Σαν σήμερα 5 Μαρτίου 1956: Η πρεμιέρα του «Δράκου» που σόκαρε την Ελλάδα – Το αριστούργημα του Κούνδουρου και η τραγική φιγούρα του Ντίνου Ηλιόπουλου

Η δεκαετία του ’50 για την Ελλάδα ήταν μια εποχή που αναζητούσε το φως μέσα από τη φτώχεια και τις πληγές του Εμφυλίου. Ο κινηματογράφος πρόσφερε κυρίως γέλιο και μελόδραμα. Μέσα σε αυτό το σκηνικό, ο νεαρός τότε Νίκος Κούνδουρος, έχοντας στο πλευρό του τον κορυφαίο συγγραφέα Ιάκωβο Καμπανέλλη στο σενάριο, αποφάσισε να κοιτάξει στις σκιές της πόλης. Ο «Δράκος» δεν ήταν μια ταινία για να περάσει ευχάριστα η ώρα. Ήταν μια σπουδή πάνω στη μοναξιά, την ανάγκη για ταυτότητα και την τραγική παρεξήγηση ενός ασήμαντου ανθρώπου που ήθελε, έστω και για λίγο, να γίνει κάποιος.
Η συνάντηση δύο γιγάντων και η γέννηση ενός μύθου
Το σενάριο του Ιάκωβου Καμπανέλλη παρακολουθεί τη ζωή του Θωμά, ενός ήσυχου και φοβισμένου τραπεζικού υπαλλήλου, ο οποίος την παραμονή της Πρωτοχρονιάς διαπιστώνει με τρόμο ότι μοιάζει εκπληκτικά με έναν καταζητούμενο κακοποιό, τον περιβόητο «Δράκο». Καταδιωκόμενος από την αστυνομία, καταλήγει σε ένα κακόφημο καμπαρέ της Αθήνας. Εκεί, ο κόσμος του περιθωρίου, οι άνθρωποι της νύχτας και οι κακοποιοί, τον εκλαμβάνουν ως τον πραγματικό εγκληματία. Ο Θωμάς, αντί να αρνηθεί την ταυτότητα αυτή, τη δέχεται με ανακούφιση. Για πρώτη φορά στη ζωή του, οι άλλοι τον σέβονται, τον φοβούνται και τον προσέχουν.
Ο Νίκος Κούνδουρος, επηρεασμένος από τον γερμανικό εξπρεσιονισμό και τον ιταλικό νεορεαλισμό, δημιούργησε μια ατμόσφαιρα πνιγηρή, γεμάτη κοντράστ και σκιές. Η κάμερα του περιπλανιέται στα στενά της Αθήνας και στο εσωτερικό του καμπαρέ, αποτυπώνοντας μια Ελλάδα που η επίσημη πολιτεία ήθελε να κρύψει κάτω από το χαλί. Η μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, απόκοσμη και μελαγχολική, έντυσε ιδανικά αυτό το αστικό δράμα, δημιουργώντας ένα οπτικοακουστικό σύνολο που ήταν δεκαετίες μπροστά από την εποχή του.
Ντίνος Ηλιόπουλος: Η υπέρβαση ενός μεγάλου κωμικού
Το μεγαλύτερο ρίσκο του Κούνδουρου ήταν η επιλογή του πρωταγωνιστή. Ο Ντίνος Ηλιόπουλος ήταν ήδη ένας καθιερωμένος κωμικός, αγαπημένος για την ελαφρότητα και το μπρίο του. Στον «Δράκο», όμως, ο Ηλιόπουλος πραγματοποίησε μια ερμηνευτική υπέρβαση που σπάνια συναντά κανείς στην παγκόσμια ιστορία του κινηματογράφου. Μετέτρεψε τον Θωμά σε μια φιγούρα τσάπλινική, μια τραγική ύπαρξη που ακροβατεί ανάμεσα στον τρόμο και την ελπίδα.
