Σαν σήμερα, 26 Φεβρουαρίου 1969: Κάνει πρεμιέρα στους κινηματογράφους η ταινία «Ζήτα» του σκηνοθέτη Κώστα Γαβρά, με θέμα τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη

Στις 26 Φεβρουαρίου του 1969, οι κινηματογραφικές αίθουσες του Παρισιού έγιναν μάρτυρες μιας πρεμιέρας που δεν θα άλλαζε μόνο την ιστορία του πολιτικού σινεμά, αλλά θα λειτουργούσε ως ένας παγκόσμιος μεγεθυντικός φακός πάνω από τη σκοτεινή πραγματικότητα της Ελλάδας των συνταγματαρχών. Η ταινία «Ζήτα» του Κώστα Γαβρά δεν ήταν απλώς ένα αστυνομικό θρίλερ ήταν μια θαρραλέα, καλλιτεχνική πράξη αντίστασης, μια ανατομία της κρατικής τρομοκρατίας και της παρακρατικής δράσης που οδήγησε στη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη. Βασισμένη στο εμβληματικό μυθιστόρημα του Βασίλη Βασιλικού, η ταινία κατάφερε να μετατρέψει μια ελληνική τραγωδία σε ένα οικουμενικό σύμβολο για τη μάχη της αλήθειας ενάντια στη συγκάλυψη.
Το χρονικό μιας προαναγγελθείσας δολοφονίας
Η πλοκή της ταινίας ξετυλίγει το νήμα των γεγονότων που εκτυλίχθηκαν στη Θεσσαλονίκη τον Μάιο του 1963. Ένας ειρηνιστής βουλευτής, ο οποίος στην ταινία παραμένει ανώνυμος και ερμηνεύεται συγκλονιστικά από τον Υβ Μοντάν, δέχεται μια δολοφονική επίθεση αμέσως μετά από μια πολιτική συγκέντρωση. Ενώ οι επίσημες αρχές σπεύδουν να χαρακτηρίσουν το γεγονός ως ένα ατυχές τροχαίο συμβάν, η πραγματικότητα που κρύβεται πίσω από το τρίκυκλο του θανάτου είναι πολύ πιο ζοφερή. Ο Γαβράς, με έναν καταιγιστικό ρυθμό που θυμίζει ντοκιμαντέρ, αποκαλύπτει τα δίχτυα ενός παρακράτους που λειτουργούσε με τις ευλογίες της αστυνομικής και στρατιωτικής ηγεσίας της εποχής.
Το «Ζ» του τίτλου δεν επιλέχθηκε τυχαία. Στα αρχαία ελληνικά, αλλά και στη συνείδηση του λαού που βρισκόταν υπό το ζυγό της Χούντας, σήμαινε «Ζει». Ήταν το σύνθημα που γραφόταν στους τοίχους της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, μια δήλωση ότι οι ιδέες του Λαμπράκη δεν θάφτηκαν μαζί του. Ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί την κάμερα ως όπλο, καταγράφοντας τη δειλία των ηθικών αυτουργών και την αλαζονεία της εξουσίας, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα ασφυξίας που μόνο η αναζήτηση της δικαιοσύνης μπορεί να σπάσει.
Ο μοναχικός δρόμος του ανακριτή προς την αλήθεια
Στην καρδιά της ταινίας βρίσκεται ο χαρακτήρας του ανακριτή, τον οποίο ενσαρκώνει με δωρική αυστηρότητα ο Ζαν-Λουί Τρεντινιάν. Πρόκειται για την κινηματογραφική μεταφορά του Χρήστου Σαρτζετάκη, του ανθρώπου που αρνήθηκε να υποκύψει στις πιέσεις των ανωτέρων του και αποφάσισε να ακολουθήσει τα στοιχεία όπου κι αν αυτά οδηγούσαν. Η ταινία εστιάζει στη μεθοδική δουλειά του ανακριτή, ο οποίος, φορώντας τα χαρακτηριστικά μαύρα γυαλιά του, ξεφλουδίζει ένα-ένα τα στρώματα του ψεύδους. Είναι μια σπάνια απεικόνιση της γραφειοκρατικής ακεραιότητας ως πράξης ηρωισμού.
Ο Σαρτζετάκης στην ταινία δεν παρουσιάζεται ως ένας επαναστάτης, αλλά ως ένας συντηρητικός λειτουργός της δικαιοσύνης που πιστεύει ακράδαντα στο γράμμα του νόμου. Αυτή ακριβώς η προσήλωση του είναι που τον καθιστά επικίνδυνο για το σύστημα. Ο Γαβράς αναδεικνύει τη σημασία των θεσμών όταν αυτοί υπηρετούνται από ανθρώπους με σθένος, δείχνοντας πως ακόμα και μέσα σε ένα σάπιο περιβάλλον, η αλήθεια μπορεί να βρει χαραμάδα να περάσει. Η στιγμή που ο ανακριτής απαγγέλλει κατηγορίες στους υψηλόβαθμους αξιωματικούς αποτελεί μία από τις πιο δυνατές στιγμές κάθαρσης στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου.
Μια παγκόσμια επιτυχία με ελληνική ψυχή
Παρά το γεγονός ότι η ταινία γυρίστηκε στην Αλγερία με γαλλική παραγωγή και διεθνές καστ, η «ελληνικότητα» της είναι αδιαμφισβήτητη. Η μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, η οποία απαγορευόταν στην Ελλάδα εκείνη την περίοδο, ντύνει την ταινία με έναν ήχο που ξεχειλίζει από πάθος και αγωνιστικότητα. Ο Θεοδωράκης, όντας εξόριστος στη Ζάτουνα, έστειλε το μήνυμα στον Γαβρά να χρησιμοποιήσει όποιο έργο του ήθελε, και το αποτέλεσμα ήταν ένα soundtrack που έγινε ο ύμνος των δημοκρατικών κινημάτων σε ολόκληρο τον κόσμο.
Το «Ζήτα» θριάμβευσε διεθνώς, κερδίζοντας δύο βραβεία Όσκαρ (Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας και Μοντάζ) και το Βραβείο της Επιτροπής στις Κάννες. Ωστόσο, η μεγαλύτερη επιτυχία του ήταν η αφύπνιση της παγκόσμιας κοινής γνώμης για το τι πραγματικά συνέβαινε στην Ελλάδα. Η ταινία ξεκινά με μια ειρωνική κάρτα που αναφέρει ότι «οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά γεγονότα και πρόσωπα είναι εσκεμμένη», προκαλώντας ευθέως το δικτατορικό καθεστώς.
Διαβάστε επίσης
Σήμερα, 57 χρόνια μετά την πρεμιέρα του, το έργο του Κώστα Γαβρά παραμένει ένα αριστούργημα που διδάσκει πώς η τέχνη μπορεί να γίνει πολιτική πράξη χωρίς να χάσει την αισθητική της αξία. Το «Ζήτα» μας υπενθυμίζει ότι η μνήμη είναι ο χειρότερος εχθρός της τυραννίας και ότι, όσο υπάρχουν άνθρωποι που αναζητούν την αλήθεια, το αίτημα για δικαιοσύνη θα παραμένει πάντα ζωντανό. Η ταινία δεν είναι απλώς ένα κομμάτι της ιστορίας μας είναι ένας διαρκής καθρέφτης που μας καλεί να αναρωτηθούμε αν έχουμε τη δύναμη να πούμε το δικό μας «Ζ» απέναντι σε κάθε μορφή αυθαιρεσίας.






0 ΣΧΟΛΙΑ