από την Τουρκία δεν μας αφορά. Η Ελλάδα είναι η μόνη αδειοδοτούσα χώρα, έπραξε αυτό που όφειλε σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και θα συνεχίσει να το πράττει», ανέφεραν χαρακτηριστικά. Παράλληλα, πληροφορίες αναφέρουν ότι ακόμη και δύο ώρες πριν από την έκδοση της ελληνικής NAVTEX είχε προηγηθεί επικοινωνία ανάμεσα σε Γαλλία και Τουρκία μέσω διπλωματικών διαύλων, χωρίς όμως να επιτευχθεί η συνεννόηση που επιδίωκε το Παρίσι. Η ελληνική πλευρά είχε ήδη μεταφέρει με σαφήνεια στη γαλλική κυβέρνηση τις κόκκινες γραμμές της, εξηγώντας ότι δεν είναι αποδεκτό να ζητηθεί άδεια από τις τουρκικές αρχές για την υλοποίηση του GSI.
Οι γαλλικές δυσκολίες στη διαχείριση του ζητήματος καταδεικνύουν ότι η συγκεκριμένη υπόθεση δεν αφορά αποκλειστικά τις τεχνικές εργασίες ενός ενεργειακού έργου, αλλά έχει ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα για τις σχέσεις Ελλάδας και Τουρκίας. Η διπλωματική διάσταση αναμένεται να παραμείνει στο προσκήνιο και τις επόμενες ημέρες, καθώς διακυβεύονται παράλληλα σημαντικά οικονομικά συμφέροντα. Στο μετοχικό σχήμα του έργου, ο γαλλικός όμιλος Meridiam κατέχει το 66%, ενώ σημαντική είναι και η θέση της γαλλικής Nexans, η οποία έχει αναλάβει την κατασκευή του καλωδίου από το 2023 και έχει ήδη επωμιστεί σημαντικό επιχειρηματικό ρίσκο. Επιπλέον, η ηλεκτρική διασύνδεση έχει ενταχθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα Έργα Κοινού Ενδιαφέροντος (Projects of Common Interest – PCI), εξασφαλίζοντας ευρωπαϊκή χρηματοδότηση ύψους 657 εκατομμυρίων ευρώ.
Τα τρία σενάρια για την πορεία των ερευνών
Με τα δεδομένα που έχουν διαμορφωθεί, το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον στην εξέλιξη των ερευνών και στις αντιδράσεις που ενδέχεται να προκύψουν στην περιοχή. Στο τραπέζι βρίσκονται τρία βασικά ενδεχόμενα για το αμέσως επόμενο διάστημα. Το πρώτο προβλέπει ότι οι εργασίες θα ξεκινήσουν κανονικά, την ώρα που θα βρίσκεται σε εξέλιξη και η Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το Κλίμα, COP31, στην Αττάλεια, από τις 9 έως τις 20 Νοεμβρίου. Η διεθνής προσοχή που θα συγκεντρώσει η διοργάνωση θα μπορούσε να λειτουργήσει ως παράγοντας πίεσης για την αποφυγή μιας νέας έντασης, ενώ παράλληλα θα συνεχιστούν οι επαφές μεταξύ Γαλλίας και Τουρκίας με στόχο να βρεθεί μια κοινά αποδεκτή φόρμουλα. Σε αυτή την περίπτωση, το GSI θα μπορούσε να προχωρήσει χωρίς σοβαρά εμπόδια, ακολουθώντας ένα μοντέλο που έχει εφαρμοστεί και σε άλλες υποθαλάσσιες υποδομές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το έργο EMC, που αφορά την ανάπτυξη οπτικής ίνας και στο οποίο συμμετέχει ως σημαντικός μέτοχος η ΔΕΗ, με βασικό χρηματοδότη τη Σαουδική Αραβία. Οι έρευνες για το συγκεκριμένο έργο πραγματοποιούνται τις τελευταίες εβδομάδες από το πλοίο «Kobi Ruegg», το οποίο είναι νηολογημένο στις Μπαχάμες, χωρίς να έχουν σημειωθεί επεισόδια. Στην περιοχή βρίσκεται διακριτικά ένα ελληνικό και ένα τουρκικό πολεμικό πλοίο, τα οποία διατηρούν διαφορετικές θέσεις ως προς τη δικαιοδοσία.