Το βλέμμα του Ηλιόπουλου στην ταινία, γεμάτο απορία και μια βαθιά, εσωτερική θλίψη, παραμένει μια από τις πιο δυνατές εικόνες του ελληνικού σινεμά. Κατάφερε να αποδώσει το δράμα του ανθρώπου που προτιμά να πεθάνει ως «Δράκος» παρά να ζήσει ως το απόλυτο «τίποτα». Η σκηνή του χορού του στο καμπαρέ, όπου η αδυναμία του σώματός του έρχεται σε σύγκρουση με τη δύναμη του ρόλου που υποδύεται, είναι ένα μάθημα υποκριτικής που μνημονεύεται μέχρι σήμερα από γενιές ηθοποιών.
Η εχθρική υποδοχή και η δικαίωση από τον χρόνο
Παρά την καλλιτεχνική του αρτιότητα, ο «Δράκος» δέχτηκε σφοδρή επίθεση κατά την πρώτη του προβολή. Το κοινό, περιμένοντας να δει μια κωμωδία με τον Ηλιόπουλο, απογοητεύτηκε και αντέδρασε έντονα. Οι κριτικοί της εποχής, κυρίως οι συντηρητικοί, χαρακτήρισαν την ταινία «ανθελληνική» και «χυδαία», υποστηρίζοντας ότι δυσφημεί τη χώρα παρουσιάζοντας έναν κόσμο εγκληματιών και εξαθλίωσης. Η ταινία θεωρήθηκε εμπορική αποτυχία και αποσύρθηκε γρήγορα από τις αίθουσες, αφήνοντας τον Κούνδουρο πικραμένο.
Διαβάστε επίσης
Ωστόσο, η ιστορία είχε άλλη άποψη. Με το πέρασμα των δεκαετιών, ο «Δράκος» άρχισε να επανεκτιμάται. Διεθνή φεστιβάλ, όπως αυτό της Βενετίας, αναγνώρισαν την αξία του, ενώ σύγχρονοι σκηνοθέτες από όλο τον κόσμο αναφέρονται σε αυτόν ως μια από τις επιδράσεις τους. Σήμερα, θεωρείται ομόφωνα από τους κριτικούς και τους ιστορικούς ως η καλύτερη ελληνική ταινία όλων των εποχών, ένα έργο που κατάφερε να αποτυπώσει την υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου με τρόπο παγκόσμιο και διαχρονικό.
Διαβάστε επίσης
Μια παρακαταθήκη που παραμένει ζωντανή
Συμπληρώνοντας 70 χρόνια από εκείνη την πρεμιέρα, ο «Δράκος» παραμένει εκπληκτικά επίκαιρος. Σε μια εποχή όπου η αναζήτηση της ταυτότητας και η ανάγκη για αναγνώριση μέσα από «προσωπεία» είναι πιο έντονη από ποτέ λόγω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, η τραγωδία του Θωμά μας θυμίζει το βαρύ τίμημα της υποκρισίας και τη λύτρωση της αλήθειας. Ο Νίκος Κούνδουρος, με το τολμηρό του όραμα, χάρισε στην Ελλάδα ένα έργο τέχνης που ξεπερνά τα σύνορα της χώρας και στέκεται επάξια δίπλα στα αριστουργήματα του παγκόσμιου κινηματογράφου.
Η 5η Μαρτίου θα παραμείνει η ημερομηνία που ο ελληνικός κινηματογράφος ενηλικιώθηκε απότομα. Ο «Δράκος» δεν ήταν απλώς μια ταινία, ήταν μια κραυγή στο σκοτάδι, μια υπενθύμιση ότι πίσω από κάθε ασήμαντο άνθρωπο κρύβεται μια ολόκληρη άβυσσος. Όσοι αναζητούν την ουσία της τέχνης, θα επιστρέφουν πάντα στην Αθήνα του 1956, στον σταθμό της Λαρίσης και στο καμπαρέ του «Δράκου», για να βρουν λίγο από το χαμένο φως της ανθρώπινης ψυχής.






0 ΣΧΟΛΙΑ