Η ιστορική απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης στις 26 Οκτωβρίου 1912: Η σύγκρουση Βενιζέλου – Κωνσταντίνου και ο αγώνας δρόμου για το «διαμάντι» του Βορρά

Η 26η Οκτωβρίου 1912 παραμένει χαραγμένη με χρυσά γράμματα στην ελληνική ιστορία, καθώς αποτελεί την ημέρα που η Θεσσαλονίκη, η «νύμφη του Θερμαϊκού», αποτινάσσει τον οθωμανικό ζυγό έπειτα από 482 ολόκληρα χρόνια σκλαβιάς και επιστρέφει στον εθνικό κορμό. Ανήμερα της εορτής του πολιούχου της, Αγίου Δημητρίου, ο Οθωμανός διοικητής Χασάν Ταχσίν Πασάς υπογράφει άνευ όρων την παράδοση της πόλης στις ελληνικές δυνάμεις. Ωστόσο, πίσω από τα πανηγύρια, τις παρελάσεις και τη συγκίνηση εκείνων των ημερών, κρυβόταν ένα τεταμένο παρασκήνιο γεωπολιτικής αγωνίας, μετωπικών πολιτικών συγκρούσεων και μιας δραματικής κόντρας κορυφής ανάμεσα στον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο και τον διάδοχο Κωνσταντίνο. Ήταν ένας αμείλικτος αγώνας δρόμου ενάντια στον χρόνο και στους συμμάχους-αντιπάλους Βουλγάρους, που θα έκρινε όχι μόνο την τύχη της Μακεδονίας αλλά και τα γεωγραφικά όρια της σύγχρονης Ελλάδας.
Η έκρηξη του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου και η πορεία προς τον Βορρά
Λίγες εβδομάδες πριν από το ιστορικό εκείνο φθινοπωρινό βράδυ, τα Βαλκάνια είχαν πάρει φωτιά. Η Ελλάδα, η Σερβία, η Βουλγαρία και το Μαυροβούνιο, σχηματίζοντας τη Βαλκανική Συμμαχία, είχαν κηρύξει τον πόλεμο εναντίον της παραπαίουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με στόχο να απελευθερώσουν τους ομογενείς πληθυσμούς και να εκδιώξουν τον τουρκικό στρατό από την Ευρώπη. Ο Ελληνικός Στρατός, επιδεικνύοντας εξαιρετική οργάνωση και υψηλό φρόνημα υπό την ηγεσία του διαδόχου Κωνσταντίνου, είχε ήδη σημειώσει συντριπτικές νίκες στις κρίσιμες μάχες του Σαραντάπορου και των Γιαννιτσών. Οι νίκες αυτές άνοιξαν διάπλατα τον δρόμο για την κάθοδο προς τη Θεσσαλονίκη, ένα στρατηγικό σταυροδρόμι τεράστιας οικονομικής, γεωγραφικής και συμβολικής σημασίας, που αποτελούσε το απόλυτο μήλον της έριδος για όλα τα βαλκανικά κράτη.
Καθώς οι ελληνικές δυνάμεις πλησίαζαν στα περίχωρα της πόλης, στην Αθήνα και στο στρατηγείο του μετώπου παιζόταν ένα θρίλερ στρατηγικής. Οραματιστής και διορατικός πολιτικός, ο Ελευθέριος Βενιζέλος αντιλαμβανόταν με απόλυτη διαύγεια ότι η κατοχή της Θεσσαλονίκης ήταν ζωτικής σημασίας για τη γέννηση μιας ισχυρής Ελλάδας. Γι’ αυτόν τον λόγο, επέμενε με απόλυτη αυστηρότητα ότι ο Ελληνικός Στρατός έπρεπε να παρακάμψει άλλες στρατιωτικές εμπλοκές και να κατευθυνθεί αμέσως και αστραπιαία προς τη Θεσσαλονίκη, προτού προλάβει οποιοσδήποτε άλλος.
Η σύγκρουση Βενιζέλου – Κωνσταντίνου και το τελεσίγραφο «φωτιά»
Στον αντίποδα, η στρατιωτική ηγεσία και προσωπικά ο διάδοχος Κωνσταντίνος είχαν διαφορετικές προτεραιότητες στο πεδίο των επιχειρήσεων. Ο Κωνσταντίνος θεωρούσε στρατηγικά ορθότερη την προέλαση του στρατού προς το Μοναστήρι, στη σημερινή Βόρεια Μακεδονία, υποτιμώντας ίσως τον πολιτικό και διπλωματικό αντίκτυπο μιας καθυστέρησης. Η διαφωνία αυτή δεν ήταν απλώς μια τακτική διαφορά απόψεων· έκρυβε τεράστιους κινδύνους. Ο βουλγαρικός στρατός, κινούμενος ταχύτατα από τα ανατολικά, κατέγραφε επίσης σημαντικές προόδους και απειλούσε να φτάσει πρώτος στα τείχη της Θεσσαλονίκης, δημιουργώντας ένα τετελεσμένο γεγονός που θα ακύρωνε τους εθνικούς πόθους δεκαετιών.
