ΑΡΧΙΚΗ LIFE RETROMANIA

Σαν σήμερα, 6 Δεκεμβρίου 1990: Ο πρίγκιπας της ροκ, Παύλος Σιδηρόπουλος φεύγει από τη ζωή και περνάει στην αιωνιότητα

Σαν σήμερα, 6 Δεκεμβρίου 1990: Ο πρίγκιπας της ροκ, Παύλος Σιδηρόπουλος φεύγει από τη ζωή και περνάει στην αιωνιότητα
Παύλος Σιδηρόπουλος
Athensmagazine Ορίστε μας ως προτεινόμενη πηγή ειδήσεων στο Google

Σαν σήμερα 6 Δεκεμβρίου 1990, έφυγε από τη ζωή ο Παύλος Σιδηρόπουλος, μια από τις πιο εμβληματικές και ανήσυχες μορφές του ελληνικού ροκ. Μια φωνή που δεν χώρεσε ποτέ σε καλούπια, ένας ποιητής που μετέτρεπε το βίωμα σε τραγούδι. Ο Παύλος δεν ήταν απλώς καλλιτέχνης, ήταν μια γενιά ολόκληρη που ζητούσε να ακουστεί. Ακόμη και σήμερα, τα λόγια του παραμένουν ζωντανά, σαν παλμός που επιμένει να μας θυμίζει ότι η μουσική μπορεί να είναι επανάσταση, παρηγοριά και καθρέφτης μαζί.

Σαν σήμερα πέταξε στην αιωνιότητα ο Παύλος Σιδηρόπουλος

Πολλοί τον θυμούνται, τον ακούν και τον αναφέρουν. Και το πιο χαρακτηριστικό: Ανάμεσα στους φανατικούς του είναι και πολλοί νέοι άνθρωποι που ξαφνικά μέσα από τις προσωπικές μουσικές τους αναζητήσεις, ανακαλύπτουν μια αυθεντική ροκ περσόνα ή και απλά μερικά καλά τραγούδια και πολλές κορυφαίες ερμηνείες.

Ο Παύλος Σιδηρόπουλος πέρασε στην ιστορία ως ο πρίγκιπας της ροκ, όχι μόνο γιατί ήταν ωραίος, αλλά επειδή ήταν ευγενής, τρυφερός και δημιουργικός καλλιτέχνης. Είναι δύσκολο βέβαια ακόμα και να φανταστεί κανείς τον ασυμβίβαστο μιας αιώνιας ροκ νεότητας και ομορφιάς, μεγαλύτερο. Είναι, όμως, εύκολο να τον θυμάται, χρόνια μετά τον θάνατό του.

Η γέννηση και τα πρώτα βήματα

Ο Παύλος γεννήθηκε στις 27 Ιουλίου του 1948 στην Αθήνα, με καταγωγή από τον Πόνο λόγω του πατέρα του, Κωνσταντίνου. Μεγάλωσε σε ένα ωραίο οικογενειακό περιβάλλον. Το 1967, χωρίς καμία ιδιαίτερη προσπάθεια και μάλλον αδιάφορα, «πέρασε εύκολα στο Μαθηματικο Τμημα του Πανεπιστημιου Θεσσαλονικης».

Στη Θεσσαλονίκη, ο Σιδηρόπουλος, νεαρός φοιτητής και μακριά από την οικογένειά του, ξεκίνησε τη μουσική του σταδιοδρομία. Χαρακτηριστική για το ξεκίνημά του είναι η μαρτυρία του τότε συγκάτοικού του, τραγουδοποιού Βαγγελη Γερμανου. Τις σπουδές του στο Μαθηματικό δεν τις ολοκλήρωσε, έφτασε μέχρι το 3ο ετος σπουδών και διέκοψε μιας και οι καλλιτεχνικές του ανησυχίες, και το ταλέντο του στη μουσική τον είχαν οριστικά κατακτήσει. Ως παιδί, δεν σπούδασε μουσική, έστω κι αν το ταλέντο του είχε φανεί από πολύ νωρίς. Δεν το είχε θελήσει ο πατέρας του.

