Φράνκο Μπαρέζι: Ποιος ήταν ο θρυλικός αρχηγός της Μίλαν – Τα τρόπαια, ο τελικός που τον σημάδεψε και η αιώνια φανέλα με το «6»

Ο Φράνκο Μπαρέζι δεν υπήρξε απλώς ένας κορυφαίος αμυντικός. Ήταν ο ποδοσφαιριστής που έδωσε διαφορετική διάσταση στη θέση του λίμπερο και απέδειξε ότι ένας παίκτης της άμυνας μπορούσε να είναι ταυτόχρονα οργανωτής, ηγέτης και ο άνθρωπος από τον οποίο ξεκινούσε ολόκληρο το παιχνίδι μιας ομάδας. Με τη φανέλα της Μίλαν πέρασε σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του. Από την πρώτη του εμφάνιση το 1978 μέχρι την αποχώρησή του από την ενεργό δράση το 1997, παρέμεινε πιστός στους «ροσονέρι», μετατρεπόμενος σε ένα από τα σημαντικότερα σύμβολα της ιστορίας τους.
Ποιος ήταν ο εμβληματικός αρχηγός της Μίλαν
Γεννημένος στο Τραβαλιάτο της Ιταλίας το 1960, ο Μπαρέζι εντάχθηκε από νεαρή ηλικία στον κόσμο του ποδοσφαίρου. Παρά το γεγονός ότι δεν διέθετε το εντυπωσιακό ύψος ή τη σωματική διάπλαση που συνήθως συνδέεται με έναν κεντρικό αμυντικό, κατάφερε να καλύψει κάθε μειονέκτημα με την αντίληψη, την ταχύτητα, την εκρηκτικότητα και την εξαιρετική του ικανότητα να προβλέπει την εξέλιξη μιας φάσης. Το μεγάλο του προσόν ήταν το μυαλό του. Ο Μπαρέζι δεν περίμενε απλώς να φτάσει η μπάλα στον αντίπαλο για να επέμβει. Προσπαθούσε να διαβάσει τη φάση προτού αυτή εξελιχθεί, να καταλάβει πού θα κινηθεί ο επιθετικός και σε ποιο σημείο θα κατευθυνθεί η πάσα. Με αυτόν τον τρόπο, μπορούσε να ανακόπτει επιθέσεις πριν ακόμη γίνουν πραγματικά επικίνδυνες.
Ο ρόλος του λίμπερο είχε γεννηθεί αρκετές δεκαετίες νωρίτερα και συνδέθηκε κυρίως με το ιταλικό κατενάτσιο. Ο παίκτης αυτός βρισκόταν πίσω από την υπόλοιπη άμυνα και είχε την ευθύνη να διορθώνει τα λάθη των συμπαικτών του. Ο Μπαρέζι, όμως, δεν περιορίστηκε ποτέ σε αυτό. Μετέτρεψε τη συγκεκριμένη θέση σε πηγή δημιουργίας. Μόλις κέρδιζε την μπάλα, σήκωνε το κεφάλι, παρατηρούσε τις κινήσεις των συμπαικτών του και ξεκινούσε την επίθεση με ακρίβεια. Άλλοτε με μία μακρινή πάσα, άλλοτε με κάθετη μεταφορά της μπάλας και άλλοτε με μια προώθηση που αιφνιδίαζε ολόκληρη την αντίπαλη ομάδα.
Η παρουσία του στον αγωνιστικό χώρο ενέπνεε ασφάλεια. Οι συμπαίκτες του γνώριζαν ότι, ακόμη και αν υπέπιπταν σε λάθος, εκείνος βρισκόταν πίσω τους για να επέμβει. Το χαρακτηριστικό του τάκλιν, η επιτάχυνσή του σε μικρό χώρο και η ικανότητά του να κερδίζει την μπάλα χωρίς να υποπίπτει σε φάουλ τον έκαναν σχεδόν αξεπέραστο. Καθοριστική για την εξέλιξη της καριέρας του υπήρξε η άφιξη του Αρίγκο Σάκι στη Μίλαν το 1987. Ο Ιταλός προπονητής θέλησε να αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο αμυνόταν η ομάδα, εγκαταλείποντας το παραδοσιακό μοντέλο του λίμπερο και δημιουργώντας μια τετράδα που κινούνταν ενιαία, ψηλά στο γήπεδο και με συνεχή εφαρμογή του τεχνητού οφσάιντ.
