Ο «Δράκος της Θράκης»: Σκότωνε ζευγάρια με καραμπίνα, ασελγούσε πάνω τους και τα έκαιγε μέσα στα αυτοκίνητά τους

Στη λίστα με τα εγκλήματα που σημάδεψαν την Ελλάδα, ελάχιστες υποθέσεις έχουν αφήσει τόσο βαθύ και σκοτεινό αποτύπωμα όσο αυτή του λεγόμενου «Δράκου της Θράκης». Ένας κατά συρροή δολοφόνος που έδρασε στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και στις αρχές του ’90, σκορπίζοντας τον τρόμο στην περιοχή του Έβρου και της Ροδόπης.
Διαβάστε επίσης
Με ακρίβεια, ψυχρότητα και σαδισμό, στοχοποιούσε κυρίως νεαρά ερωτευμένα ζευγάρια, τους εκτελούσε με καραμπίνα, ασελγούσε πάνω στα σώματά τους —πολλές φορές ακόμη και μετά θάνατον— και στη συνέχεια έκαιγε τα αυτοκίνητά τους με τα πτώματα μέσα, σε μια προφανή προσπάθεια να εξαφανίσει κάθε στοιχείο. Το μοτίβο του ήταν ξεκάθαρο. Η φρίκη του, απόλυτη. Η ταυτότητά του, παραμένει μέχρι σήμερα άγνωστη.
Ο πρώτος φόνος στην Αλεξανδρούπολη
Το πρώτο έγκλημα που συνδέθηκε με τη δράση του καταγράφηκε στις 31 Αυγούστου του 1988, κοντά στην Αλεξανδρούπολη. Η 23χρονη Φανή Παρασκευοπούλου και ο 34χρονος φίλος της, Γιώργος Κύρκος, βρίσκονταν μέσα στο αυτοκίνητό τους σε μια ήσυχη, απομονωμένη τοποθεσία, όταν ξαφνικά δέχθηκαν επίθεση.
Η κοπέλα βρέθηκε νεκρή από πυροβολισμό στο κεφάλι, ενώ ο άντρας μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο σε κρίσιμη κατάσταση, με βαριά τραύματα και πλήρη απώλεια μνήμης. Παρότι επέζησε, δεν κατάφερε ποτέ να θυμηθεί τι είχε συμβεί εκείνο το βράδυ. Η Αστυνομία δεν εντόπισε σημάδια ληστείας ούτε κάποιο προφανές κίνητρο. Το μόνο που έμεινε ήταν η βαρβαρότητα του εγκλήματος και η ανησυχία ότι κάτι σκοτεινότερο μπορεί να ξεκινά.
Η δεύτερη φρικιαστική επίθεση
Μόλις λίγες εβδομάδες αργότερα, στις 28 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους, ένα δεύτερο φονικό, ακόμη πιο τρομακτικό, έρχεται να επιβεβαιώσει τους χειρότερους φόβους. Στην ίδια ευρύτερη περιοχή, εντός φυλασσόμενης στρατιωτικής ζώνης κοντά στα σύνορα, ο 35χρονος τεχνικός της ΕΡΤ, Βαγγέλης Κούτρας, και η 27χρονη σύντροφός του από την Αυστρία, επιστρέφουν από ταξίδι στην Τουρκία.
Εκείνο το βράδυ σταματούν το αυτοκίνητό τους σε σημείο ανάπαυσης. Ο δολοφόνος εμφανίζεται από το πουθενά, οπλισμένος με καραμπίνα. Τους αιφνιδιάζει. Τους πυροβολεί και τους δύο εν ψυχρώ. Αλλά η φρίκη δεν σταματά εκεί. Στη συνέχεια, όπως αποκάλυψαν οι ιατροδικαστικές εξετάσεις, ασελγεί πάνω στο πτώμα της νεαρής γυναίκας.
Ύστερα, περιλούζει το όχημα με εύφλεκτο υγρό και το πυρπολεί. Όταν οι Αρχές εντοπίζουν τη σκηνή, το αυτοκίνητο έχει γίνει στάχτη. Τα σώματα είναι απανθρακωμένα. Τα στοιχεία σχεδόν ανύπαρκτα. Μια πράξη που δεν παραπέμπει απλώς σε δολοφόνο, αλλά σε έναν άνθρωπο με βαθιά διεστραμμένη ψυχολογία, που ήθελε όχι απλώς να σκοτώσει, αλλά να διαλύσει την ανθρώπινη υπόσταση των θυμάτων του.