«Κάθε μουσικό άκουσμα άγγιζε την ψυχή του μικρού Παυλάκη. Νανουριζόταν κάνοντας κούνια πάνω στο μικρό του αλογάκι που το κινούσε με απίστευτο ρυθμό πάνω στη μελωδία που σιγοτραγουδούσε μόνος του», διηγιόταν η μητέρα του.

Το κεφάλαιο Σπυριδούλα

Στα τελη του 1977, ο Σιδηρόπουλος, έχοντας ήδη έτοιμο το υλικό για το δίσκο «Φλου», γνωρίζεται με τους Σπυριδουλα (1, 2, 3), οι οποίοι τότε ήταν ένα νέο ροκ συγκρότημα ‑είχαν δημιουργηθεί το Σεπτέμβριο εκείνης της χρονιάς από τους αδερφούς Σπυροπουλους, Βασιλη και Νικο, αλλά μέσω των συχνών ζωντανών εμφανίσεων είχαν ήδη γίνει γνωστοί στη ροκ σκηνή.

Άρεσαν και στον Παύλο «γιατί δεν είχαν μεγάλη τεχνική κατάρτιση, το παίξιμό τους είχε αίσθημα, γουστάρανε που παίζανε, δηλαδή κινιότανε το πράγμα πάνω στο πάλκο» [σε συνέντευξή του στο Λάκη Παπαδόπουλο, περιοδικό Ποπ+Ροκ, τεύχος 6].

Μεσα στο 1978, Σιδηρόπουλος και Σπυριδούλα δίνουν μαζί συναυλίες, με τον Παύλο αρχικά να συμμετέχει σε διασκευές τραγουδιών (κυρίως των Rolling Stones). Την άνοιξη του ίδιου χρόνου, ύστερα από ανακατατάξεις στο ανθρώπινο δυναμικό, το συγκρότημα καταλήγει στη σύνθεση με την οποία ξεκίνησε τα sessions του «Φλου» (ΕΜΙΑΛ, 1979): ο Παύλος στη φωνή και τα κρουστά, Βασιλης και Νικος Σπυροπουλος στις ηλεκτρικές και ακουστικές κιθάρες (με το Νίκο να παίζει επίσης πλήκτρα και φλάουτο), ο Τολης Μαστροκαλος στο μπάσο και ο Ανδρεας Μουζακιτης πίσω από τα τύμπανα (ο οποίος κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων, θα δώσει τη θέση του στον Τασο Φωτοδημο). Το γκρούπ υπογράφει στην ΕΜΙΑΛ (EMI Columbia) και αρχίζει ηχογραφήσεις με παραγωγό τον Θοδωρο Σαραντη, ενώ ο Μανος Ξυδους αναλαμβάνει το συντονισμό.

Οι ηχογραφήσεις ολοκληρώνονται μέσα στο 1978, αλλά ο δίσκος θα κυκλοφορήσει το Μάιο του ’79. Στο δίσκο συμμετέχουν φίλοι μουσικοί (Δημητρης Πολυτιμος, Νικος Πολιτης, Γιωργος Μαγκλαρας κ.α.), ενώ στην ψυχεδελική «Ώρα του Stuff» κάνει φωνητικά η Δημητρα Γαλανη. Αξίζει να σημειωθεί πως το «Φλου» ψηφίστηκε από τους συντάκτες του περιοδικού Ποπ+Ροκ ‑σε σχετικό αφιέρωμα τον Οκτώβριο του 1992- ως το καλύτερο άλμπουμ στην ιστορία της ελληνικής ροκ σκηνής.

Μετά από λίγους μήνες ‑και αρκετές συναυλίες για την προώθηση του δίσκου- η συνεργασία του Παύλου με το συγκρότημα τελειώνει. Έναν από τους λόγους που έπαιξαν ρόλο σ’ αυτό, εξηγεί διακριτικά ο Σιδηρόπουλος: «Τα παιδιά στη Σπυριδούλα ήθελαν μια πιο μαρξιστική τοποθέτηση. Τα παιδιά θέλανε ένα γκρουπ με συγκεκριμένη πολιτική θέση, πράγμα στο οποίο εγώ δε συμφωνούσα και εκεί βρήκαμε ότι δεν ταιριάζουμε και σταματήσαμε να συνεργαζόμαστε» [συνέντευξη στον Ανδρέα Γιαννακουλόπουλο, περιοδικό Μουσική, Οκτώβριος 1982].

