Retro: Ο Ομάρ Σαρίφ στην Αθήνα και δεν φαντάζεστε με ποιες Ελληνίδες σταρ ήταν κολλητός

Το ημερολόγιο έγραφε 1971 όταν ένας από τους μεγαλύτερους ζεν πρεμιέ του παγκόσμιου κινηματογράφου, ο Ομάρ Σαρίφ, πάτησε το πόδι του στην Αθήνα. Η επίσκεψή του δεν ήταν μόνο επαγγελματική, καθώς ο θρυλικός ηθοποιός συνδεόταν με βαθιά φιλία με μερικές από τις πιο λαμπερές γυναίκες του ελληνικού σινεμά, δημιουργώντας στιγμιότυπα που έμειναν ανεξίτηλα στον χρόνο.
Καφές στο Μικρολίμανο με την Έλενα Ναθαναήλ
Μια από τις πιο εμβληματικές στιγμές της παραμονής του στην Ελλάδα ήταν η βόλτα του στον Πειραιά. Ο φωτογραφικός φακός τον απαθανάτισε στο Μικρολίμανο, να απολαμβάνει τον καφέ του δίπλα στην πανέμορφη Έλενα Ναθαναήλ.
Εντύπωση προκάλεσε το γεγονός ότι ο Σαρίφ εθεάθη να ξεφυλλίζει το περιοδικό «Επίκαιρα», προσπαθώντας να διαβάσει τους τίτλους. Ο ίδιος δεν έκρυβε την αγάπη του για την ελληνική γλώσσα, την οποία είχε πρωτομάθει κατά τα παιδικά του χρόνια στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, όπου το ελληνικό στοιχείο ήταν έντονο.
Τα γυρίσματα του “Le Casse” και η φιλία από το Χόλιγουντ
Η αφορμή για την άφιξη του σταρ στην ελληνική πρωτεύουσα ήταν τα γυρίσματα της ταινίας “Le Casse” (Οι Διαρρήκτες), στην οποία πρωταγωνιστούσε μαζί με τον Ζαν-Πολ Μπελμοντό. Ωστόσο, ο Σαρίφ βρήκε την ευκαιρία να αναθερμάνει και άλλες φιλίες.
Συναντήθηκε με τη στενή του φίλη, Ρίκα Διαλυνά, με την οποία γνωρίζονταν ήδη από τη δεκαετία του ’60 στο Χόλιγουντ. Η Ελληνίδα ηθοποιός ήταν τακτική προσκεκλημένη στις κοσμικές συγκεντρώσεις που διοργάνωνε ο Σαρίφ στο σπίτι του στο Λος Άντζελες, επισφραγίζοντας μια σχέση αμοιβαίας εκτίμησης που κράτησε χρόνια.
Διαβάστε επίσης
Ποιος ήταν ο Ομάρ Σαρίφ
Ο Ομάρ Σαρίφ ήταν αιγύπτιος ηθοποιός, με σπουδαία διεθνή καριέρα και δεινός μπρίτζερ. Στην πλούσια καριέρα του υποδύθηκε αξιομνημόνευτους ρόλους στη μεγάλη οθόνη, όπως του Σαρίφ Αλί στον «Λόρενς της Αραβίας» (1962), του γοητευτικού δόκτορος Ζιβάγκο στην ομώνυμη ταινία (1965) και του τζογαδόρου Νίκι Αρνστάιν στο «Ένα αστείο κορίτσι» (1968).
Ο Μισέλ Ντιμίτρι Σαλούμπ, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε στις 10 Απριλίου 1932 στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, στους κόλπους μιας χριστιανικής οικογένειας ρωμαιοκαθολικού δόγματος και λιβανέζικης καταγωγής. Σπούδασε μαθηματικά και φυσική στο Πανεπιστήμιο του Καΐρου και εργάστηκε αρχικά στην οικογενειακή επιχείρηση ξυλείας του πατέρα του.
Στη συνέχεια σπούδασε σε δραματική σχολή του Λονδίνου και στράφηκε στον κινηματογράφο το 1953, με πρώτη εμφάνιση στην αιγυπτιακή ταινία «Μάχη στην Κοιλάδα» για ν’ ακολουθήσουν ρόλοι κυρίως σε ρομαντικές ταινίες. Στη φιλμογραφία του συμπεριλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι ταινίες «Οι Καλύτερες μας Μέρες» (1955), «Δεν Κοιμάμαι» (1958), «Η Κυρία του Κάστρου» (1959) και η διασκευή της «Άννα Καρένινα» του Τολστόι με τίτλο «Ο Ποταμός της Αγάπης» (1961).