Για τον Μπαρέζι, αυτή η αλλαγή σήμαινε ότι έπρεπε να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο του. Αρχικά υπήρχαν εντάσεις και διαφωνίες, όμως σταδιακά ο σπουδαίος αμυντικός κατάφερε να προσαρμοστεί και να εξελιχθεί σε έναν από τους κορυφαίους στόπερ στον κόσμο. Ο ίδιος ο Σάκι είχε εξηγήσει τη φιλοσοφία του λέγοντας: «Όταν ξεκίνησα, το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς και της προσοχής μου αφορούσε στην αμυντική φάση του παιχνιδιού. Οι ομάδες τότε χρησιμοποιούσαν λίμπερο και έπαιζαν μαν του μαν τον αντίπαλο. Επιθετικά τα πράγματα ήταν κάπως πρωτόγονα, όλα ήταν αφημένα στο ένστικτο του επιθετικού και τη φαντασία του “δεκαριού”. Το αληθινό πρόβλημα σε όλο αυτό ήταν η αντίληψη και η νοοτροπία περί ποδοσφαίρου. Δεν νοείται επιθετικό ποδόσφαιρο και φυγοπονία. Δεν ταιριάζουν, δεν πάνε μαζί. Έλεγα στους παίκτες μου ότι, αν παίζαμε με 25 μέτρα χώρο από τον τελευταίο αμυντικό μέχρι τον σέντερ φορ, κανείς δεν θα μπορούσε να μας σταματήσει. Επομένως, η ομάδα έπρεπε να κινείται ως ένα πράγμα, πάνω-κάτω στον αγωνιστικό χώρο, με τη διαφορά ότι έπρεπε να το κάνει και από δεξιά προς τα αριστερά».
Ο Μπαρέζι έγινε ο απόλυτος συντονιστής αυτής της άμυνας. Με το υψωμένο χέρι του έδινε το σήμα για το τεχνητό οφσάιντ, ενώ οι υπόλοιποι αμυντικοί ακολουθούσαν τις κινήσεις του με απόλυτη εμπιστοσύνη. Δεν ήταν τυχαίο το σχόλιο του Χόρχε Βαλντάνο: «Οι παίκτες της Μίλαν δεν κοιτούσαν ούτε τους αντιπάλους ούτε τη μπάλα. Κοιτούσαν μόνο τον Μπαρέζι». Στο πλευρό του αγωνίστηκαν ορισμένοι από τους κορυφαίους αμυντικούς όλων των εποχών, όπως ο Πάολο Μαλντίνι και ο Αλεσάντρο Κοστακούρτα. Μαζί συγκρότησαν μία από τις πιο εμβληματικές αμυντικές γραμμές στην ιστορία του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου.
Με τη Μίλαν κατέκτησε έξι πρωταθλήματα Ιταλίας, τρία Κύπελλα Πρωταθλητριών και δύο Διηπειρωτικά Κύπελλα, ενώ συνολικά πανηγύρισε δεκάδες τίτλους και διακρίσεις. Το 1989 έφτασε πολύ κοντά στη Χρυσή Μπάλα, τερματίζοντας στη δεύτερη θέση πίσω από τον συμπαίκτη του, Μάρκο Φαν Μπάστεν. Σημαντική ήταν και η παρουσία του με την Εθνική Ιταλίας. Κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1982, χωρίς όμως να αγωνιστεί, ενώ αργότερα καθιερώθηκε ως αρχηγός και ηγέτης της «Squadra Azzurra».
Η κορυφαία στιγμή του με την εθνική ομάδα ήρθε στο Μουντιάλ του 1994. Παρότι υπέστη ρήξη μηνίσκου στη φάση των ομίλων, επέστρεψε μόλις 24 ημέρες αργότερα για να αγωνιστεί στον τελικό απέναντι στη Βραζιλία. Παρά την έλλειψη αγωνιστικού ρυθμού και τον πρόσφατο τραυματισμό του, πραγματοποίησε μια από τις σπουδαιότερες εμφανίσεις αμυντικού σε τελικό Παγκοσμίου Κυπέλλου.
Διαβάστε επίσης
Στη διαδικασία των πέναλτι αστόχησε, μια στιγμή που τον σημάδεψε. Ο ίδιος είχε δηλώσει: «Βγήκα μπροστά πεπεισμένος και αποφασισμένος, επειδή εκείνη τη στιγμή χρειαζόταν κάποιος για να εμψυχώσει τους στρατιώτες. Άλλαξα τελευταία στιγμή την απόφαση για το πού θα σουτάρω και έχασα την ισορροπία μου, χτυπώντας άσχημα τη μπάλα. Μετά από εμένα έκαναν λάθος και ο Ντανιέλε (σ.σ. Μασάρο) και ο Ρομπέρτο (σ.σ. Μπάτζο). Ήταν ένας εφιάλτης για όλους». Μετά το τέλος της καριέρας του, παρέμεινε κοντά στη Μίλαν, αναλαμβάνοντας διάφορους διοικητικούς και τεχνικούς ρόλους. Η φανέλα με τον αριθμό 6 αποσύρθηκε προς τιμήν του, ως αναγνώριση της τεράστιας προσφοράς του.





0 ΣΧΟΛΙΑ