Το δεύτερο ενδεχόμενο αφορά μια πιο σύνθετη και παρατεταμένη διαδικασία διαπραγματεύσεων. Σε αυτή την εκδοχή, η Τουρκία θα μπορούσε να στείλει πολεμικά πλοία στην περιοχή, χωρίς όμως να επιχειρήσει εξαρχής να εμποδίσει την κίνηση ή τις εργασίες του «Abeille Marengo». Οι έρευνες ενδέχεται να καθυστερήσουν, καθώς θα συνεχίζονται οι διπλωματικές προσπάθειες για την υπέρβαση της διαφωνίας, χωρίς ωστόσο να οδηγούνται αναγκαστικά σε οριστική διακοπή. Ένα τέτοιο σενάριο παρατεταμένης διαπραγμάτευσης δεν θεωρείται απίθανο από παρατηρητές που γνωρίζουν την τακτική της Άγκυρας στην Ανατολική Μεσόγειο. Μάλιστα, εκτιμάται ότι μια τέτοια διαδικασία θα μπορούσε να επεκταθεί και σε άλλα ζητήματα των ελληνοτουρκικών σχέσεων, καθώς σε αντίστοιχες περιπτώσεις οι διπλωματικές διαπραγματεύσεις συχνά συνδέονται με ευρύτερες επιδιώξεις. Ενδεικτική θεωρείται και η ανακοίνωση του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών την Παρασκευή, στην οποία, παρά την αρνητική στάση απέναντι στο έργο, περιλαμβάνεται η διατύπωση ότι «δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί η διαδικασία για τη λήψη της απαραίτητης συγκατάθεσης από τη χώρα μας».
Το τρίτο και πιο ανησυχητικό σενάριο είναι να επαναληφθεί μια κατάσταση αντίστοιχη με εκείνη που είχε σημειωθεί στην Κάσο το 2024. Τότε, οι έρευνες του ιταλικής σημαίας πλοίου «Ievoll Relume» είχαν παρεμποδιστεί, με αποτέλεσμα οι εργασίες να σταματήσουν και το έργο να εισέλθει σε μια ιδιαίτερα δύσκολη φάση, που έφτασε κοντά ακόμη και στην ακύρωσή του. Μια ανάλογη εξέλιξη στην παρούσα συγκυρία θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρή κλιμάκωση και να οδηγήσει σε επικίνδυνη ένταση στην περιοχή. Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η θαλάσσια ζώνη ανάμεσα στη νοτιοανατολική Κρήτη και το κεντρικό τμήμα της Ρόδου, λίγο δυτικότερα από τον 28ο μεσημβρινό, βρίσκεται εντός της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης που έχει οριοθετήσει διεθνώς η Ελλάδα με την Αίγυπτο. Η συγκεκριμένη συμφωνία αποτελεί σημαντικό νομικό και διπλωματικό δεδομένο για την ελληνική πλευρά, καθώς η οριοθέτηση στηρίζεται στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS).
Η στάση του Πολεμικού Ναυτικού και οι κόκκινες γραμμές της Αθήνας
Η Ελλάδα δεν προτίθεται να αποδεχθεί τη δημιουργία τετελεσμένων σε μια θαλάσσια περιοχή όπου υπάρχει διεθνώς αναγνωρισμένη οριοθέτηση ΑΟΖ με την Αίγυπτο. Πρόκειται για ένα από τα ισχυρότερα νομικά επιχειρήματα της Αθήνας, με βάση τη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας, γεγονός που καθιστά ιδιαίτερα κρίσιμη τη διαχείριση οποιασδήποτε πιθανής παρεμπόδισης των ερευνών. Προς το παρόν, σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, δεν έχουν δοθεί εντολές για παρατεταμένη επιχειρησιακή ετοιμότητα των ελληνικών δυνάμεων. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει σχεδιασμός για την αντιμετώπιση μιας ενδεχόμενης κρίσης. Σε περίπτωση που οι εξελίξεις οδηγηθούν σε αδιέξοδο ή προκύψει απόπειρα παρεμπόδισης του ερευνητικού πλοίου, αναμένεται να ενεργοποιηθούν τα υφιστάμενα σχέδια διαχείρισης κρίσεων, με το Πολεμικό Ναυτικό να έχει κομβικό ρόλο στην παρακολούθηση της κατάστασης και στην προστασία των ελληνικών θέσεων. Η έκβαση των ερευνών θα εξαρτηθεί τόσο από τις κινήσεις της Τουρκίας στη θάλασσα όσο και από το αποτέλεσμα των διπλωματικών επαφών των επόμενων ημερών.






0 ΣΧΟΛΙΑ