Θέλω να μ’ αγαπάς: Η ιστορία πίσω από το πιο τρυφερό τραγούδι του Γιάννη Πουλόπουλου

Σαν σήμερα, στις 23 Αυγούστου του 2020, η Ελλάδα αποχαιρέτησε τον Γιάννη Πουλόπουλο, έναν τραγουδιστή που δεν χωρούσε σε χαρακτηρισμούς και «ταμπέλες». Δεν ήταν απλώς ένας ακόμη μεγάλος καλλιτέχνης της γενιάς του. Ήταν μία από τις κορυφαίες φωνές του ελληνικού τραγουδιού, ένας ερμηνευτής που με τη μοναδική χροιά και το λυρισμό του κατάφερε να δώσει «ψυχή» σε εκατοντάδες δημιουργίες των σπουδαιότερων συνθετών και στιχουργών.
Ο ερμηνευτής με τις μεγάλες επιτυχίες
Η καριέρα του εκτείνεται σε περίπου τέσσερις δεκαετίες και η δισκογραφία του αριθμεί περισσότερα από 400 τραγούδια, εκ των οποίων δεκάδες έγιναν κλασικά και συνεχίζουν να συγκινούν. Το ιδιαίτερο ηχόχρωμα και η ερμηνευτική του δύναμη τον κατέστησαν ικανό να υπηρετήσει με τον ίδιο σεβασμό τόσο τους αγωνιστικούς ύμνους του Μίκη Θεοδωράκη όσο και τις ευαίσθητες μελωδίες του Μάνου Χατζιδάκι ή τα έντεχνα λαϊκά τραγούδια της δεκαετίας του ’60 και του ’70.
Πέρα από τις συνεργασίες με τους κορυφαίους δημιουργούς, ο Πουλόπουλος χάρισε και δικά του τραγούδια στο κοινό, αφήνοντας το προσωπικό του στίγμα σε μια εποχή πλούσια σε μουσικές αναζητήσεις. Παράλληλα, η παρουσία του στον κινηματογράφο και οι ηχογραφήσεις του σε δίσκους 45 στροφών τον έκαναν ακόμα πιο αγαπητό σε ένα ευρύ ακροατήριο.
Το τραγούδι «Θέλω να μ’ αγαπάς» και η διαχρονική του επιτυχία
Ανάμεσα στις δεκάδες επιτυχίες του Γιάννη Πουλόπουλου, ξεχωριστή θέση κατέχει το «Θέλω να μ’ αγαπάς». Ένα τραγούδι γεμάτο ζεστασιά και τρυφερότητα, που αποτυπώνει με αφοπλιστική απλότητα την ανάγκη για αγάπη. Η μουσική είναι του Αντώνη Βαρδή και οι στίχοι του Πάνου Φαλάρα, ενώ περιλαμβάνεται στον δίσκο «Για Σένα», που κυκλοφόρησε το 1978. Ο συνδυασμός της μελωδίας με την ερμηνεία του Πουλόπουλου γέννησε ένα από τα πιο αγαπημένα τραγούδια της δεκαετίας του ’70, που παραμένει διαχρονικό μέχρι σήμερα.
Ο ίδιος ο στιχουργός, Πάνος Φαλάρας, σε συνέντευξή του στον Κωνσταντίνο Παυλικιάνη είχε αναφερθεί στο συγκεκριμένο κομμάτι, μιλώντας για την αλήθεια και την ειλικρίνεια που ήθελε να αποτυπώσει στους στίχους. Κι αυτό είναι ίσως το μυστικό της δύναμής του: η απλότητα που αγγίζει κατευθείαν την καρδιά.
Ο Πάνος Φαλάρας περιέγραψε στον Κωνσταντίνο Παυλικιάνη: Ο Αντώνης Βαρδής μου έδωσε διάφορες μουσικές και μέσα σ’ ένα διάστημα έξι μηνών γράψαμε αρκετά τραγούδια, μεταξύ των οποίων το «Θέλω Να Μ’ Αγαπάς» και το «Μ’ Αγαπούσες Θυμάμαι». Και στην περίπτωση του «Θέλω Να Μ’ Αγαπάς» προηγήθηκε η μουσική. Απ’ ό,τι θυμάμαι, τη μουσική την είχε επιλέξει ο Μάτσας και του είπε του Βαρδή να τη δώσει στον Πυθαγόρα. Ο Βαρδής του είπε:
– Θα το δώσω στον Φαλάρα, ένα νέο στιχουργό.
