Διονύσης και Λυσίμαχος Φούκας: Σκότωσαν πέντε νεαρούς κυνηγούς γιατί πατούσαν τα τριφύλλια τους – Το μακελειό που «πάγωσε» την Ελλάδα το 2006

Μια από τις πιο σκοτεινές και συγκλονιστικές υποθέσεις στην εγκληματολογική ιστορία της Ελλάδας έλαβε χώρα το Σάββατο 25 Νοεμβρίου 2006, όταν πέντε άνδρες, κυνηγοί και συγγενείς μεταξύ τους, βρέθηκαν νεκροί σε ένα χωράφι κοντά στα Καλύβια Αγρινίου. Το περιστατικό αυτό, που έμεινε γνωστό ως το «πενταπλό φονικό των κυνηγών», αποκάλυψε μια τραγική αλυσίδα γεγονότων και συγκάλυψης, οδηγώντας τελικά στην εξιχνίαση ενός εγκλήματος με απρόβλεπτες συνέπειες.
Η εξαφάνιση και η φρικτή ανακάλυψη
Το απόγευμα της μοιραίας ημέρας, πέντε φίλοι και συγγενείς – δύο αδέλφια 23 και 21 ετών, και τρία πρώτα ξαδέλφια τους, 33, 32 και ο 17χρονος Αλέξης – είχαν πάει για κυνήγι. Γύρω στις 5 μ.μ., ο πατέρας του Αλέξη δέχτηκε ένα σύντομο τηλεφώνημα από τον γιο του, όπου πρόλαβε να πει μόνο «πατέρα» και τίποτε άλλο. Καθώς οι ώρες περνούσαν και η παρέα δεν επέστρεφε, ο πατέρας ξεκίνησε να τους αναζητήσει στην περιοχή όπου κυνηγούσαν. Εκεί, βρήκε το κυνηγόσκυλο και το αυτοκίνητο της παρέας. Η συνέχεια ήταν ανατριχιαστική: άρχισε να ανακαλύπτει τα πτώματα των πέντε ανδρών, διάσπαρτα μέσα σε ένα χωράφι, με το τελευταίο – αυτό του νεαρού Αλέξη – να βρίσκεται περίπου 100 μέτρα μακριά.
Η αυτοψία και οι πρώτες ενδείξεις
Οι αστυνομικοί που κλήθηκαν στο σημείο αντίκρισαν μια σκηνή που μαρτυρούσε βίαιο θάνατο. Δύο πτώματα βρέθηκαν μέσα στο χωράφι, όπου υπήρχε ένα κοπάδι πρόβατα, ενώ τα άλλα τρία ήταν παρατεταγμένα στον αγροτικό δρόμο. Η διασπορά των σωμάτων υπέδειξε ότι τα θύματα είχαν προσπαθήσει να διαφύγουν ή να διασκορπιστούν όταν ξέσπασε κάποιο περιστατικό στο χωράφι. Η παρουσία χαριστικών βολών στα θύματα αρχικά οδήγησε τις αρχές στην εικασία ότι επρόκειτο για εκτέλεση από επαγγελματίες δολοφόνους, πιθανώς λόγω εμπλοκής των κυνηγών σε κάποια παράνομη δοσοληψία.
Η αστυνομία ξεκίνησε άμεσα προσαγωγές κατοίκων της περιοχής, καθώς η λογική υπέδειξε ότι το έγκλημα είχε σχέση με την περιοχή και τους ανθρώπους της.
Η κατάθεση-κλειδί και οι βασικοί ύποπτοι
Οι πέντε κυνηγοί είχαν βρεθεί άθελά τους μέσα στο βοσκοτόπι του 73χρονου Λυσίμαχου Φούκα, ο οποίος είχε τη φήμη του «νταή» στο χωριό, και του 37χρονου γιου του, Διονύση Φούκα, για τον οποίο οι συγχωριανοί του έτρεφαν μεγάλη εκτίμηση. Ένας βοσκός, ο οποίος είχε ειδοποιήσει τον Λυσίμαχο Φούκα ότι κυνηγοί είχαν μπει στο χωράφι με το τριφύλλι, τρομάζοντας τα πρόβατα, ήταν ο τελευταίος που είχε δει ζωντανούς τους πέντε άνδρες. Παρότι αρχικά ο βοσκός αρνήθηκε να καταθέσει – πιθανόν από φόβο – η πληροφορία αυτή κυκλοφόρησε άμεσα στο χωριό.
Τελικά, τη Δευτέρα το πρωί, ο μάρτυρας-κλειδί αποφάσισε να καταθέσει στην αστυνομία, αλλάζοντας ριζικά την πορεία των ερευνών και περιορίζοντας τον κύκλο των υπόπτων. Οι αρχικοί ισχυρισμοί των πατέρα και γιου Φούκα ότι δεν είχαν ακούσει πυροβολισμούς, λόγω του θορύβου των προβάτων, και ότι βρίσκονταν σε διαφορετικά σημεία, καταρρίφθηκαν.
