Κληρονομιά χωρίς αδιέξοδα: Διαθήκη και κληρονομική σύμβαση – Σε τι διαφέρουν και τι συμφέρει

Σημαντικές αλλαγές φέρνει το νέο πλαίσιο του κληρονομικού δικαίου, το οποίο επιχειρεί να προσαρμοστεί στις σύγχρονες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες. Μετά από περίπου 80 χρόνια, το ελληνικό δίκαιο εμπλουτίζεται με έναν νέο θεσμό: την κληρονομική σύμβαση. Το ερώτημα που εύλογα προκύπτει είναι ποια λύση είναι τελικά πιο συμφέρουσα, η κλασική διαθήκη ή η νέα αυτή μορφή συμφωνίας; Η συζήτηση γύρω από το θέμα έχει ενταθεί, καθώς ο βασικός στόχος των αλλαγών είναι να περιοριστούν τα φαινόμενα εγκατάλειψης περιουσιών, οι συγκρούσεις μεταξύ κληρονόμων και οι μαζικές αποποιήσεις κληρονομιάς που παρατηρούνται τα τελευταία χρόνια.
Οι βασικές διαφορές σε διαθήκη και κληρονομική σύμβαση
Μέχρι σήμερα, ένας πολίτης μπορούσε να ρυθμίσει την τύχη της περιουσίας του με τρεις βασικούς τρόπους: μέσω διαθήκης, με γονικές παροχές εν ζωή ή αφήνοντας τη διανομή να γίνει βάσει του νόμου, σύμφωνα με τη λεγόμενη «νόμιμη μοίρα». Η νόμιμη μοίρα διασφαλίζει ότι συγκεκριμένοι συγγενείς, όπως τα παιδιά ή ο/η σύζυγος, θα λάβουν υποχρεωτικά ένα ελάχιστο ποσοστό της κληρονομιάς. Η μεγάλη τομή έρχεται με την εισαγωγή της κληρονομικής σύμβασης. Για πρώτη φορά, δίνεται η δυνατότητα στον διαθέτη να συμφωνήσει όσο ζει με τους μελλοντικούς κληρονόμους του για το πώς ακριβώς θα μοιραστεί η περιουσία του. Πρόκειται ουσιαστικά για μια δεσμευτική συμφωνία, στην οποία όλα τα εμπλεκόμενα μέρη συναινούν εκ των προτέρων.
Τι προβλέπει η κληρονομική σύμβαση
Στην κληρονομική σύμβαση, η έννοια της νόμιμης μοίρας δεν εφαρμόζεται. Αυτό σημαίνει ότι η κατανομή της περιουσίας γίνεται αποκλειστικά με βάση όσα έχουν συμφωνηθεί μεταξύ των μερών. Για παράδειγμα, ένας γονέας μπορεί να αποφασίσει, σε συνεννόηση με τα παιδιά του, ότι το ένα θα αναλάβει την οικογενειακή επιχείρηση, ενώ το άλλο θα λάβει ακίνητα ή χρηματικά ποσά. Αντίστοιχα, μπορεί να προβλεφθεί ότι ένα περιουσιακό στοιχείο, όπως ένα εξοχικό, θα περάσει απευθείας σε εγγόνι, παρακάμπτοντας τη συνήθη σειρά διαδοχής. Η ευελιξία αυτή θεωρείται από τους νομικούς ως ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα του νέου θεσμού, καθώς επιτρέπει πιο λειτουργικές και ρεαλιστικές λύσεις.
Ένα ακόμη στοιχείο που εισάγεται είναι η δυνατότητα παραίτησης από την κληρονομιά μέσω σύμβασης. Ένας κληρονόμος μπορεί να συμφωνήσει ότι δεν επιθυμεί να λάβει συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία, για παράδειγμα ακίνητα που δεν μπορεί να αξιοποιήσει, και να επιλέξει αντί αυτών χρήματα ή κινητή περιουσία. Παρότι οι κληρονομικές συμβάσεις είναι δεσμευτικές, δεν είναι απολύτως αμετάβλητες. Μπορούν να ανακληθούν, όπως και οι δωρεές, μόνο όμως για σοβαρούς λόγους που προβλέπονται από τον νόμο.
Τελικά, τι συμφέρει;
Η διαθήκη παραμένει ένα απλό και ευέλικτο εργαλείο, που μπορεί να τροποποιείται εύκολα και δεν απαιτεί τη συναίνεση των κληρονόμων όσο ο διαθέτης ζει. Από την άλλη πλευρά, η κληρονομική σύμβαση προσφέρει σαφήνεια, αποτρέπει μελλοντικές διαμάχες και επιτρέπει την ορθολογική αξιοποίηση της περιουσίας, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις επιχειρήσεων ή σύνθετων περιουσιακών στοιχείων. Η επιλογή ανάμεσα στις δύο λύσεις εξαρτάται από τις ανάγκες, τις οικογενειακές σχέσεις και τη φύση της περιουσίας.






0 ΣΧΟΛΙΑ