Οι Απροσάρμοστοι

Αρχες του 1980, ο Παύλος Σιδηρόπουλος βρίσκεται και πάλι στη διαδικασία αναζήτησης μουσικών. Όλα δείχνουν ότι πλέον αναζητά μια μόνιμη μπάντα που να μπορεί να ανταποκρίνεται στο όραμά του και να αφοσιωθεί σ’αυτό το σκοπό. «Ξέρω πολλούς κιθαρίστες που παίζουν ροκ εν ρολ, αλλά ποιοι είναι ροκεντρολίστες; Η γενιά του ’70 όσον αφορά το ροκ εν ρολ είναι τελειωμένη» έλεγε σε συνέντευξή του στον Τασο Ψαλτακη [περιοδικό Μουσικό Εξπρές, τεύχος 26, Δεκέμβριος 1980].

Αυτός είναι και ο λόγος που επιλέγει νέα παιδιά για το συγκρότημα που φτιάχνει, «γιατί υπάρχει όρεξη… και ύστερα είναι όλοι σε καλή φυσική κατάσταση. Πολλοί από τους παλιούς μουσικούς δεν είναι σε καλή κατάσταση. Η φυσική κατάσταση παίζει πολύ μεγάλο ρόλο. Για να χεις όρεξη να κάνεις κάτι, δηλαδή, κι όχι να ψάχνεις να βρεις χαμένες… παιδικές ευτυχίες…».

Ο Παύλος δοκιμάζει αρκετούς μουσικούς και σιγά-σιγά διαμορφώνεται η τελική σύνθεση της ομάδας που θα ηχογραφήσει τον επόμενο δίσκο. Λέει ο ίδιος, την ανοιξη του ’82, πως «έχοντας αλλάξει και γω δεν ξέρω πόσους μπασίστες και ντράμερ, φτιάχνω το σημερινό μου γκρουπ, τους Απροσαρμοστους. Τώρα πια το γκρουπ είναι έτοιμο και, όπως ξέρεις, σύντομα θα κυκλοφορήσουμε ένα δίσκο, που θα λέγεται «Εν Λευκω» και που η μουσική και οι στίχοι του είναι δικοί μου. Όπως βλέπεις δεν πολυκαθόμουνα αυτό τον καιρό, αλλά το μυαλό μου στο βάθος βάθος του ήταν πάντα εκεί»[συνέντευξη στον Άκη Λαδικό, περιοδικό Phenomenon, τεύχος 4].

Το συγκρότημα Απροσαρμοστοι αποτελούσαν οι: Οδυσσεας Γαλανακης (ηλεκτρική κιθάρα), Βασιλης Πετριδης (ηλεκτρική κιθάρα), Αλεκος Αραπης (μπάσο) και Κυριακος Δαριβας (τύμπανα) ‑αν και στο «Εν Λευκω» τύμπανα έπαιξε ο Ακης Σημηριωτης, μιας και ο Δαρίβας υπηρετούσε τη στρατιωτική θητεία του. Το Μαρτιο του ’82, ο Σιδηρόπουλος έρχεται σε νέα συμφωνία με την ΕΜΙ και ξεκινούν οι ηχογραφήσεις του δίσκου, στο στούντιο του Σταμάτη Σπανουδάκη. Το «Εν Λευκω» (ΕΜΙ, 1985)κυκλοφορεί τον ίδιο χρόνο, προκαλώντας αντιδράσεις ‑ακόμα και την παρέμβαση της λογοκρισίας.

Οι Απροσάρμοστοι χωρίζουν πρόσκαιρα με τον Παύλο στα τελη του ’82 και ο Παύλος τραγουδάει τα blues που τόσο του άρεσαν, με τους BUM (Blue United Musicians), στο Ροντέο. Ο ίδιος παραδεχόταν πως ως νέος δεν είχε καμία σχέση με το βαρύ blues του Muddy Waters ή του Howlin’ Wolf «γιατί δεν είχα τραβήξει τίποτα ακόμα.

