Το «πάρτι» των 1,8 εκατομμυρίων στον ΟΠΕΚΑ: Πως στήθηκε η απάτη με τα «μαϊμού» επιδόματα

Η ιστορία των δημόσιων οργανισμών στην Ελλάδα είναι συχνά μια πονεμένη διαδρομή ανάμεσα στην προσπάθεια για εκσυγχρονισμό και στις παλιές, κακές συνήθειες της αδιαφάνειας. Αυτή τη φορά, ο Οργανισμός Προνοιακών Επιδομάτων και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΟΠΕΚΑ) βρίσκεται στο μάτι του κυκλώνα, με μια αποκάλυψη που προκαλεί οργή στην κοινή γνώμη. Δεν πρόκειται απλώς για μια λογιστική αστοχία, αλλά για μια μεθοδευμένη «αιμορραγία» δημόσιου χρήματος που αγγίζει το 1,8 εκατομμύριο ευρώ. Σύμφωνα με το πόρισμα της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας, επιτήδειοι εκμεταλλεύτηκαν τα κενά του συστήματος την περίοδο 2020-2022, μοιράζοντας επιδόματα με μια ευκολία που θα ζήλευε κάθε φιλανθρωπικό ίδρυμα, μόνο που εδώ τα χρήματα ήταν των φορολογουμένων και οι δικαιούχοι… «φαντάσματα».
Η «τρύπα» της ψηφιακής μετάβασης και οι σκόπιμες αστοχίες
Την ώρα που η χώρα προσπαθούσε να ισορροπήσει στις προκλήσεις της πανδημίας και της ψηφιοποίησης, φαίνεται πως κάποιοι βρήκαν το ιδανικό «παράθυρο» για να δράσουν. Η μη διαλειτουργικότητα των συστημάτων εκείνη την περίοδο στάθηκε η τέλεια δικαιολογία. Όταν τα ηλεκτρονικά συστήματα δεν «μιλούν» μεταξύ τους, ο ανθρώπινος παράγοντας αποκτά υπερεξουσίες. Και στον ΟΠΕΚΑ, ο παράγοντας αυτός φαίνεται πως αποφάσισε να παρακάμψει κάθε έννοια νόμου.
Η έρευνα δείχνει ότι οι εμπλεκόμενοι προσπερνούσαν βασικές προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος χωρίς να ιδρώνει το αυτί τους. Επιδόματα καταβάλλονταν σε άτομα που δεν είχαν κλείσει καν το 67ο έτος της ηλικίας τους, ενώ τα εισοδηματικά κριτήρια –η βάση δηλαδή της κοινωνικής πολιτικής– αγνοούνταν επιδεικτικά. Ακόμα και η ρητή προϋπόθεση της τριακονταετούς διαμονής στην Ελλάδα, ένας κανόνας που διασφαλίζει ότι τα επιδόματα πηγαίνουν σε ανθρώπους που έχουν ζήσει και προσφέρει στη χώρα, έγινε «λάστιχο» στα χέρια των επιτηδείων.
Χειρόγραφα σημειώματα και αιτήσεις χωρίς πρωτόκολλο
Αν κάτι κάνει την υπόθεση αυτή να μοιάζει με αστυνομικό μυθιστόρημα παλιάς κοπής, είναι τα ευρήματα μέσα στους 372 επίμαχους φακέλους. Οι ελεγκτές της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας βρέθηκαν μπροστά σε μια εικόνα που παραπέμπει σε άλλες εποχές: αιτήσεις που δεν είχαν καν αριθμό πρωτοκόλλου, αλλά έπαιρναν προτεραιότητα έναντι άλλων νόμιμων αιτήσεων, και το πιο εξοργιστικό, ιδιόχειρα σημειώματα μέσα στα έγγραφα. Αυτά τα «ραβασάκια» είναι που θα κρίνουν αν η διανομή των χρημάτων γινόταν απλώς ως «χάρη» ή αν υπήρχε και το ανάλογο οικονομικό αντίτιμο κάτω από το τραπέζι.
