ΑΡΧΙΚΗ LIFE RETROMANIA

«Τον έχω στο αυτοκίνητο και ήρθα να παραδοθώ» – Σκότωσε τον άντρα της και αθωώθηκε επειδή έκριναν ότι αμύνθηκε για τη ζωή της

«Τον έχω στο αυτοκίνητο και ήρθα να παραδοθώ» – Σκότωσε τον άντρα της και αθωώθηκε επειδή έκριναν ότι αμύνθηκε για τη ζωή της
Η γυναίκα που σκότωσε τον άντρα της και το δικαστήριο την αθώωσε
Athensmagazine Ορίστε μας ως προτεινόμενη πηγή ειδήσεων στο Google

Ηταν 29 Δεκεμβρίου 1989, όταν μια γυναίκα μπήκε στη Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής και είπε στους αστυνομικούς ότι είχε σκοτώσει τον άντρα της. Δεν προσπάθησε να κρυφτεί, ούτε να εξαφανίσει τα ίχνη της. Αντίθετα, είχε φτάσει μέχρι τη λεωφόρο Αλεξάνδρας έχοντας μαζί της στο αυτοκίνητο τον νεκρό σύζυγό της. Η υπόθεση που θα ακολουθούσε θα απασχολούσε για καιρό τις Αρχές και τα δικαστήρια, καθώς πίσω από τον θάνατο του 45χρονου Κώστα υπήρχε ένα μακρύ ιστορικό ενδοοικογενειακής βίας και μια γυναίκα που, όπως έκρινε τελικά το δικαστήριο, πάλεψε εκείνο το βράδυ για τη ζωή της.

 Ένας γάμος που ξεκίνησε όταν η Γεωργία ήταν μόλις 16,5 ετών

Η Γεωργία είχε παντρευτεί τον Κώστα όταν ήταν μόλις 16,5 ετών. Εκείνος ήταν αρκετά μεγαλύτερός της. Μαζί απέκτησαν τρία παιδιά και δημιούργησαν τη δική τους οικογένεια. Με τα χρόνια, όμως, ο γάμος τους μετατράπηκε σε μια σχέση που, σύμφωνα με όσα κατατέθηκαν αργότερα στη δίκη, χαρακτηριζόταν από ένταση, φόβο και βία. Οι καβγάδες έγιναν συχνοί και η κατάσταση κλιμακώθηκε σταδιακά. Οι φωνές και οι προσβολές έδωσαν τη θέση τους στα χτυπήματα. Η Γεωργία, σύμφωνα με τις μαρτυρίες που παρουσιάστηκαν ενώπιον του δικαστηρίου, είχε απευθυνθεί σε γιατρούς, είχε εξεταστεί από ιατροδικαστή και είχε απευθυνθεί στην αστυνομία. Άνθρωποι από το περιβάλλον της γνώριζαν τι συνέβαινε στο σπίτι. Γείτονες, φίλοι και άνθρωποι από την εργασία της είχαν αντιληφθεί περιστατικά και, όπως αναφέρθηκε στη δίκη, γνώριζαν την κατάσταση στην οποία βρισκόταν.

Οι απειλές και η απόφαση να φύγει

Ο Κώστας, σύμφωνα με τις καταθέσεις, αντιμετώπιζε προβλήματα με το αλκοόλ και τον τζόγο. Είχε πουλήσει το ταξί του, έμενε συχνά έξω μέχρι αργά και η συμπεριφορά του γινόταν ακόμη πιο επιθετική όταν έπινε. Η Γεωργία προσπαθούσε παράλληλα να κρατήσει όρθια την οικογένεια και να προστατεύσει τα τρία παιδιά τους. Κάποια στιγμή, όμως, αποφάσισε πως δεν μπορούσε να συνεχίσει να ζει έτσι. Είχε πάρει την απόφαση να χωρίσει και είχε νοικιάσει άλλο σπίτι, οργανώνοντας τη ζωή της μακριά από τον σύζυγό της. Ο Κώστας, σύμφωνα με όσα ακούστηκαν στο δικαστήριο, δεν δεχόταν τον χωρισμό και την απειλούσε. Η Γεωργία είχε κάνει το πρώτο βήμα για να φύγει από τον γάμο, όμως εκείνος δεν ήταν διατεθειμένος να την αφήσει εύκολα.

Η νύχτα στη Μαλακάσα

Λίγο μετά τα μεσάνυχτα της 29ης Δεκεμβρίου 1989, η Γεωργία βρισκόταν στη δουλειά της, σε χαρτοπαικτική λέσχη στην Κυψέλη, όπου εργαζόταν ως σερβιτόρα. Εκεί εμφανίστηκε ο Κώστας. Ήταν μεθυσμένος. Κάθισε σε ένα τραπέζι και ζήτησε ουίσκι, όμως η παρουσία του δημιούργησε αμέσως ένταση. Σύμφωνα με τις καταθέσεις, άρχισε να την προσβάλλει και κάποια στιγμή τη χτύπησε μπροστά σε άλλους ανθρώπους. Η Γεωργία, όπως περιγράφηκε αργότερα, προσπάθησε να μην κλιμακώσει την κατάσταση. Όταν όμως οι υπόλοιποι αποχώρησαν, ο Κώστας την ανάγκασε να τον ακολουθήσει. Μπήκαν στο αυτοκίνητο του αδελφού του, με εκείνον στη θέση του οδηγού και τη Γεωργία στη θέση του συνοδηγού. Εκείνη πίστευε ότι θα επέστρεφαν στο σπίτι. Σύντομα όμως κατάλαβε ότι κατευθύνονταν προς την εθνική οδό Αθηνών-Λαμίας.

