«Ήθελα να νιώσω τον θάνατο»: Το προφίλ του αδίστακτου κακοποιού που αιματοκύλισε την Ελληνική Αστυνομία!

Είναι από εκείνες τις σκοτεινές, ανατριχιαστικές υποθέσεις της σύγχρονης ελληνικής εγκληματολογίας που πάγωσαν το πανελλήνιο και άφησαν ανεξίτηλα σημάδια στο σώμα της ελληνικής αστυνομίας. Η 30ή Δεκεμβρίου του 2005, παραμονές Πρωτοχρονιάς, έμελλε να γραφτεί με αίμα στα ορεινά μονοπάτια της Πίνδου, ανάμεσα στα χωριά Τριγώνα και Ορθοβούνι του νομού Τρικάλων. Μια διαδικασία ρουτίνας, μια τυπική μεταγωγή κρατουμένων, μετατράπηκε σε ένα άνευ προηγουμένου λουτρό αίματος, αποκαλύπτοντας τραγικές παραλείψεις, εγκληματικές ολιγωρίες και την απόλυτη φρίκη μιας διαταραγμένης προσωπικότητας.
Το σκηνικό του τρόμου στην παγωμένη ομίχλη της Πίνδου
Εκείνη την ημέρα, το κλίμα στην περιοχή ήταν αποπνικτικό από το τσουχτερό κρύο και την πυκνή ομίχλη που περιόριζε την ορατότητα στα δέκα μόλις μέτρα. Ένα τυχαίο διερχόμενο όχημα εντόπισε σταθμευμένη στην άκρη του επαρχιακού δρόμου μια λευκή κλούβα της αστυνομίας. Η εικόνα ήταν απόκοσμη: το όχημα βρισκόταν μισό στην άσφαλτο και μισό στα χαλίκια, με τις πίσω πόρτες να είναι ορθάνοιχτες και να χτυπούν βίαια από τον αέρα.
Ο οδηγός του πολιτικού αυτοκινήτου, κατεβαίνοντας με κομμένη την ανάσα, αντίκρυσε ένα θέαμα φρίκης. Δίπλα στις ρόδες της κλούβας, πεσμένοι μέσα στις λάσπες και τα πηχτά αίματα, βρίσκονταν δύο αστυνομικοί. Ο ένας ήταν ήδη νεκρός, ενώ ο δεύτερος χαροπαλεύε βαριά. Οι θήκες των υπηρεσιακών τους όπλων ήταν άδειες. Στο εσωτερικό του σκοτεινού οχήματος, κουλουριασμένος και τρέμοντας από τον φόβο του, καθόταν ένας 17χρονος ανήλικος αλλοδαπός κρατούμενος, ο οποίος κοιτούσε στο κενό χωρίς να μπορεί να αρθρώσει λέξη. Κάποιος είχε ανοίξει πυρ εν ψυχρώ, εκτελώντας δύο ανθρώπους εν ώρα δουλειάς και εξαφανιζόμενος στα παγωμένα δάση.
Το χρονικό μιας προαναγγελθείσας τραγωδίας: Η αναχώρηση από τα Ιωάννινα
Λίγες ώρες νωρίτερα, το πρωί της ίδιας ημέρας στις 08:30, στο τμήμα μεταγωγών Ιωαννίνων επικρατούσε η συνηθισμένη υπηρεσιακή ρουτίνα. Δύο αστυνομικοί, οικογενειάρχες και αφοσιωμένοι στο καθήκον, ο 45χρονος οδηγός Δημήτρης Κότσης (πατέρας ενός παιδιού) και ο 47χρονος συνοδός Κωνσταντίνος Βλαχοπάνος (πατέρας δύο παιδιών), ετοιμάζονταν για μια αποστολή που θεωρείτο τυπική. Το σχέδιο προέβλεπε την παραλαβή τριών κρατουμένων με τελικό προορισμό την αστυνομική διεύθυνση Λάρισας, από όπου θα οδηγούνταν σε diferentes σωφρονιστικά καταστήματα της χώρας.
Στο πίσω μέρος της κλούβας επιβιβάστηκαν τρία άτομα. Οι δύο ήταν ανήλικοι Αλβανοί, ηλικίας 17 ετών, οι οποίοι είχαν συλληφθεί για κατοχή και μεταφορά μεγάλων ποσότητων ναρκωτικών (128 κιλών χασής) και είχαν ως προορισμό το ίδρυμα ανηλίκων στην Κασαβέτια (μεταξύ αυτών και ένας νεαρός με το όνομα Ντάντα). Ο τρίτος επιβάτης ήταν ένας 23χρονος αλλοδαπός, ο οποίος κατευθυνόταν προς τις φυλακές Κομοτηνής. Πίσω από το αδιάτρητο διαχωριστικό πλέγμα, οι δύο αστυνομικοί κάθονταν εντελώς μόνοι τους, χωρίς ενισχύσεις, χωρίς συνοδευτικό περιπολικό και χωρίς ειδικό οπλισμό προστασίας, αγνοώντας πλήρως τη «βόμβα» που κουβαλούσαν μαζί τους.
Το μοιραίο λάθος και η έκρηξη της βίας
Καθώς το όχημαδιέσχιζε τον ορεινό όγκο της Πίνδου και κατηφόριζε στην περιοχή της Τριγώνας γύρω στις 11:00 το πρωί, οι κρατούμενοι ζήτησαν από τους αστυνομιμκούς να κάνουν μια ολιγόλεπτη στάση για να εξυπηρετήσουν φυσική τους ανάγκη. Ο Δημήτρης Κότσης συμμορφώθηκε, παρκάροντας στην άκρη του δρόμου. Οι αστυνομικοί ξεκλείδωσαν τη βαριά πόρτα για να βγάλουν τους κρατούμενους, οι οποίοι φορούσαν χειροπέδες.
