Μπορεί ο δράστης να κληρονομεί το θύμα του;

Μπορεί ένας άνθρωπος που στέρησε τη ζωή κάποιου να γίνει τελικά και κληρονόμος της περιουσίας του; Αν και ακούγεται παράδοξο, η ελληνική έννομη τάξη έχει βρεθεί αντιμέτωπη με ανάλογες περιπτώσεις στο παρελθόν. Το Κληρονομικό Δίκαιο προβλέπει μηχανισμούς που μπορούν να αποτρέψουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο, ωστόσο η εφαρμογή τους δεν είναι αυτόματη. Αντίθετα, απαιτείται η ενεργοποίηση συγκεκριμένων νομικών διαδικασιών από όσους έχουν έννομο συμφέρον, κάτι που πολλές φορές είτε παραβλέπεται είτε αγνοείται από τους συγγενείς του θύματος.
Η υπόθεση της Έφης Τσιχλάκη
Μία από τις πιο χαρακτηριστικές υποθέσεις που απασχόλησαν την κοινή γνώμη ήταν εκείνη της Έφης Τσιχλάκη, η οποία δολοφονήθηκε το 2016 από τον σύζυγό της. Αρχικά ο κατηγορούμενος υποστήριξε ότι η γυναίκα είχε αυτοκτονήσει, ισχυρισμός που έγινε δεκτός από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Ωστόσο, μετά την εισαγγελική έφεση, η υπόθεση εκδικάστηκε εκ νέου στο Εφετείο, το οποίο έκρινε τον κατηγορούμενο ένοχο για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, αναγνωρίζοντάς του αρχικά το ελαφρυντικό της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς.
Η ανατροπή στον Άρειο Πάγο
Η εξέλιξη αυτή δεν ήταν η οριστική. Ο Άρειος Πάγος αναίρεσε το ελαφρυντικό και η υπόθεση επέστρεψε στο Εφετείο, το οποίο, κατά πλειοψηφία, αποφάσισε τελικά να μην το αναγνωρίσει. Την ίδια περίοδο, ο δικηγόρος και συγγενής της οικογένειας Τσιχλάκη, Εμμανουήλ Αθανασίου, είχε καταγγείλει δημόσια ότι ο καταδικασμένος σύζυγος επιχειρούσε να πουλήσει το σπίτι της δολοφονημένης γυναίκας, γεγονός που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις.
Γιατί ο δράστης κληρονόμησε το θύμα
Το γεγονός αυτό κατέστη δυνατό επειδή, παρά την καταδίκη του σε δεύτερο βαθμό, ο σύζυγος της Έφης Τσιχλάκη είχε καταστεί κανονικά κληρονόμος της περιουσίας της. Το ισχύον μέχρι πρόσφατα Κληρονομικό Δίκαιο προέβλεπε μεν τη δυνατότητα να κηρυχθεί κάποιος ανάξιος να κληρονομήσει, μεταξύ άλλων όταν έχει προκαλέσει εκ προθέσεως τον θάνατο του κληρονομουμένου, όμως η αναξιότητα δεν επέρχεται αυτομάτως.
Σύμφωνα με τα άρθρα 1860 και 1862 του Αστικού Κώδικα, απαιτείται η έκδοση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, η οποία εκδίδεται έπειτα από διαπλαστική αγωγή που πρέπει να ασκήσουν όσοι έχουν έννομο συμφέρον, δηλαδή οι υπόλοιποι κληρονόμοι. Στην υπόθεση Τσιχλάκη, η οικογένεια επικέντρωσε όλες τις προσπάθειές της στο ποινικό σκέλος της υπόθεσης, επιδιώκοντας να αποδείξει ότι επρόκειτο για ανθρωποκτονία και όχι αυτοκτονία, χωρίς να κινηθεί παράλληλα για το ζήτημα της κληρονομικής αναξιότητας. Αντίστοιχες περιπτώσεις έχουν καταγραφεί και στη νομολογία, γεγονός που αποδεικνύει ότι το πρόβλημα δεν είναι μεμονωμένο.