Η σύλληψη και οι ομολογίες
Πατέρας και γιος προσαχθήκαν στην Ασφάλεια Αγρινίου. Κατά την έρευνα στο σπίτι τους, βρέθηκαν δύο όπλα, ένα εκ των οποίων, όπως αποδείχθηκε από τη βαλλιστική εξέταση, ήταν το όπλο του φόνου. Επιπλέον, ένα ελαφρύ τραύμα από σκάγια στη δεξιά κλείδα του Διονύση Φούκα και μια κηλίδα αίματος που ταυτοποιήθηκε με DNA στον τόπο του εγκλήματος, συνέδεσαν άμεσα τον νεότερο Φούκα με το μακελειό. Το ψέμα του Διονύση ότι είχε είκοσι μέρες να πάει για κυνήγι αποκαλύφθηκε όταν βρέθηκαν ρούχα του με πρόσφατα ίχνη πυρίτιδας. Ένα αποτύπωμα πατημασιάς κοντά στα πτώματα και οι λασπωμένες γαλότσες του Διονύση που βρέθηκαν στη στάνη, συμπλήρωσαν το παζλ των αποδεικτικών στοιχείων. Οι έμπειροι αστυνομικοί, διαπιστώνοντας ότι ο τόπος του εγκλήματος ήταν ανέπαφος, συνήγαγαν ότι οι δράστες ήταν από την περιοχή. Υπό την πίεση των αποδεικτικών στοιχείων και των ανακρίσεων, πατέρας και γιος ομολόγησαν. Ο καθένας προσπαθούσε να αναλάβει την ευθύνη για να προστατεύσει τον άλλο. Οι αστυνομικοί κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο Διονύσης Φούκας ήταν ο δράστης που σήκωσε το όπλο, ενώ ο Λυσίμαχος Φούκας ήταν ο ηθικός αυτουργός.
Το κίνητρο και ο δραματικός επίλογος
Σύμφωνα με τις καταθέσεις τους, το απόγευμα της 25ης Νοεμβρίου, πατέρας και γιος έφτασαν στο σημείο όπου βρίσκονταν οι κυνηγοί. Αρχικά ο Διονύσης αποχώρησε, αλλά γύρισε πίσω ακούγοντας τον πατέρα του να λογομαχεί και έναν πυροβολισμό. Με μια καραμπίνα στα χέρια, ο Διονύσης Φούκας υποστήριξε ότι οι κυνηγοί άρχισαν να βρίζουν και να απειλούν, και ότι το όπλο του ενός εκπυρσοκρότησε κατά λάθος. “Μου χάλαγαν τους φράχτες και τρόμαζαν τα πρόβατα. Άκουσα τον καβγά με τον πατέρα μου. Μετά πυροβολισμό. Γύρισα. Ένας απ’ αυτούς πήγε να μου πιάσει το χέρι κι εγώ τραβήχτηκα πίσω και ξεκρέμασα το όπλο μου,” δήλωσε ο Διονύσης Φούκας.
Μετά το φονικό, πατέρας και γιος επέστρεψαν στο χωριό τους με αξιοσημείωτη ψυχραιμία. Ο Διονύσης Φούκας πέταξε τα ματωμένα ρούχα του στον βόθρο, έκανε μπάνιο και πήγε στο καφενείο, όπου τον κατέγραψαν τηλεοπτικές κάμερες να μιλά για το φονικό και να ζητά την παραδειγματική τιμωρία των δραστών. Εννέα μήνες αργότερα, από τις φυλακές Ναυπλίου, εξέφραζε την επιθυμία του να εξαγνιστεί η ψυχή του.
Η δίκη διεξήχθη τον Μάρτιο του 2008 στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αιγίου. Ο Διονύσης Φούκας δήλωσε: “Δεν είχα πρόθεση να κάνω κακό, ούτε ο πατέρας μου με ενθάρρυνε, κατηγορείται άδικα. Βρισκόμουν εν βρασμώ ψυχής και αυτό δεν αποτελεί ελαφρυντικό. Από την πρώτη στιγμή το είχα πάρει απόφαση να αυτοκτονήσω, αλλά δεν είχα το κουράγιο. Δεν θέλω τίποτα λιγότερο από ισόβια.”
Διαβάστε επίσης
Πατέρας και γιος καταδικάστηκαν τελικά σε πέντε φορές ισόβια κάθειρξη.
Δυστυχώς, η τραγωδία δεν σταμάτησε εκεί. Τέσσερα χρόνια μετά το φονικό, η 52χρονη μητέρα του 17χρονου Αλέξη, που δεν συνήλθε ποτέ από την απώλεια του γιου της, αυτοκτόνησε με φυτοφάρμακο. Λίγες ώρες αργότερα, η 16χρονη κόρη της, βρίσκοντάς τη νεκρή, έδωσε και αυτή τέλος στη ζωή της με τον ίδιο φρικτό τρόπο, κλείνοντας με τον πιο δραματικό τρόπο ένα κεφάλαιο γεμάτο πόνο και απώλεια.






0 ΣΧΟΛΙΑ