ΑΡΧΙΚΗ VIDEO

Η αλήθεια για τους Αλβανούς που «μας πήραν τις δουλειές»

Η αλήθεια για τους Αλβανούς που «μας πήραν τις δουλειές»
Athensmagazine Ορίστε μας ως προτεινόμενη πηγή ειδήσεων στο Google

Υπήρξε μια εποχή, όχι και τόσο μακριά, που η ελληνική κοινωνία αντιμετώπιζε τους εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους που διέσχιζαν πεζή τα σύνορα από την Αλβανία με ένα μίγμα καχυποψίας, απαξίωσης και κακόγουστων αστείων. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, τα ανέκδοτα για τον «Αλβανό τουρίστα» και τον «Αλβανό επενδυτή» έδιναν και έπαιρναν στα καφενεία και τα τηλεοπτικά πάνελ, καθώς η ιδέα ότι αυτοί οι άνθρωποι θα μπορούσαν ποτέ να κάνουν διακοπές, πόσω μάλλον να επενδύσουν, φαινόταν αδιανόητη. Τριάντα πέντε χρόνια μετά, τα αστεία αυτά έχουν δώσει τη θέση τους σε μια εντυπωσιακή πραγματικότητα: χιλιάδες Αλβανοί επιχειρηματέα, πρώτης και δεύτερης γενιάς, δραστηριοποιούνται δυναμικά στην ελληνική αγορά, εξαγοράζουν ξενοδοχεία τεσσάρων και πέντε αστέρων, απασχολούν Έλληνες εργαζόμενους και αναδιαμορφώνουν τον οικονομικό χάρτη της Βαλκανικής.

Η μαζική έξοδος του 1991 και η σκληρή πραγματικότητα των γιαπιών

Η ιστορία αυτής της αθόρυβης αλλά σαρωτικής αλλαγής ξεκινάει τον χειμώνα του 1990 προς 1991, με την κατάρρευση του πιο κλειστού καθεστώτος της Ευρώπης, αυτού του Ενβέρ Χότζα. Η Αλβανία, αποκομμένη από τον κόσμο για 45 χρόνια, χωρίς ιδιωτική περιουσία και γεμάτη από εκατοντάδες χιλιάδες οχυρωματικά μπάκερ, βίωσε ένα τεράστιο κύμα φυγής. Άλλοι με σαπιοκάραβα προς την Ιταλία και άλλοι με τα πόδια μέσα από τα χιονισμένα μονοπάτια της Πίνδου και το φυλάκιο της Κακαβιάς, χιλιάδες άνθρωποι πέρασαν τα σύνορα κουβαλώντας τα υπάρχοντά τους σε μια σακούλα.

Αν η απογραφή του 1991 κατέγραφε μόλις 20.000 Αλβανούς στην Ελλάδα, εκείνη του 2001 εκτόξευσε τον αριθμό στις 450.000 —είκοσι φορές πάνω μέσα σε μία δεκαετία— χωρίς να υπολογίζονται οι άνθρωποι χωρίς χαρτιά. Με το πρώτο πρόγραμμα νομιμοποίησης το 1998 (τη γνωστή «λευκή κάρτα»), οι μετανάστες αυτοί βρέθηκαν νόμιμοι, αλλά αποκλειστικά για τις πιο σκληρές, χειρωνακτικές και κακοπληρωμένες δουλειές: στα χωράφια, στη φροντίδα ηλικιωμένων και, κυρίως, στην οικοδομή.

Στην περίοδο της προετοιμασίας των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, η ελληνική οικοδομική δραστηριότητα χτύπησε «κόκκινο», απασχολώντας έως και 600.000 ανθρώπους γύρω στο 2005. Στον κλάδο αυτόν, σχεδόν ο ένας στους τρεις εργαζόμενους ήταν Αλβανός, ενώ οι άντρες αυτοί αποτελούσαν τα τρία τέταρτα του συνόλου των ξένων εργατών στις κατασκευές. Μιλούσαν τα βασικά ελληνικά, δεν λουφάριζαν και, κυρίως, δούλευαν αδιάκοπα. Στα γιαπιά αυτά συντελέστηκε ένα ακαδημαϊκό μάθημα πράξης: ο ανειδίκευτος εργάτης του 1995 έγινε τεχνίτης το 2000 (πλακάς, σοβατζής, ελαιοχρωματιστής) και, σταδιακά, αυτόνομος εργολάβος. Η Ελλάδα κέρδισε φθηνά χέρια για να χτίσει τις υποδομές της, αλλά οι Αλβανοί κέρδισαν κάτι ανεκτίμητο: κρίσιμη τεχνογνωσία.