Το τελευταίο φονικό
Η κορύφωση της δράσης του έρχεται στις 26 Ιουλίου 1990. Σε αγροτική περιοχή της Ροδόπης, κοντά στον Ίασμο, εντοπίζεται μια Mercedes που φλέγεται στη μέση του πουθενά. Όταν οι πυροσβέστες καταφέρνουν να σβήσουν τη φωτιά, το αποκαλυπτικό θέαμα σοκάρει ακόμα και τους πιο έμπειρους.
Στο πίσω κάθισμα της καμένης Mercedes εντοπίζονται δύο ανθρώπινα κουφάρια: ο Ντράγκαν Έρντελς και η Μαριάνα Ντοτζίνοβιτς. Το σημείο εκτέλεσης είχε σχεδόν ισοπεδωθεί από τη φωτιά, όμως τα ιατροδικαστικά ευρήματα ήταν ξεκάθαρα. Και οι δύο είχαν πυροβοληθεί σχεδόν εξ επαφής, ενώ η νεκροψία έδειξε ότι η Μαριάνα είχε υποστεί σεξουαλική κακοποίηση μετά θάνατον, κάτι που επιβεβαίωσε την ύπαρξη ενός παρανοϊκού και βαθιά διαταραγμένου προφίλ εγκληματία. Ήταν η τελευταία επίσημα επιβεβαιωμένη δολοφονία που αποδόθηκε στον «Δράκο της Θράκης». Μετά από αυτό, εξαφανίστηκε από τον χάρτη, όπως ακριβώς εμφανίστηκε — χωρίς ίχνος, χωρίς ήχο, χωρίς πρόσωπο.
Η έρευνα της Αστυνομίας
Και ενώ οι Αρχές βρίσκονταν σε πλήρη σύγχυση, στα μέσα της δεκαετίας του ’90 μια ξαφνική ανακάλυψη αναπτερώνει τις ελπίδες για διαλεύκανση. Σε έφοδο της Αστυνομίας σε καταυλισμό Ρομά στον Δενδροπόταμο Θεσσαλονίκης, εντοπίζεται μια καραμπίνα. Η βαλλιστική ταυτοποίηση είναι αδιαμφισβήτητη: είναι το ίδιο όπλο που χρησιμοποιήθηκε και στα τρία εγκλήματα.
Όμως το όπλο δεν φτάνει. Αν και εντοπίζεται ένας βασικός ύποπτος, ήδη κρατούμενος για άλλα αδικήματα, δεν προκύπτουν επαρκή στοιχεία για να στοιχειοθετηθεί κατηγορία. Η υπόθεση, με όλη της τη φρίκη, επιστρέφει πάλι στη σιωπή. Το όπλο φυλάσσεται, τα στοιχεία αρχειοθετούνται και ο δολοφόνος παραμένει στην αφάνεια.
Το 1999 γίνεται μια τελευταία απόπειρα επανεξέτασης του φακέλου. Ορισμένοι ερευνητές προσπαθούν να τον συνδέσουν με τη φρικιαστική υπόθεση του λεγόμενου «Μάγου της Καβάλας», ενός άνδρα που είχε διαπράξει αποτρόπαιες σεξουαλικές και φονικές πράξεις με παρόμοια χαρακτηριστικά. Όμως και αυτή η γραμμή έρευνας αποτυγχάνει. Δεν υπάρχουν απτά στοιχεία. Όλα παραμένουν εικασίες. Η αλήθεια χάνεται, για άλλη μια φορά, πίσω από την έλλειψη τεχνολογίας, μαρτύρων και ντοκουμέντων.
Οι ψυχίατροι και ιατροδικαστές που εξέτασαν την υπόθεση τότε μιλούν με σχεδόν ανατριχιαστική ψυχραιμία. Όπως σημείωσε χαρακτηριστικά ένας ειδικός: «Σκοτώνει για το πάθος του, τακτοποιεί τα πάντα, εξαφανίζει στοιχεία και αθόρυβα εξαφανίζεται και ο ίδιος». Δεν πρόκειται για άνθρωπο που δολοφόνησε από οικονομικό συμφέρον ή τυχαία. Πρόκειται για άτομο με δομημένο προφίλ θηρευτή, που λειτουργεί μέσα από τελετουργικά μοτίβα, πιθανώς με βαθιά διαταραγμένη σεξουαλικότητα.






0 ΣΧΟΛΙΑ