Ήμουνα πιτσιρικάς. Δεν με αντιπροσώπευε καθημερινά στη ζωή μου αυτό το πράγμα, αλλά ταυτόχρονα κάτι μου ‘λεγε ότι “στα λέω γιατί μπορεί να ‘ρθουνε κι αυτά έξω από την πόρτα σου κάποτε”… […] Και με ξένιζε αυτό το μαύρο, το μουντό, το βαρύ πράγμα, αλλά ταυτόχρονα με γοήτευε αφάνταστα. Γιατί εγώ δεν είμαι ροκενρολίστας από γεννησιμιού μου. Είχα ευτυχισμένα παιδικά χρόνια. Αλλά το διάλεξα σαν τρόπο ζωής και ό,τι τράβηξα μετά, το τράβηξα επειδή το ‘θελα, όχι επειδή οδηγήθηκα προς τα’κει.» [συνέντευξη στο Νίκο Πολίτη, περιοδικό Ήχος, Μάιος 1981]

Ο Σιδηροπουλος ψάχνει παράλληλα για συγκρότημα, μιας και οι Απροσαρμοστοι «αφού μάθανε όσα θέλανε και δέθηκαν, θεώρησαν τους εαυτούς τους φίρμες. Έτσι, κάποια στιγμή, με είπαν αυταρχικό, απόλυτο κλπ. Μετά απ’ αυτά, για τελείως προσωπικούς λόγους δηλαδή, διέκοψα τις επαφές μου μαζί τους.

Μόνο ο Βασιλης Πετριδης, ένας σπουδαίος κιθαρίστας και πραγματικός γνώστης της κιθάρας ήρθε μαζί μου». Τελικά όμως, οι Απροσάρμοστοι τα ξαναβρισκουν με τον Παύλο και θα παραμείνουν μαζί του μέχρι το τέλος. Αργότερα, στο συγκρότημα συμμετείχαν περιστασιακά ο κιθαρίστας Σπυρος Σουκης και μόνιμα ο Λουκας Γκεκας στα πλήκτρα.

Τον Απριλιο του 1984, ξεκινούν οι ηχογραφήσεις για το άλμπουμ «Zorba the Freak» (ΕΜΙ, 1985). Πλέον, Παύλος Σιδηρόπουλος + Απροσάρμοστοι = (αλλάξανε) Zorba the Freak. Ο Δημητρης Πουλικακος αναλαμβάνει την παραγωγή της ηχογράφησης, ενώ πολλοί φίλοι μουσικοί, συνδράμουν σε ένα παρεϊστικο κλίμα ‑μουσικοί όπως ο κιθαρίστας Δημης Παπαχρηστου (1953 – 2008), ο πιανίστας–οργανίστας Δημητρης Πολυτιμος, ο σαξοφωνίστας David Lynch, ο Γιαννης Γιοκαρινης, ο Πετρος Σκουταρης των Sharp Ties κ.α.

Ο δίσκος κυκλοφορεί στα μέσα του 1985 και περιέχει ορισμένα από τα πλέον δημοφιλή τραγούδια που έγραψε και ερμήνευσε ο Παύλος, όπως τα «R’ N’ R Στο κρεβατι», «Αντε και καλη τυχη μαγκες», «Μικη Μαου(ς)», καθώς και αναθεωρημένες εκτελέσεις σε παλιότερα κομμάτια του («Απογοητευση», «Το ΄69»), ενώ για πρώτη φορά γράφει και τραγουδάει στα αγγλικά ‑στο blues κομμάτι «Clown».

Με τους Απροσάρμοστους, ο Σιδηρόπουλος πραγματοποιεί όλα αυτά τα χρόνια πολλές συναυλίες ‑σε ιστορικά κλαμπ (Αν, Ροντεο, Cinema, Μετρο, Κυτταρο κ.α.), κινηματογράφους, φεστιβάλ, εκδηλώσεις διαμαρτυρίας, ακόμα και στη Μπιεναλε της Βαρκελωνης. Μια από αυτές τις συναυλίες ‑το Φλεβαρη του 1989 στη μουσική σκηνή Μετρο- αποτυπώνεται στη δισκογραφική κυκλοφορία «Χωρις Μακιγιαζ» (ΜΒΙ, 1989), η οποία αποτέλεσε το τελευταίο εν ζωή άλμπουμ για το Σιδηρόπουλο και το μοναδικό ζωντανά ηχογραφημένο.