– Καλά, δώσ’ το. του είπε ο Μάτσας, Και τελικά το έγραψα το τραγούδι. Το «Θέλω Να Μ’ Αγαπάς» το είχα γράψει όταν είχα γνωρίσει τη γυναίκα μου. Ακούγοντας τη μουσική αυτή, μου ήρθε αυθόρμητα. Σαν να το έλεγα στη γυναίκα μου. Στίχο πρέπει να είχε γράψει κι ο Πυθαγόρας αλλά δεν ξέρω τι έγραψε. Πάντως δεν άρεσε στον Μάτσα. Επειδή ο δίσκος θα κυκλοφορούσε το Πάσχα, ήταν Άνοιξη, του Μάτσα τού άρεσε η φράση «Θέλω Να Μ’ Αγαπάς». Έχει πάρει τον στίχο ο Πουλόπουλος και το ‘χει τραγουδήσει στο στούντιο. Και κάποια στιγμή χτυπάει το τηλέφωνο στο σπίτι μου και μου λέει μία κοπέλα:
– Κύριε Φαλάρα, σας θέλει ο κύριος Μάτσας.
– Γεια σας κύριε Μάτσα!
– Αύριο μπορείς να έρθεις εδώ στο γραφείο μου στις 11 το πρωί;
– Βεβαίως κύριε Μάτσα!
Τότε τα γραφεία της Minos ήταν στη Χαριλάου Τρικούπη, στο κέντρο. Και όντως, πήγα στο γραφείο του και ένιωσα ένα δέος εκεί. Απ’ έξω, π.χ., περίμενε ο Νικολόπουλος που είχε κάνει το «Υπάρχω». Τώρα όμως το θέμα ήταν το «Θέλω Να Μ’ Αγαπάς». Μου λέει:
– Καφεδάκι;
– Ε, ναι.
– Μπισκοτάκια;
– Ναι.
Σκεφτόμουνα «τι θέλει τώρα;». Μου λέει:
– Κοίταξε να δεις. Σ’ έφερα εδώ γιατί έχεις γράψει έναν πολύ ωραίο στίχο για τον Πουλόπουλο αλλά αυτός ο στίχος έχει ένα πρόβλημα. Είναι πολύ ωραίο το ρεφρέν, πολύ ωραίο το ξεκίνημα που λες «Θέλω να μ’ αγαπάς», αλλά χρειαζόμαστε μια αλλαγή.
Διαβάστε επίσης
– Δηλαδή κύριε Μάτσα;
Εγώ έγραφα «Θέλω να μ’ αγαπάς όπως ο πόνος, που μια ζωή κρατώ για συντροφιά, βλέπεις χωρίς αυτόν θα ‘μουν πιο μόνος, σαν τα πουλιά που ζούνε στα κλουβιά». Αυτό είχε πει κι ο Πουλόπουλος. Και μου λέει, λοιπόν, ο Μάτσας:
– Έχω ένα πρόβλημα. Ο Πουλόπουλος θέλει τον στίχο που έγραψες εσύ. Αλλά επειδή θα κυκλοφορήσουμε Πάσχα και πάμε για καλοκαίρι, πρέπει να είναι ένα τραγούδι το οποίο να έχει ήλιο και θάλασσα, να μην είναι μουντό. Αυτό τώρα είναι χειμωνιάτικο και πονεμένο. Όμως ο Πουλόπουλος θέλει τον στίχο που έγραψες εσύ. Αλλά άστο πάνω μου. Εσύ, σε παρακαλώ, αν μπορείς να αλλάξεις τα κουπλέ.
– Εντάξει κύριε Μάτσα…
– Σ’ αφήνω εγώ εδώ, κάτσε στο γραφείο μου και κάνε τον καινούργιο στίχο.
Εγώ άρχισα και το δούλευα. Έγραφα κάτι και μου έλεγε:
– Όχι. Αυτή τη λέξη βγαλ’ τηνε.
Κι έγραψα το πρώτο κουπλέ: «Θέλω να μ’ αγαπάς όπως τον ήλιο, που δίνει ζεστασιά σ’ όλη τη γη, θέλω να μ’ αγαπάς όπως τον φίλο, τον αδερφό, το φως και τη ζωή».
– Α, ωραία! Εδώ είμαστε! Αυτό είναι το σκεπτικό που θέλω. Μείνε εδώ, να σου παραγγείλω να φας και κάτι, γιατί θα πάμε στην Columbia. Τέσσερις η ώρα ξεκινάει η ηχογράφηση. Θα έρθει κι ο Βαρδής, του έχω τηλεφωνήσει, για να το ξανακάνουμε.
– Εντάξει κύριε Μάτσα.
