Τέλος στα πανάκριβα ενοίκια: Το νέο σχέδιο που αλλάζει την αγορά κατοικίας – 10 χρόνια χωρίς φόρο

Η στεγαστική κρίση εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα για χιλιάδες νοικοκυριά στην Ελλάδα, καθώς η συνεχής αύξηση των ενοικίων και η περιορισμένη διαθεσιμότητα κατοικιών δυσκολεύουν την εύρεση οικονομικής στέγης. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η κυβέρνηση προωθεί ένα νέο μοντέλο αξιοποίησης ακινήτων με στόχο να αυξήσει την προσφορά κατοικιών και ταυτόχρονα να συγκρατήσει το κόστος των μισθώσεων.
Το νέο σχέδιο για περισσότερα σπίτια με χαμηλότερα ενοίκια
Το πρόγραμμα «Κατασκευάζω – Νοικιάζω» φιλοδοξεί να δημιουργήσει ένα νέο πλαίσιο στην αγορά ακινήτων, προσφέροντας σημαντικά φορολογικά κίνητρα σε εταιρείες που θα επενδύσουν στην κατασκευή ή τη μετατροπή υφιστάμενων κτιρίων σε κατοικίες, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές θα διατίθενται για μακροχρόνια μίσθωση με προκαθορισμένο, προσιτό ενοίκιο. Η βασική φιλοσοφία του σχεδίου είναι να αξιοποιηθεί ένα μεγάλο απόθεμα ανενεργών ή εγκαταλελειμμένων ακινήτων που σήμερα παραμένουν αναξιοποίητα. Παλαιά εργοστάσια, αποθήκες, γραφεία, εμπορικά κτίρια αλλά και ημιτελείς οικοδομές μπορούν να αποκτήσουν νέα χρήση, μετατρέποντας χώρους που σήμερα παραμένουν κλειστοί σε σύγχρονες κατοικίες για οικογένειες, νέους εργαζόμενους και ζευγάρια.
Ως αντάλλαγμα για τις επενδύσεις αυτές, οι εταιρείες που θα ενταχθούν στο πρόγραμμα προβλέπεται να απαλλάσσονται από τον φόρο εισοδήματος για τα έσοδα που θα προκύπτουν από τις συγκεκριμένες μισθώσεις για διάστημα δέκα ετών. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα ισχυρό οικονομικό κίνητρο, το οποίο αποσκοπεί στο να καταστήσει ελκυστικές τις επενδύσεις στην προσιτή κατοικία αντί για άλλες μορφές εκμετάλλευσης των ακινήτων. Ωστόσο, η φορολογική αυτή ελάφρυνση συνοδεύεται από συγκεκριμένες υποχρεώσεις. Οι κατοικίες που θα δημιουργηθούν δεν θα μπορούν να διατεθούν ελεύθερα στην αγορά ούτε να χρησιμοποιηθούν για βραχυχρόνιες μισθώσεις ή άλλες εμπορικές δραστηριότητες. Αντίθετα, θα πρέπει να νοικιάζονται για μεγάλο χρονικό διάστημα, με συμβάσεις τουλάχιστον δέκα ετών και με ενοίκια που θα καθορίζονται βάσει συγκεκριμένων κανόνων.
Σύμφωνα με τον σχεδιασμό που εξετάζεται, το ύψος του ενοικίου αναμένεται να συνδέεται με την αντικειμενική αξία κάθε ακινήτου. Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι η απόδοση για τον ιδιοκτήτη ή την εταιρεία θα κυμαίνεται περίπου στο 3% έως 4% της αντικειμενικής αξίας σε ετήσια βάση. Με αυτόν τον τρόπο επιδιώκεται να διαμορφωθούν αισθητά χαμηλότερα ενοίκια σε σχέση με εκείνα που επικρατούν σήμερα στην ελεύθερη αγορά. Η διαφορά μπορεί να αποδειχθεί σημαντική για τους ενοικιαστές. Για παράδειγμα, σε μία κατοικία αξίας 100.000 ευρώ, όπου σήμερα το ενοίκιο μπορεί να ξεπερνά τα 400 ευρώ τον μήνα ώστε να εξασφαλίζεται υψηλότερη επενδυτική απόδοση, στο νέο μοντέλο το μίσθωμα θα μπορούσε να περιοριστεί περίπου στα 250 έως 300 ευρώ. Μια τέτοια μείωση θα έδινε σημαντική οικονομική ανάσα σε νοικοκυριά που δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις σημερινές τιμές.
Παράλληλα, οι επενδυτές εξακολουθούν να έχουν οικονομικό όφελος, όχι όμως μέσω υψηλότερων ενοικίων αλλά μέσω της σημαντικής φορολογικής απαλλαγής που προβλέπει το πρόγραμμα. Έτσι, επιχειρείται να δημιουργηθεί μια νέα ισορροπία ανάμεσα στην ανάγκη για επενδύσεις στην αγορά ακινήτων και στην κοινωνική ανάγκη για προσιτή κατοικία. Η εφαρμογή του σχεδίου αναμένεται να αλλάξει και τον τρόπο με τον οποίο αξιοποιούνται πολλά εγκαταλελειμμένα κτίρια στα μεγάλα αστικά κέντρα. Αντί να παραμένουν αναξιοποίητα επί σειρά ετών, θα μπορούν να μετατραπούν σε σύγχρονα διαμερίσματα, αυξάνοντας τον αριθμό των διαθέσιμων κατοικιών και συμβάλλοντας στη συνολική αναβάθμιση ολόκληρων περιοχών.
Διαβάστε επίσης
Το πρόγραμμα διαφοροποιείται σημαντικά από τις επενδυτικές πρακτικές που κυριάρχησαν τα προηγούμενα χρόνια, όταν μεγάλο μέρος της οικοδομικής δραστηριότητας συνδέθηκε με τη βραχυχρόνια μίσθωση ή την αγορά ακινήτων από ξένους επενδυτές μέσω προγραμμάτων όπως η Golden Visa. Στην προκειμένη περίπτωση, η προτεραιότητα δίνεται στη δημιουργία κατοικιών που θα απευθύνονται αποκλειστικά στη μακροχρόνια ενοικίαση για όσους αναζητούν μόνιμη στέγη. Η στεγαστική πίεση που καταγράφεται τα τελευταία χρόνια αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό στην ανισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης. Σε πολλές περιοχές της χώρας, και ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα, οι διαθέσιμες κατοικίες δεν επαρκούν για να καλύψουν τις ανάγκες, γεγονός που οδηγεί σε διαρκή αύξηση των ενοικίων. Μέσω της αξιοποίησης αδρανών ακινήτων, το νέο πρόγραμμα επιχειρεί να αυξήσει την προσφορά και να λειτουργήσει εξισορροπητικά στην αγορά.






0 ΣΧΟΛΙΑ