Ο δίσκος περιείχε κυρίως κομμάτια που παρ’ότι παίζονταν συχνά στις συναυλίες, δεν είχαν δισκογραφηθεί ποτέ πριν. Παραγωγός ήταν ο στενός φίλος του Παύλου, Πανος Ηλιοπουλος, ο οποίος μέσω της δισκογραφικής ετικέτας Η Πορτα Που Ανοιγει, ήταν και ο μόνος που επιμελήθηκε και μετά το θάνατο του Παύλου την κυκλοφορία άλλων ηχογραφήσεων από ζωντανές εμφανίσεις του.

Ως συγγραφέας

Το χαρακτηριστικό του καλλιτέχνη Παύλου Σιδηρόπουλου ήταν ότι έγραφε συνεχώς! Σε οποιοδήποτε άδειο χαρτί, απόκομμα, μπλοκ, έστω και σε μισή κενή κόλλα που μπορεί να βρισκόταν μπροστά του, θα αποτύπωνε κάποια σκέψη του, κάποιο συναίσθημα του. Ο Σιδηρόπουλος δεν έγραψε μόνο στίχους, αλλά και ποιήματα, ημιτελή θεατρικά έργα καθώς και κείμενα με πολιτικές και φιλοσοφικές απόψεις. Διάβαζε, ιδιαίτερα ποίηση, αλλά και φιλοσοφία.

Συχνά καταπιανόταν με τη συγγραφή διηγημάτων, τα οποία όμως δεν ολοκλήρωσε ποτέ. Έχει σημασία να αναφέρουμε πόσο καθοριστικές υπήρξαν για τον στιχουργό-ποιητή Παύλο οι επιρροές του από το κίνημα της αμερικανικής beat λογοτεχνίας (κυρίως από τον Allen Ginsberg, κατά τον ίδιο τον Παύλο), χωρίς ν’ αφήσουμε εκτός, τη λεγόμενη rock subculture με βασικότερο εκφραστή της τον Lou Reed. Δεν έλειπαν ακόμη οι στιχουργικές παραπομπές του Παύλου σε σημαντικούς Έλληνες ποιητές: στον Μανώλη Αναγνωστάκη, τον «Ποιητή της Ήττας», στο κομμάτι του, «Οι σοβαροί κλόουν» από το Φλου.

Αγαπούσε ιδιαίτερα τον Σεφέρη, τον οποίο θεωρούσε ποιητή παγκόσμιας εμβέλειας, τον Οδυσσέα Ελύτη για την ελληνικότητα της γραφής του, τον Τάκη Σινόπουλο, το Νίκο Καρούζο, και από τη νεότερη γενιά τον Γιώργο Χρονά και τον Δημήτρη Βάρο. Επίσης ανέφερε ως συνειδητή επιρροή του τον Διονύση Σαββόπουλο και τη στιχουργική του, επειδή στην ηλικία των 20 ετών ήταν ο μόνος άνθρωπος που εξέφρασε τις υποψίες του για το κοινωνικό περιβάλλον στην Ελλάδα.

Ώριμος πια ο Σιδηρόπουλος, το Σεπτέμβριο του 1990 θα πει σε συνέντευξη στον Μισέλ Φάις για το περιοδικό ΗΧΟΣ & Hi-Fi: «Νιώθω περισσότερο στιχουργός παρά μουσικός». Φράση του Παύλου που μέσα σε δυο αράδες συνοψίζει όλη του την οπτική για αυτό το σημαντικό κομμάτι της δημιουργίας του.