Έφαγα κάτι τυροπιτάκια κ.λπ. και πήγαμε στο στούντιο της Columbia στη Ριζούπολη. Με άφησε στο φουαγιέ, στο μπαράκι που υπήρχε στο στούντιο, και δίπλα έγραφε ο Πουλόπουλος. Με χαιρέτησε ο Βαρδής, του είπα πως έχει η κατάσταση, “εντάξει” μου είπε και συνέχισα να γράφω το τραγούδι. Κάποια στιγμή, στις έξι-επτά η ώρα, τελείωσα και μου είπε ο Μάτσας:
– Έλα στο στούντιο να βοηθήσεις.
Εκεί γνώρισα και τον Πουλόπουλο.
– Γεια σου, τί κάνεις; Έχεις γράψει πολύ ωραίο στίχο. Μπράβο.
– Ευχαριστώ.
Ο Βαρδής, μαζί με τον Κώστα τον Κλάββα που έκανε την ενορχήστρωση, έχει ομορφύνει το τραγούδι. Γιατί αυτά που ακούγονται σαν κλακέτες, τα έκανε με το στόμα και με τα δάχτυλα. Φοβερό εύρημα. Ο Αντώνης ήταν πάντα μπροστά από την εποχή του. Προσπάθησε, λοιπόν, ο Μάτσας να πείσει τον Πουλόπουλο να πει το τραγούδι από την αρχή, με τον καινούργιο στίχο. Αλλά οι προσπάθειες που έκανε ήταν όλες άκαρπες. Κάποια στιγμή πήγα πιο κοντά για ν’ ακούσω τι λένε μεταξύ τους. Ο Μάτσας ήξερε ότι ο Πουλόπουλος δεν πάταγε ποτέ στην εταιρία. Ήταν ό,τι πει στο στούντιο. Από κει και πέρα μπορούσαν να κάνουν ό,τι ήθελαν. Ο Μάτσας ήταν πονηρός και έμπορος πάνω απ’ όλα. Είχε πάει η ώρα 9 και 20. Παλιά δεν μπορούσες να πεις “άντε, πάμε στο στούντιο μέχρι τις 12”. 10 η ώρα έπρεπε να τελειώνουμε και να φεύγουμε. Οπότε, ο Μάτσας τού είπε του Πουλόπουλου:
– Γιαννάκη, σε παρακαλώ. Θα μου κάνεις μια χάρη. Θα ξαναπείς αυτό το τραγούδι για μένα. Αυτό που έχεις πει το κρατάμε. Κανένα πρόβλημα. Θα το πεις για μένα και θα ‘ρθεις κι εσύ στην εταιρία για να τ’ ακούμε μαζί. Απλά κάνε το δικό μου χατίρι και ξαναπές το σε παρακαλώ, έτσι για να τ’ ακούσω επειδή το παιδί εδώ καθόταν όλη την ημέρα κι έγραφε έναν στίχο. Πες το.
Διαβάστε επίσης
– Κύριε Μάτσα να σας πω κάτι; Έχω τραγουδήσει Λόρκα, έχω ηχογραφήσει ποίηση, έχω πει τόσα ποιήματα και θα μου πείτε τώρα εσείς; Αυτό που έχει γράψει ο νεαρός από δω είναι ποίηση. Τι μου λέτε τώρα; Θα πω αυτές τις αηδίες; Μου λέτε για ήλιο και για φως… Δεν τα λέω!
– Γιάννη, αγόρι μου, εντάξει. Πες το σε παρακαλώ κι από κει και πέρα εγώ θα κάνω αυτό που σου είπα. Ό,τι θέλεις εσύ. Απλά θέλω να τ’ ακούσω έτσι. Τί έχεις να χάσεις; 10 λεπτά δουλειά είναι. Μπες μέσα και πες το.
– Καλά κύριε Μάτσα, να σας το κάνω το χατίρι.
Μπήκε ο Πουλόπουλος, τραγούδησε, και στο τέλος βγήκε ο δίσκος με τη νέα ηχογράφηση και όχι την παλιά! Δεν ξέρω αν αντέδρασε ο Πουλόπουλος. Μπορεί και ν’ αντέδρασε. Να ‘κανε δηλαδή ένα τηλεφώνημα και να του είπε ο Μάτσας «κοίταξε να δεις. Ξαφνικά πουλήσαμε σ’ ένα μήνα 85.000. Άντε γεια χαρά». Κι όντως έτσι έγινε. Σ’ ένα μήνα πούλησε 85.000 αντίτυπα.






0 ΣΧΟΛΙΑ