Το αυτοκίνητο έφτασε τελικά στη Μαλακάσα. Ο Κώστας έστριψε σε έναν ερημικό χωματόδρομο και σταμάτησε. Εκεί, σύμφωνα με την κατάθεση της Γεωργίας, τη χτύπησε με γροθιές και κλωτσιές και την απείλησε ότι θα τη σκοτώσει. Της είπε ότι εκείνη θα ήταν η τελευταία της νύχτα. Στη συνέχεια της ζήτησε να βγάλει τα ρούχα της. Εκείνη υπάκουσε. Ο Κώστας άνοιξε το πορτμπαγκάζ, έβγαλε ένα συρματόσχοινο και το πέρασε γύρω από τη μέση της, δένοντας την άλλη άκρη στον προφυλακτήρα του αυτοκινήτου. Της είπε ότι θα τη σύρει γυμνή μέχρι την Ομόνοια. Η Γεωργία άρχισε να τον παρακαλεί. Του μίλησε για τα παιδιά τους και προσπάθησε να τον κάνει να σταματήσει. Κάποια στιγμή εκείνος την έλυσε και της είπε να ξαναμπεί στο αυτοκίνητο. Οι απειλές και τα χτυπήματα, όμως, συνεχίστηκαν. Σύμφωνα με όσα υποστήριξε η ίδια, της έλεγε πως δεν θα έφευγε ζωντανή από εκεί.

Γεωργία Π

Η γραβάτα και η στιγμή που όλα τελείωσαν

Ο Κώστας είχε τη γραβάτα του λυμένη και περασμένη στον λαιμό του. Μέσα στο αυτοκίνητο, η Γεωργία την άρπαξε. Την πέρασε γύρω από τον λαιμό του και την έσφιξε. Όταν σταμάτησε, κατάλαβε ότι ο σύζυγός της ήταν νεκρός. Από εκείνο το σημείο και μετά, η ιστορία πήρε έναν δρόμο που δεν θύμιζε προσπάθεια συγκάλυψης. Η Γεωργία δεν εγκατέλειψε το αυτοκίνητο ούτε προσπάθησε να κρύψει το πτώμα. Οδήγησε προς την Αθήνα, όμως μέσα στη σύγχυση πήρε λάθος κατεύθυνση και βρέθηκε να κινείται προς Λαμία. Στα διόδια του Σχηματαρίου κατάλαβε το λάθος και ζήτησε οδηγίες για να επιστρέψει στην Αθήνα. Όταν τελικά έφτασε στην πρωτεύουσα, πέρασε πρώτα από τον εργοδότη της. Του είπε τι είχε συμβεί και του ζήτησε να της βρει δικηγόρο. Στη συνέχεια πήγε μόνη της στη Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής, στη λεωφόρο Αλεξάνδρας. Ήταν περίπου επτά το πρωί. Σύμφωνα με τις αναφορές για την υπόθεση, η Γεωργία παραδόθηκε στις Αρχές και οι αστυνομικοί βρήκαν τον νεκρό Κώστα μέσα στο αυτοκίνητο.

Η δίκη και η ομόφωνη αθώωση

Η Γεωργία οδηγήθηκε στη Δίωξη Ανθρωποκτονιών και κατηγορήθηκε για ανθρωποκτονία από πρόθεση. Προφυλακίστηκε και παρέμεινε περίπου έναν χρόνο στη φυλακή, περιμένοντας τη δίκη της. Η υπόθεση έφτασε τελικά στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών. Στη δίκη παρουσιάστηκε το ιστορικό της σχέσης του ζευγαριού, οι καταγγελίες για τη βίαιη συμπεριφορά του Κώστα, οι μαρτυρίες ανθρώπων που γνώριζαν την κατάσταση, αλλά και όσα είχε βιώσει η ίδια εκείνη τη νύχτα. Η εισαγγελική πρόταση ήταν καταδικαστική για ανθρωποκτονία από πρόθεση, με αναγνώριση ελαφρυντικού που συνδεόταν με βρασμό ψυχικής ορμής.

Η απόφαση, όμως, ήταν ομόφωνη και διαφορετική. Το δικαστήριο αθώωσε τη Γεωργία, κρίνοντας ότι τη στιγμή που στραγγάλισε τον σύζυγό της βρισκόταν σε κατάσταση πλήρους νόμιμης άμυνας. Οι δικαστές έδωσαν ιδιαίτερη βαρύτητα στο ιστορικό της σχέσης, στις συνθήκες κάτω από τις οποίες είχε βρεθεί εκείνο το βράδυ και στον άμεσο κίνδυνο που, σύμφωνα με την κρίση του δικαστηρίου, αντιμετώπιζε. Η υπόθεση έμεινε στη μνήμη ως μία από τις χαρακτηριστικές παλιότερες ελληνικές υποθέσεις συζυγοκτονίας, όχι μόνο για το ίδιο το έγκλημα, αλλά κυρίως για την απόφαση του δικαστηρίου. Μια γυναίκα που είχε παντρευτεί στα 16,5 της χρόνια, είχε αποκτήσει τρία παιδιά και είχε περάσει χρόνια μέσα σε έναν βίαιο γάμο, βρέθηκε τελικά κατηγορούμενη για τον θάνατο του άντρα της. Και, έναν χρόνο περίπου μετά τη φυλάκισή της, άκουσε την απόφαση που άλλαξε την πορεία της ζωής της: **αθώα, επειδή το δικαστήριο έκρινε ότι εκείνη τη νύχτα είχε παλέψει για να σωθεί.

0 ΣΧΟΛΙΑ

Προσθήκη Σχόλιου