Υγεία: «Καμπανάκι» από τους ειδικούς για το αγαπημένο μας ρόφημα – Δεν είναι τόσο «αθώο»

Τίποτα δεν συγκρίνεται με ένα αχνιστό φλιτζάνι τσάι νωρίς το πρωί και είναι «χρυσάφι» για την υγεία μας. Πέρα από την καταπραϋντική και τονωτική του δράση, το ρόφημα αυτό έχει συνδεθεί με μια σειρά από οφέλη για την υγεία. Οι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι η κατανάλωση τσαγιού, το οποίο είναι πλούσιο σε αντιοξειδωτικά που ονομάζονται πολυφαινόλες, μπορεί να προστατεύσει την καρδιά, να ενισχύσει τη μνήμη και τη λειτουργία του εγκεφάλου, ακόμη και να βελτιώσει την οστική πυκνότητα.
Ωστόσο, θα μπορούσε η αγαπημένη σας συνήθεια να βλάπτει τελικά την υγεία σας; Πρόσφατες έρευνες δείχνουν πως αυτό είναι πιθανό. Μια νέα μελέτη επιστημόνων από το Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ, η οποία δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Science of the Total Environment, έδειξε ότι το ζεστό τσάι μπορεί να αποτελεί σημαντική πηγή μικροπλαστικών. Τα μικροπλαστικά είναι μικροσκοπικά θραύσματα πλαστικού, αόρατα στο γυμνό μάτι, τα οποία προέρχονται από διάφορες πηγές της καθημερινότητάς μας, όπως πλαστικά μπουκάλια και καπάκια, μικροσκοπικά σφαιρίδια σε οδοντόκρεμες, αλλά και από τα ίδια τα φακελάκια τσαγιού.
Υγεία: Η μελέτη που ανατρέπει τα δεδομένα για το τσάι
Αν και δεν είναι ακόμη σαφές πώς ακριβώς επηρεάζουν αυτά τα σωματίδια την υγεία μας, διάφορες μελέτες τα έχουν συνδέσει με φλεγμονές, ορμονικές διαταραχές, προβλήματα στο έντερο, ακόμη και με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου. Η συγκεκριμένη μελέτη κατέδειξε ότι οι υψηλές θερμοκρασίες ευνοούν την απελευθέρωση μικροπλαστικών από τη συσκευασία και τα φακελάκια μέσα στο ρόφημα. Οι ερευνητές σημείωσαν πως η συνεχιζόμενη έκθεση σε μικροπλαστικά μέσω κοινών ροφημάτων μπορεί να συμβάλει σημαντικά στη συνολική καθημερινή πρόσληψή τους, οδηγώντας σε πιθανές αρνητικές επιπτώσεις για την ανθρώπινη υγεία.
Στη συνέχεια, η μελέτη εξετάζει άλλους τρόπους με τους οποίους το τσάι μπορεί να επηρεάσει τον οργανισμό σας, από τη διαταραχή του ύπνου έως την πεπτική δυσφορία, καθώς και πώς μπορείτε να μετριάσετε αυτές τις επιπτώσεις. Η πρώτη σημαντική προειδοποίηση αφορά τα μικροπλαστικά, καθώς σήμερα πολλά φακελάκια τσαγιού σφραγίζονται με πλαστικό για να μην διαλύονται.
Η μελέτη του Πανεπιστημίου του Μπέρμιγχαμ εξέτασε πάνω από 150 ζεστά και κρύα ροφήματα και διαπίστωσε ότι το ζεστό τσάι περιείχε τα υψηλότερα επίπεδα μικροπλαστικών. Η ομάδα, υπό την καθοδήγηση του καθηγητή Mohamed Abdallah, διαπίστωσε ότι το ζεστό τσάι περιέχει 60 μικροπλαστικά σωματίδια ανά λίτρο, δηλαδή περίπου 12 έως 15 ανά φλιτζάνι. Συγκριτικά, ένα λίτρο αναψυκτικού περιείχε περίπου 17 μικροπλαστικά, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι υψηλότερες θερμοκρασίες ενθαρρύνουν τη διαρροή περισσότερων πλαστικών στο ρόφημα.