Η διοίκηση του ΟΠΕΚΑ πλέον δεν ερευνά μόνο αν το σκάνδαλο περιορίζεται σε δύο συγκεκριμένες γυναίκες υπαλλήλους, αλλά αν υπάρχει ένα βαθύτερο δίκτυο αλχημειών μέσα στον οργανισμό. Η διαβίβαση των στοιχείων στην Οικονομική Εισαγγελία είναι το επόμενο βήμα, με τον έλεγχο του «πόθεν έσχες» να αποτελεί το «κλειδί» για να ανοίξουν τα στόματα και να διαπιστωθεί αν υπήρξε πλουτισμός από την παράνομη αυτή δραστηριότητα.
Το πολιτικό «μακελειό» και οι πιέσεις προς τη Χαριλάου Τρικούπη
Όπως ήταν αναμενόμενο, η υπόθεση πήρε αστραπιαία πολιτικές διαστάσεις. Η εμπλοκή της Αναστασίας Χατζηδάκη, στελέχους που συνδέεται με το οργανωτικό του ΠΑΣΟΚ, έγινε το «βούτυρο στο ψωμί» της κυβερνητικής παράταξης. Παρά το γεγονός ότι η ίδια αρνείται τα πάντα και ζήτησε την αναστολή της κομματικής της ιδιότητας για να προστατεύσει το χώρο της, η Νέα Δημοκρατία δεν έχασε την ευκαιρία για μια σφοδρή επίθεση.
Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας, Μακάριος Λαζαρίδης, από το βήμα της Βουλής, εξαπέλυσε «πυρά» κατά του Νίκου Ανδρουλάκη, διερωτώμενος αν ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ γνώριζε για τη δράση της στενής του συνεργάτιδας. Η υπενθύμιση παλαιότερων αναρτήσεων της κυρίας Χατζηδάκη, όπου χαρακτήριζε τις παραιτήσεις κυβερνητικών στελεχών ως «ομολογία ενοχής», χρησιμοποιήθηκε ως εργαλείο πολιτικής ειρωνείας. Η στρατηγική της ΝΔ είναι σαφής: να ταυτίσει το ΠΑΣΟΚ με μια σειρά σκανδάλων που έρχονται στο φως, από τον ΟΠΕΚΕΠΕ μέχρι τη ΓΣΕΕ, πλήττοντας το ηθικό πλεονέκτημα που προσπαθεί να προβάλει η Χαριλάου Τρικούπη.
Η επόμενη μέρα: Το κυνήγι των «αχρεωστήτως καταβληθέντων»
Ενώ η πολιτική αντιπαράθεση μαίνεται, η ουσία παραμένει στα χρήματα που χάθηκαν. Η απόφαση είναι ξεκάθαρη: τα ποσά που δόθηκαν σε ανθρώπους που δεν τα δικαιούνταν θα αναζητηθούν πίσω ως «αχρεωστήτως καταβληθέντα». Πρόκειται για μια δύσκολη διαδικασία, καθώς συχνά οι λήπτες τέτοιων ποσών δηλώνουν αδυναμία αποπληρωμής, όμως η πολιτική βούληση αυτή τη φορά φαίνεται αποφασισμένη.
Διαβάστε επίσης
Ταυτόχρονα, η υπόθεση αυτή λειτουργεί ως επιταχυντής για την ολοκλήρωση του Εθνικού Μητρώου Δικαιούχων Επιδομάτων. Είναι το μοναδικό εργαλείο που μπορεί να βάλει τέλος στην εποχή των χειρόγραφων σημειωμάτων και των «χαρών». Η διαφάνεια δεν είναι πλέον ένα αίτημα της κοινωνίας, αλλά μια ανάγκη επιβίωσης του κράτους πρόνοιας. Αν τα χρήματα που προορίζονται για τους πραγματικά αδύναμους καταλήγουν σε επιτήδειους, τότε το ίδιο το νόημα της κοινωνικής αλληλεγγύης ακυρώνεται.
Η Δικαιοσύνη έχει πλέον τον λόγο. Οι 372 φάκελοι δεν είναι απλά χαρτιά, αλλά η απόδειξη μιας συστημικής παθογένειας που πρέπει να εκριζωθεί. Το ερώτημα παραμένει: πόσες ακόμα τέτοιες «τρύπες» υπάρχουν που περιμένουν τον επόμενο επιτήδειο;





0 ΣΧΟΛΙΑ