Το 1955 αλλαξοπίστησε και ασπάστηκε τη μουσουλμανική θρησκεία για να παντρευτεί τη συνάδελφό του Φατέν Χαμαμά, με την οποία μοιράστηκε ρόλους σε πολλές ταινίες της αιγυπτιακής του περιόδου. Το ζευγάρι απέκτησε ένα γιο και χώρισε το 1974.
Το 1962 το υποκριτικό ταλέντο του Ομάρ Σαρίφ αναγνωρίστηκε διεθνώς, όταν υποδύθηκε τον Σαρίφ Αλί στην επική ταινία του Ντέιβιντ Λιν «Λόρενς της Αραβίας». Ήταν η πρώτη αγγλόφωνη ταινία στην οποία συμμετείχε και η ερμηνεία του κέρδισε υποψηφιότητα για Όσκαρ Β’ ανδρικού ρόλου, ενώ βραβεύτηκε με Χρυσή Σφαίρα Β’ Ανδρικού Ρόλου.
Το 1965 γνώρισε μία ακόμη επιτυχία με τον Ντέιβιντ Λιν, όταν υποδύθηκε τον Δόκτορα Ζιβάγκο, στην ομώνυμη ταινία, που ήταν μεταφορά του ομότιτλου μυθιστορήματος του τιμημένου με Νόμπελ Λογοτεχνίας, σοβιετικού συγγραφέα Μπόρις Πάστερνακ. Ο τρίτος πιο γνωστός του ρόλος ήταν του τζογαδόρου Νίκι Αρνστάιν στο μιούζικαλ του Γουίλιαμ Γουάιλερ «Ένα αστείο κορίτσι» («Funny Girl», 1968), όπου πρωταγωνιστούσε δίπλα στην Μπάρμπαρα Στρέιζαντ.
Ύστερα από μία περίοδο, κατά τη διάρκεια της οποίας έμπαινε στους τίτλους των εφημερίδων για τις επιδόσεις του στο επαγγελματικό μπριτζ, έκανε την επάνοδό του το 2003 στη διασκευή του μυθιστορήματος «Ο Κύριος Ιμπραήμ και τα Λουλούδια του Κορανίου» του Φρανσουά Ντιπερόν. Για την ερμηνεία του βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας (2003) και με το γαλλικό Βραβείο Σεζάρ (2004). Το Νοέμβριο του 2005 τιμήθηκε από την UNESCO για τη συνεισφορά του στον παγκόσμιο πολιτισμό.
Ο Ομάρ Σαρίφ αποχώρησε από το χώρο της υποκριτικής το 2006, δηλώνοντας σε συνέντευξή του: «Αποφάσισα πως δεν ήθελα να είμαι σκλάβος πια κανενός πάθους, εκτός από τη δουλειά μου. Είχα πολλά πάθη – μπριτζ, άλογα, τζόγο. Επιθυμώ να ζήσω ένα άλλο είδος ζωής, να είμαι περισσότερο με την οικογένειά μου, γιατί δεν της αφιέρωσα αρκετό χρόνο». Τα επόμενα χρόνια αναίρεσε την απόφασή του αυτή σε μια – δυο περιπτώσεις.
Τον Μάιο του 2015 ο γιος του, Τάρεκ, αποκάλυψε ότι ο πατέρας του σταμάτησε την υποκριτική εξαιτίας της νόσου Αλτσχάιμερ από την οποία προσβλήθηκε, προσθέτοντας ότι ο Σαρίφ δεν θυμόταν ούτε τις πιο μεγάλες του επιτυχίες, όπως ο «Λόρενς της Αραβίας», την ταινία που του άνοιξε το δρόμο για την απόλυτη επιτυχία. Δύο μήνες αργότερα, στις 10 Ιουλίου, ο σπουδαίος αιγύπτιος ηθοποιός εγκατέλειπε τα εγκόσμια, σε ηλικία 83 ετών.






0 ΣΧΟΛΙΑ