Τα ευρήματα της μελέτης για την επίδραση που έχει το τσάι στην υγεία
Επιπλέον, το ζεστό τσάι που σερβίρεται σε πλαστικό ποτήρι μιας χρήσης περιείχε περισσότερα σωματίδια πλαστικού, ενώ εκείνο που σερβιρόταν σε κεραμική κούπα περιείχε λιγότερα, αποδεικνύοντας ότι και η εξωτερική συσκευασία παίζει ρόλο. Αυτή δεν είναι η πρώτη μελέτη που συνδέει την κατανάλωση μικροπλαστικών με το τσάι, καθώς ερευνητές από το Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης έχουν επίσης κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου.
Οι ερευνητές τονίζουν ότι καθώς η χρήση πλαστικού στις συσκευασίες τροφίμων αυξάνεται, είναι ζωτικής σημασίας να αντιμετωπιστεί η μόλυνση από μικρο- και νανοπλαστικά για τη διασφάλιση της ασφάλειας των τροφίμων και της δημόσιας υγείας. Τα ευρήματά τους ενισχύουν τον αυξανόμενο όγκο στοιχείων για τη διάχυτη φύση της ρύπανσης από πλαστικά. Μελέτες έχουν εντοπίσει μικροπλαστικά σε βιολογικά υγρά όπως το σάλιο, το αίμα και το μητρικό γάλα, καθώς και σε όργανα όπως το ήπαρ, τα νεφρά και ο εγκέφαλος, αν και οι περισσότερες έρευνες σχετικά με τις επιπτώσεις τους στην υγεία έχουν διεξαχθεί μέχρι στιγμής σε ζώα.
Στο μεταξύ, πρόσφατες έρευνες έχουν θέσει υπό αμφισβήτηση την αξιοπιστία αυτών των μελετών, υποδηλώνοντας ότι σε ορισμένες εργασίες ο εντοπισμός μικροπλαστικών μπορεί να ήταν εσφαλμένος. Για να μειώσετε την πρόσληψη μικροπλαστικών, ο καθηγητής Abdallah συμβουλεύει να αποφεύγετε το τσάι που παίρνετε «σε πακέτο» όταν σερβίρεται σε πλαστικά ποτήρια με πλαστικά καπάκια. Μιλώντας στην εφημερίδα The Telegraph, πρότεινε να προτιμάτε τη συνηθισμένη σας γυάλινη ή κεραμική κούπα. Μια άλλη λύση είναι να παρασκευάζετε το δικό σας τσάι χρησιμοποιώντας χύμα φύλλα αντί για φακελάκια.
Διαβάστε επίσης
Υγεία: Η προειδοποιήση των ειδικών για το τσάι
Ένας άλλος παράγοντας που χρήζει προσοχής είναι η απορρόφηση του σιδήρου. Το τσάι είναι πλούσια πηγή μιας κατηγορίας ενώσεων που ονομάζονται τανίνες, οι οποίες προσδίδουν στο ρόφημα τη χαρακτηριστική πικρή του γεύση. Παρόλο που η περιεκτικότητα ποικίλλει ανάλογα με το είδος του τσαγιού και τον χρόνο εκχύλισης, το μαύρο τσάι τείνει να περιέχει περισσότερες τανίνες, ενώ οι πράσινες και οι βοτανικές ποικιλίες περιέχουν λιγότερες.
Οι τανίνες έχουν την ιδιότητα να δεσμεύουν τον σίδηρο ορισμένων τροφών, με αποτέλεσμα το θρεπτικό αυτό συστατικό να μην μπορεί να απορροφηθεί από το πεπτικό σύστημα. Ο σίδηρος είναι απαραίτητος για τη μεταφορά του οξυγόνου σε όλο το σώμα, καθώς και για την παραγωγή ενέργειας και τη λειτουργία των μυών. Εάν έχετε ήδη χαμηλά επίπεδα σιδήρου, η κατανάλωση μεγάλης ποσότητας τσαγιού ενδέχεται να επιδεινώσει την κατάσταση.