Η κρίση ως «κόσκινο» και η μετάβαση στη σφραγίδα του επιχειρηματία

Η έλευση των μνημονίων το 2010 ισοπέδωσε την ελληνική οικοδομία, με τη δραστηριότητα να καταρρέει κατά 80%. Δεκάδες χιλιάδες Αλβανοί μετανάστες αναγκάστηκαν να μαζέψουν τα πράγματά τους: άλλοι επέστρεψαν στην πατρίδα τους, ενώ άλλοι μετανάστες πλέον με ελληνικά διαβατήρια (καθώς από το 2011 έως το 2018 περίπου 200.000 είχαν πάρει την ελληνική ιθαγένεια) άνοιξαν τα φτερά τους για τη Γερμανία, τη Βρετανία και τη Σκανδιναβία.

Ωστόσο, όσοι έμειναν στην Ελλάδα διέθεταν πλέον κάτι μοναδικό: 20 χρόνια εμπειρίας, βαθιά γνώση της αγοράς και μηδενική διάθεση να επιστρέψουν σε καθεστώς αβέβαιου μεροκάματου. Σήμερα, η εικόνα έχει αντιστραφεί πλήρως. Στο Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών είναι εγγεγραμμένες πάνω από 4.500 επιχειρήσεις που ανήκουν σε Αλβανούς, ενώ πανελλαδικά οι επιχειρηματίες πρώτης και δεύτερης γενιάς υπολογίζονται γύρω στις 10.000. Περισσότεροι από οι μισοί δραστηριοποιούνται στις κατασκευές και τα τεχνικά έργα, ενώ οι υπόλοιποι διευθύνουν mini markets, καφετέριες, εστιατόρια, λογιστικά γραφεία και καινοτόμες επιχειρήσεις.

Πολλοί από αυτούς τους επιχειρηματίες απασχολούν πλέον στις τάξεις τους Έλληνες εργαζόμενους, κλείνοντας έναν ιστορικό κύκλο με εντυπωσιακό τρόπο. Παράλληλα, στον χώρο του πολιτισμού και της τέχνης, νέοι καλλιτέχνες και ηθοποιοί που ήρθαν παιδιόθεν στην Ελλάδα —όπως ο βραβευμένος ηθοποιός Δημήτρης Καπουράνης— διαπρέπουν, μετατρέποντας το παλιό «στίγμα» της καταγωγής τους σε παράσημο αξίας.

Σημαία Αλβανίας
Πηγή φωτογραφίας: shutterstock

Το «αλβανικό θαύμα» και οι μεγάλες επενδύσεις στην Ελλάδα

Εντυπωσιακή είναι και η εξέλιξη στην ίδια την Αλβανία, η οποία από χώρα αποστολής μεταναστών έχει μετατραπεί σε έναν ακμάζοντα τουριστικό και οικονομικό προορισμό. Με τα εμβάσματα των μεταναστών από την Ελλάδα και την Ιταλία να τροφοδοτούν τα θεμέλια της ανάπτυξης, η γειτονική χώρα καταγράφει εντυπωσιακούς ρυθμούς ανάπτυξης, με το ΑΕΠ να τρέχει με ρυθμούς γύρω στο 4% και τον τουρισμό να σπάει το ένα ρεκόρ μετά το άλλο, προσελκύοντας πλέον εκατομμύρια επισκέπτες —μεταξύ των οποίων και πολίτες από την Ελλάδα.

Αυτή η οικονομική άνοδος γέννησε μεγάλους αλβανικούς ομίλους που πραγματοποιούν στρατηγικές επενδύσεις εντός των ελληνικών συνόρων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η εξαγορά και ανακαίνιση εμβληματικών ξενοδοχειακών μονάδων, όπως η πρόσφατη συμφωνία γνωστού αλβανικού ομίλου σε συνεργασία με διεθνείς αλυσίδες (όπως η Meliá) για τη μετατροπή τετράστερου ξενοδοχείου στην Κέρκυρα σε υπερπολυτελές πεντάστερο θέρετρο. Αντίστοιχες συνεργασίες καταγράφονται στο λιανεμπόριο και τα καύσιμα, αποδεικνύοντας ότι οι οικονομικοί ρόλοι των δύο χωρών έχουν πλέον επαναπροσδιοριστεί εκ βάθρων.

Η κοινωνική αποδοχή αυτής της πορείας αποτυπώνεται καθαρά σε μεγάλες πανελλαδικές έρευνες (όπως αυτή του ΕΛΙΑΜΕΠ και του Πανεπιστημίου Μακεδονίας), όπου συντριπτικά ποσοστά της τάξης του 80% των Ελλήνων πολιτών αναγνωρίζουν τη θετική συμβολίδα των Αλβανών μεταναστών στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας, απορρίπτοντας κάθε λογική περιθωριοποίησης. Η διαδρομή αυτή, γεμάτη σκληρή δουλειά, αντοχή και υπέρβαση των εμποδίων, αποτελεί μια από τις πιο καθοριστικές σελίδες στη σύγχρονη ιστορία των Βαλκανίων, υπενθυμίζοντας ότι η αξία ενός ανθρώπου δεν καθορίζεται από την αφετηρία του, αλλά από την ικανότητά του να χτίζει το μέλλον του από το μηδέν.

0 ΣΧΟΛΙΑ

Προσθήκη Σχόλιου