Τότε, εκδηλώθηκε το μοιραίο ανθρώπινο λάθος που έμελλε να αποβεί μοιραίο. Ο 23χρονος κρατούμενος, με ήρεμο και πειστικό ύφος, ζήτησε από τον Κωνσταντίνο Βλαχοπάνο να του λύσει προσωρινά τις χειροπέδες για να μπορέσει να κινηθεί ελεύθερα. Ο αστυνομικός, πρυτανεύουσας της ανθρώπινης καλοσύνης και μην έχοντας την παραμικρή ιδέα για το ποιος στεκόταν απέναντί του, έβγαλε τα κλειδιά και του ελευθέρωσε τα χέρια.
Μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου, ο νεαρός μετατράπηκε σε λυσσασμένο θηρίο. Χωρίς καμία προειδοποίηση, έπεσε πάνω στον Κωνσταντίνο, τον αφόπλισε με βία και άρπαξε το υπηρεσιακό του περίστροφο από τη θήκη. Παρά την ηρωική προσπάθεια του Δημήτρη Κότση να τρέξει σε βοήθεια του συναδέλφου του, ο δράστης άνοιξε πυρ εν ψυχρώ. Έπειτα από ρίψη τριών σφαιρών στο στήθος, ο Κωνσταντίνος σοριάστηκε νεκρός, ενώ αμέσως μετά ο αδίστακτος κακοποιός εκτέλεσε εν τω γεντεσθαι και τον Δημήτρη με μια σφαίρα στο κεφάλι. Αφού ολοκλήρωσε το μακελειό, ο δράστης τράπηκε σε φυγή πεζός, χάνοντας ακόμη και τα παπούτσια του στη λάσπη, εξαφανιζόμενος στα χιόνια.
Ποιος ήταν ο αδίστακτος δολοφόνος: Το προφίλ ενός «τέρας»
Όταν η ταυτότητα του δράστη αποκαλύφθηκε, το πανελλήνιο συγκλονίστηκε. Ο 23χρονος κακοποιός, γνωστός στα αστυνομικά αρχεία και με το όνομα Ζείν, είχε καταγωγή από τη Ρωσία. Λίγες εβδομάδες νωρίτερα, τον Οκτώβριο του 2005, είχε συγκλονίσει το νησί της Κέρκυρας με τη δολοφονία της 42χρονης νοικοκυράς και μητέρας δύο παιδιών, Αγγελικής Σελά.
Την είχε πάρει με οτοστόπ και στη συνέχεια τη δολοφόνησε άγρια, αφήνοντας το πτώμα της μέσα στο αυτοκίνητό της. Όταν οι αστυνομικοί τον είχαν συλλάβει τότε και τον είχαν ρωτήσει γιατί προέβη σε αυτή την αποτρόπαια πράξη, η ομολογία του είχε παγώσει το αίμα των αρχών: «Ήθελα να νιώσω το αίσθημα του θανάτου. Όποιος και να σταματούσε μπροστά μου εκείνη τη μέρα, θα τον σκότωνα».
Χαρακτηρισμένος ως «άκρος επικίνδυνος» και ψυχικά διαταραγμένος, ο Ζείν είχε μεταφερθεί με δρακόντεια μέτρα ασφαλείας, ωστόσο η εγκληματική αμέλεια των αρμοδίων υπηρεσιών επέτρεψε να μεταφερθεί χωρίς να γνωρίζουν οι συνοδοι αστυνομικοί το παρελθόν του.
Διαβάστε επίσης
Το γιγαντιαίο ανθρωποκυνηγητό και το τέλος
Η κινητοποίηση της Ελληνικής Αστυνομίας υπήρξε πρωτοφανής. Περισσότερες από δέκα ομάδες των ΕΚΑΜ, ειδικές δυνάμεις, ελικόπτερα με θερμικές κάμερες, αεροπλάνα C-130 και ειδικά εκπαιδευμένα σκυλάκια χτένισαν σπιθαμή προς σπιθαμή την ορεινή περιοχή.
Έπειτα από τέσσερις ημέρες αγωνίας, στις 2 Ιανουαρίου 2006, ο δραπέτης εντοπίστηκε νεκρός στις όχθες του ποταμού Μαλακασιώτη, μόλις δύο χιλιόμετρα μακριά από το σημείο του εγκλήματος. Αντιλαμβανόμενος ότι ο κλοιός είχε σφίξει γύρω του και ότι δεν υγίστατο καμία διέξοδος, ο Ρώσος δολοφόνος έβαλε το κλεμμένο περίστροφο του αστυνομικού στον κρόταφο και αυτοκτόνησε, χρησιμοποιώντας την τελευταία σφαίρα που είχε απομείνει στη θαλάμη.
Η υπόθεση αυτή άφησε πίσω της βαθιές πληγές, οδήγησε σε πειθαρχικές διώξεις και αποψίλωση ευθυνών στην ηγεσία της ΕΛ.ΑΣ., αλλά κυρίως υπενθύμισε με τον πιο οδυνηρό τρόπο ότι στον τομέα της ασφάλειας, η παραμικρή παράλειψη μπορεί να αποδειχθεί θανατηφόρα.






0 ΣΧΟΛΙΑ