Μια μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Journal of Human Nutrition and Dietetics υποδεικνύει ότι οι τανίνες του τσαγιού είναι πιο πιθανό να εμποδίσουν την απορρόφηση του σιδήρου από φυτικές πηγές παρά από τρόφιμα ζωικής προέλευσης. Επομένως, εάν είστε vegan ή χορτοφάγος, ίσως χρειάζεται να προσέχετε ιδιαίτερα την ποσότητα τσαγιού που καταναλώνετε. Ο περιορισμός της πρόσληψης σε περίπου τρία ή λιγότερα φλιτζάνια την ημέρα θα μπορούσε να είναι μια σωστή κίνηση.
Επίσης, φροντίστε να εμπλουτίσετε τη διατροφή σας με τροφές πλούσιες σε σίδηρο, όπως τα σκούρα πράσινα φυλλώδη λαχανικά, τα φασόλια, καθώς και δημητριακά ή ψωμί εμπλουτισμένα με σίδηρο.
Ένα άλλο ζήτημα αφορά τα προβλήματα στον ύπνο. Η απόλαυση ενός ζεστού φλιτζανιού τσαγιού μπορεί να είναι πολύ χαλαρωτική, όμως θα πρέπει να είστε προσεκτικοί με την ποσότητα αν αντιμετωπίζετε δυσκολίες στον ύπνο. Η περιεκτικότητα του τσαγιού σε καφεΐνη σίγουρα βοηθά στην τόνωση, αλλά μπορεί να κάνει τον ύπνο δυσεύρετο αργότερα μέσα στην ημέρα. Το μαύρο τσάι –όπως το English Breakfast ή το Earl Grey– περιέχει συνήθως περίπου 40 έως 70mg καφεΐνης ανά φλιτζάνι, ενώ το πράσινο τσάι περιέχει περίπου 35mg. Αντίθετα, τα περισσότερα ροφήματα βοτάνων και φρούτων δεν περιέχουν καφεΐνη.
Για τους περισσότερους ανθρώπους, η κατανάλωση έως και έξι φλιτζανιών την ημέρα θεωρείται ασφαλής. Ωστόσο, η Δρ Sammie Gill, εγγεγραμμένη διαιτολόγος και εκπρόσωπος τύπου της BDA, δήλωσε στην εφημερίδα ότι η κατανάλωση μεγαλύτερης ποσότητας «μπορεί να προκαλέσει άγχος, ευερεθιστότητα και νευρικότητα». Βεβαιωθείτε ότι δεν υπερβαίνετε τα έξι φλιτζάνια και ίσως είναι καλή ιδέα να αρχίσετε να μειώνετε την καφεΐνη μετά το μεσημεριανό γεύμα.
Επιπλέον, το τσάι μπορεί να επιδεινώσει στομαχικά προβλήματα, όπως η παλινδρόμηση οξέος και οι καούρες. Αυτό συμβαίνει επειδή η καφεΐνη διεγείρει το στομάχι να παράγει περισσότερο οξύ, το οποίο μπορεί να ερεθίσει το εσωτερικό του τοίχωμα. Χρειάζεται προσοχή και με το τσάι μέντας, καθώς μπορεί να χαλαρώσει τον μυ που εμποδίζει το οξύ να ανέβει προς τον οισοφάγο, επιδεινώνοντας τα συμπτώματα. Μια μελέτη του 2019 διαπίστωσε ότι η κατανάλωση καφέ, τσαγιού και αναψυκτικών συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο παλινδρόμησης, ενώ η κατανάλωση νερού μειώνει αυτόν τον κίνδυνο.
Η Δρ Sammie επισημαίνει ότι οι αντιδράσεις διαφέρουν από άτομο σε άτομο, οπότε δεν χρειάζεται όλοι όσοι έχουν ευαισθησία στο ανώτερο πεπτικό να αποφεύγουν το τσάι. Ωστόσο, αν το τσάι σάς προκαλεί συμπτώματα, προτιμήστε εναλλακτικά εκδόσεις χωρίς καφεΐνη, τσάι φρούτων ή αφεψήματα βοτάνων. Τα υψηλά επίπεδα τανινών μπορούν επίσης να προκαλέσουν ναυτία εάν έχετε ήδη ευαίσθητο έντερο, γι’ αυτό προσέξτε να μην αφήνετε το τσάι να εκχυλίζεται για πολλή ώρα. Σύμφωνα με τη Δρ Sammie, εάν έχετε ευαίσθητο έντερο –για παράδειγμα, σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου– η καφεΐνη μπορεί να επιδεινώσει συμπτώματα όπως ο πόνος, το φούσκωμα και η διάρροια, καθώς διεγείρει την κινητικότητα του εντέρου. Η μείωση της καφεΐνης μπορεί να βελτιώσει αυτά τα συμπτώματα, ενώ μπορείτε επίσης να προσθέσετε λίγο γάλα στο τσάι σας ή να το συνοδεύσετε με ένα σνακ.