Η αγωνία του Έλληνα πρωθυπουργού είχε φτάσει στο κόκκινο. Μη αντέχοντας την παραμικρή αναβολή ή δισταγμό από την πλευρά του στρατηγείου, ο Ελευθέριος Βενιζέλος απέστειλε στον διάδοχο Κωνσταντίνο ένα τηλεγράφημα-καταπέλτη, το οποίο έμεινε στην ιστορία για την αυστηρότητά του και τον αδιαπραγμάτευτο τόνο του. Μεταξύ άλλων, του διεμήνυε: «Καθιστώ υμάς υπεύθυνον διά πάσαν αναβολήν, έστω και στιγμής», απαιτώντας να αποδεχθεί αμέσως την παράδοση της πόλης και να εισέλθει σε αυτήν χωρίς καμία καθυστέρηση. Η πίεση του πολιτικού κόσμου στην Αθήνα λειτούργησε καταλυτικά, αποτρέποντας μια γεωπολιτική καταστροφή ανυπολόγιστων διαστάσεων.
Οι διαπραγματεύσεις και η υπογραφή της συνθηκολόγησης
Εν τω μεταξύ, μέσα στη Θεσσαλονίκη, η κατάσταση για τις οθωμανικές δυνάμεις είχε γίνει απελπιστική. Ο Οθωμανός διοικητής, Χασάν Ταχσίν Πασάς, αντιλαμβανόμενος ότι ήταν στρατιωτικά απομονωμένος, αντιμετώπιζε ισχυρές πιέσεις και δεν μπορούσε πλέον να υπερασπιστεί αποτελεσματικά την πόλη απέναντι στην αποφασιστικότητα του Ελληνικού Στρατού, άρχισε μυστικές διαπραγματεύσεις με την ελληνική πλευρά. Ο Κωνσταντίνος από την πλευρά του έθεσε αδιαπραγμάτευτους όρους: ολική παράδοση της πόλης και άνευ όρων αφοπλισμός των οθωμανικών στρατευμάτων.
Η κρίσιμη στιγμή έφτασε αργά το βράδυ της 26ης Οκτωβρίου 1912. Στις 11 ακριβώς, στο ιστορικό Διοικητήριο της Θεσσαλονίκης, υπογράφηκε το πρωτόκολλο παράδοσης της πόλης. Εκ μέρους του Ελληνικού Στρατού, το ιστορικό αυτό έγγραφο υπέγραψαν δύο κορυφαίοι και ικανότατοι αξιωματικοί: ο Βίκτωρ Δούσμανης και ο Ιωάννης Μεταξάς – ο μετέπειτα δικτάτορας της 4ης Αυγούστου. Το κείμενο συντάχθηκε στα γαλλικά, τη διπλωματική γλώσσα της εποχής, και προέβλεπε την παράδοση περίπου 25.000 Οθωμανών στρατιωτών και 1.000 αξιωματικών, μαζί με όλο τον βαρύ πολεμικό τους εξοπλισμό, τα πυρομαχικά και τα οχυρωματικά μέσα.
Η είσοδος του Ελληνικού Στρατού και η δικαίωση
Η επόμενη ημέρα, 27 Οκτωβρίου, βρήκε τη Θεσσαλονίκη λουσμένη στο φως της ελευθερίας. Τα πρώτα ελληνικά στρατιωτικά τμήματα πέρασαν τις πύλες της πόλης μέσα σε κλίμα αποθέωσης, ενώ η ελληνική σημαία υψώθηκε περήφανα στο Διοικητήριο, σημαδεύοντας το τέλος μιας μακραίωνης τυραννίας. Την επομένη, 28 Οκτωβρίου, έφτασε στο Διοικητήριο ο διάδοχος Κωνσταντίνος συνοδευμένος από το επιτελείο του, ενώ στις 29 Οκτωβρίου έκανε τη δική του επίσημη είσοδο στη Θεσσαλονίκη ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄, γνωρίζοντας την αποθέωση από χιλιάδες Έλληνες κατοίκους που ξέσπασαν σε δάκρυα χαράς.
Διαβάστε επίσης
Οι ελληνικές δυνάμεις είχαν καταφέρει να προλάβουν στο παρά πέντε τις βουλγαρικές φάλαγγες, οι οποίες έφτασαν λίγο αργότερα στην περιοχή απαιτώντας μερίδιο από τον έλεγχο της πόλης. Η Θεσσαλονίκη, το πολυπόθητο «διαμάντι» των Βαλκανίων, με τον πλούσιο πολυεθνικό της χαρακτήρα, την ακμάζουσα εμπορική της δραστηριότητα και το καίριας σημασίας λιμάνι της, παρέμενε σε ελληνικά χέρια. Η 26η Οκτωβρίου 1912 έμεινε στην ιστορία ως ορόσημο που έκλεισε πέντε αιώνες οθωμανικής κατοχής, παρότι η έντονη τριβή και ο ανταγωνισμός για την κυριαρχία της Μακεδονίας δεν άργησαν να φέρουν στην επιφάνεια τις νέες ισορροπίες, οδηγώντας μοιραία, λίγους μόλις μήνες αργότερα, στον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο.






0 ΣΧΟΛΙΑ