Το τέλος

Το φθινόπωρο του 1979, όταν ο Παύλος ήταν 31 ετών, ξεκίνησε η σχέση του με την ηρωίνη. Η καλλιτεχνική του πορεία μετρούσε ήδη εννιά χρόνια και η δημιουργικότητά του, το έργο του και η προσωπικότητά του είχαν για τα καλά αποκαλυφθεί. Στην αρχή ο Παύλος πιστεύει ότι δεν έχει να χάσει τίποτα και ότι θα μπορέσει να ξεμπλέξει εύκολα. Σύντομα σχετικά αντιλαμβάνεται το αδιέξοδο, κάτι που φαίνεται άλλωστε τόσο στους στίχους των κομματιών του όσο και σε συνεντεύξεις του.

Πολλές φορές κάνει προσπάθειες να ξεφύγει, και κατορθώνει για κάποια χρονικά διαστήματα να είναι «καθαρός». Είναι οι περίοδοι που ο Παύλος δημιουργεί ξανά και βάζει στόχους. Δυστυχώς, όμως, παρ’ όλες αυτές τις προσπάθειες, που γίνονται κυρίως ατομικά και χωρίς ποτέ να ενταχθεί σε κάποιο πρόγραμμα αποτοξίνωσης (χαρακτηριστική είναι και η μαρτυρία του Πάνου Ηλιόπουλου στο περιοδικό ΝΤΕΦΙ), τελικά δεν θα τα καταφέρει.

Την άνοιξη του 1990 χάνει τη μητέρα του, στην οποία είχε μεγάλη αδυναμία, γεγονός που τον καταβάλλει. Λίγους μήνες αργότερα αντιμετωπίζει ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας με το χέρι του (η διάγνωση του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών της 18ης Αυγούστου του 1990 ήταν «πάρεση βραχιόνιου αριστερού πλέγματος») και η κακή ψυχολογία του επιδεινώνεται. Παρ’ όλο που η κατάσταση του χεριού του ήταν πολύ σοβαρή και πιθανώς μη αναστρέψιμη, ετοιμάζει με το συγκρότημά του, τους Απροσάρμοστους, τον καινούργιο του δίσκο (πρόκειται για το μεταθανάτιο άλμπουμ Άντε και Καλή Τύχη Μάγκες) και δίνει συναυλίες.

Σύμφωνα με τον Αλέκο Αράπη, τον μπασίστα των Απροσάρμοστων, την προηγούμενη νύχτα του θανάτου του, στις 5 Δεκεμβρίου του 1990, ο Σιδηρόπουλος έφτασε στο στούντιο αρκετά καθυστερημένος και σε αλλόφρονα κατάσταση τσακώθηκε με τους μουσικούς του. Υπάρχει και η μαρτυρία του φίλου του, παραγωγού Πάνου Ηλιόπουλου, κατά την οποία εκείνο το βράδυ ο Παύλος προσπαθούσε απεγνωσμένα να επικοινωνήσει μαζί του από τηλεφώνου.

Για την ακρίβεια, ο τηλεφωνητής του Ηλιόπουλου κατέγραψε δεκαπέντε αναπάντητες κλήσεις και δεκαπέντε αντίστοιχα φωνητικά μηνύματα από τον Παύλο. Στις 6 Δεκεμβρίου του 1990, βρισκόμενος στο σπίτι μιας γνωστής του στο Νέο Κόσμο, έπεσε σε κώμα και άφησε την τελευταία του πνοή κατά τη μεταφορά του στον Ευαγγελισμό, χάνοντας τη μάχη με την ηρωίνη.

Κηδεύτηκε στις 10 Δεκεμβρίου του 1990, στο κοιμητήριο του Κόκκινου Μύλου στη Νέα Φιλαδέλφεια, παρουσία ελάχιστων επωνύμων αλλά πλήθους συγκλονισμένου και βαθιά θλιμμένου κόσμου που είχε κατακλίσει το χώρο για να του πει το τελευταίο αντίο. Σήμερα στον Κόκκινο Μύλο υπάρχει οικογενειακός τάφος στον οποίο βρίσκονται ο Παύλος, η μητέρα του και ο πατέρας του, με την προτομή του Παύλου που φιλοτέχνισε η γλύπτρια Δώρα Βουτσινά.

0 ΣΧΟΛΙΑ

Προσθήκη Σχόλιου