Προειδοποίηση για τη θερμοκρασία για την υγεία του οισοφάγου
Τέλος, αξίζει να δώσετε προσοχή στη θερμοκρασία του ροφήματός σας. Η κατανάλωση ροφημάτων που είναι υπερβολικά ζεστά έχει συνδεθεί με τον καρκίνο του οισοφάγου. Μια μεγάλη μελέτη στην οποία συμμετείχαν σχεδόν μισό εκατομμύριο ενήλικες στο Ηνωμένο Βασίλειο διαπίστωσε ότι η κατανάλωση οκτώ ή περισσότερων φλιτζανιών πολύ ζεστού τσαγιού ή καφέ την ημέρα μπορεί να αυξήσει έως και έξι φορές την πιθανότητα εμφάνισης καρκίνου του οισοφάγου, σε σύγκριση με κάποιον που δεν καταναλώνει ζεστά ροφήματα.
Ο Διεθνής Οργανισμός Ερευνών για τον Καρκίνο (IARC) κατέταξε το 2016 την κατανάλωση πολύ ζεστών ροφημάτων (άνω των 65°C) ως «πιθανώς καρκινογόνα για τον άνθρωπο» – στην ίδια κατηγορία κινδύνου με τις εκπομπές από την καύση ξύλου σε εσωτερικούς χώρους ή την υψηλή κατανάλωση κόκκινου κρέατος.
Ο Vincent Ho, αναπληρωτής καθηγητής και κλινικός γαστρεντερολόγος στο Πανεπιστήμιο Western Sydney, εξηγεί ότι τα ζεστά ροφήματα μπορούν να προκαλέσουν καρκίνο επειδή καταστρέφουν τα κύτταρα στο εσωτερικό τοίχωμα του οισοφάγου, γεγονός που με την πάροδο του χρόνου μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη της νόσου. Γράφοντας στο The Conversation, ανέφερε: «Όσα γνωρίζουμε για το πώς τα ζεστά ροφήματα βλάπτουν τον οισοφάγο προέρχονται κυρίως από μελέτες σε ζώα. Το πολύ ζεστό νερό μπορεί να επιταχύνει την ανάπτυξη καρκινικών κυττάρων».
Μια άλλη θεωρία υποστηρίζει ότι η θερμική βλάβη στο τοίχωμα του οισοφάγου εξασθενεί τον φυσιολογικό του φραγμό, αυξάνοντας τον κίνδυνο περαιτέρω βλάβης από τη γαστρική παλινδρόμηση οξέος. Με τον καιρό, αυτή η χρόνια βλάβη μπορεί να αυξήσει τις πιθανότητες εμφάνισης καρκίνου του οισοφάγου.
Αν και οι θερμοκρασίες παρασκευής τσαγιού είναι συχνά κοντά στο σημείο βρασμού του νερού, ο Ho σημειώνει: «Μια μελέτη από τις ΗΠΑ υπολόγισε την ιδανική θερμοκρασία για τον καφέ, συνυπολογίζοντας τον κίνδυνο θερμικού τραυματισμού στον οισοφάγο, διατηρώντας παράλληλα το άρωμα και τη γεύση. Οι ερευνητές κατέληξαν σε μια βέλτιστη θερμοκρασία 57,8°C». Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι πρέπει να αφήνετε το ρόφημά σας να κρυώσει για περίπου οκτώ λεπτά αφού το φτιάξετε με βραστό νερό.
Επίσης, ο καθηγητής συνέστησε να πίνετε το ρόφημά σας αργά, απολαμβάνοντάς το, αντί να το καταναλώνετε γρήγορα.






0 ΣΧΟΛΙΑ