Οι αλλαγές στο νέο Κληρονομικό Δίκαιο
Η εικόνα αυτή επιχειρείται να αλλάξει με το νέο Κληρονομικό Δίκαιο, το οποίο ψηφίστηκε μέσα στο 2026 και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως τον Μάιο. Οι νέες διατάξεις αναμορφώνουν τον θεσμό της κληρονομικής αναξιότητας, επεκτείνοντας τους λόγους για τους οποίους κάποιος μπορεί να αποκλειστεί από την κληρονομιά, καθορίζοντας με μεγαλύτερη σαφήνεια ποιοι έχουν δικαίωμα να προσφύγουν στη Δικαιοσύνη και αυξάνοντας το χρονικό περιθώριο άσκησης των σχετικών αγωγών.
Παρά τις αλλαγές, εξακολουθεί να απαιτείται τελεσίδικη δικαστική απόφαση, δηλαδή να έχει ολοκληρωθεί η εκδίκαση της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό ή να έχει παρέλθει η προθεσμία άσκησης έφεσης.
Ο νέος θεσμός της κληρονομικής ανικανότητας
Η σημαντικότερη καινοτομία του νέου νομοθετικού πλαισίου είναι η εισαγωγή της έννοιας της κληρονομικής ανικανότητας, η οποία προβλέπεται πλέον στο άρθρο 1857 του Αστικού Κώδικα.
Σύμφωνα με τη νέα διάταξη, αυτοδικαίως ανίκανος να κληρονομήσει θεωρείται όποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για τη θανάτωση ή την απόπειρα θανάτωσης του κληρονομουμένου, καθώς και για άλλα κακουργήματα που στρέφονται κατά της ζωής, της υγείας ή της γενετήσιας ελευθερίας του. Στις περιπτώσεις αυτές, η κληρονομιά μεταβιβάζεται σε εκείνον που θα καλούνταν να κληρονομήσει εάν ο δράστης δεν βρισκόταν στη ζωή κατά τον χρόνο επαγωγής της κληρονομίας.
Τι σημαίνει στην πράξη το «αυτοδικαίως»
Παρότι η νέα διάταξη χρησιμοποιεί τον όρο «αυτοδικαίως», αυτό δεν σημαίνει ότι η κληρονομική ανικανότητα θα διαπιστώνεται αυτόματα χωρίς καμία διαδικασία. Για να υπάρξει αμετάκλητη καταδίκη πρέπει να έχουν εξαντληθεί όλα τα ένδικα μέσα, ακόμη και η αναίρεση στον Άρειο Πάγο.
Παράλληλα, κατά τη διαδικασία αποδοχής μιας κληρονομιάς, ο συμβολαιογράφος βασίζεται στα πιστοποιητικά που προσκομίζει ο ενδιαφερόμενος και δεν έχει τρόπο να γνωρίζει εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της νέας διάταξης. Για τον λόγο αυτό παραμένει ανοιχτό το ζήτημα του τρόπου με τον οποίο θα εφαρμόζεται στην πράξη η αυτοδίκαιη ανικανότητα.
Τα ερωτήματα που παραμένουν
Μέχρι στιγμής δεν έχει εκδοθεί κάποια ερμηνευτική εγκύκλιος που να αποσαφηνίζει τη διαδικασία εφαρμογής της νέας ρύθμισης. Νομικοί κύκλοι εκτιμούν ότι πιθανότατα θα εξακολουθήσει να απαιτείται η προσφυγή στη Δικαιοσύνη μέσω αναγνωριστικής αγωγής από όσους έχουν έννομο συμφέρον, ώστε να αναγνωρίζεται και στην πράξη η κληρονομική ανικανότητα. Το πώς ακριβώς θα λειτουργήσει ο νέος θεσμός θα φανεί μέσα από την εφαρμογή του στα δικαστήρια και τη σχετική νομολογία που θα διαμορφωθεί τα επόμενα χρόνια.






0 ΣΧΟΛΙΑ