Φορολογική «θηλιά» στην εργασία: Γιατί οι Έλληνες παραμένουν οι πιο επιβαρυμένοι στην Ευρώπη

Το κυνήγι της δημοσιονομικής σταθερότητας τα τελευταία χρόνια φαίνεται πως είχε έναν μεγάλο χαμένο: τον Έλληνα εργαζόμενο. Ενώ η χώρα προσπαθεί να αφήσει πίσω της τις γκρίζες μέρες της κρίσης, το εκκαθαριστικό της εφορίας και οι κρατήσεις στα μισθολόγια συνεχίζουν να θυμίζουν «μνημονιακή» εποχή. Η ψαλίδα ανάμεσα σε αυτό που πληρώνει ο εργοδότης και σε αυτό που τελικά φτάνει στην τσέπη του υπαλλήλου παραμένει μία από τις μεγαλύτερες στη Γηραιά Ήπειρο, πνίγοντας κάθε προσπάθεια για ουσιαστική αύξηση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών. Η πραγματικότητα των αριθμών είναι αμείλικτη και δείχνει πως η εργασία στην Ελλάδα αντιμετωπίζεται φορολογικά σχεδόν ως… «πολυτέλεια».
Παρά τις όποιες παρεμβάσεις και μειώσεις συντελεστών, το κράτος εξακολουθεί να απορροφά ένα δυσανάλογο μερίδιο από τον κόπο των πολιτών, τοποθετώντας τη χώρα μας στη δεύτερη θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ό,τι αφορά τη συνολική φορολογική επιβάρυνση. Αυτό το μοντέλο, πέρα από την κοινωνική αδικία, δημιουργεί και σοβαρά αντικίνητρα για την εξέλιξη των εργαζομένων και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.
Από την «ισορροπία» του 2009 στην εκτόξευση της κρίσης
Σύμφωνα με όσα αναφέρει η εφημερίδα «Η Καθημερινή», η ιστορική αναδρομή των στοιχείων αποκαλύπτει μια δραματική ανατροπή. Το 2009, πριν η χώρα βυθιστεί στη δίνη των χρεών, η φορολόγηση της εργασίας στην Ελλάδα (35%) ήταν χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (36,9%). Ωστόσο, η ανάγκη για γρήγορη συγκέντρωση εσόδων μετέτρεψε την εργασία σε βασικό «αιμοδότη» του προϋπολογισμού. Μέσα σε μόλις τρία χρόνια, ο πραγματικός συντελεστής εκτινάχθηκε στο 39,5%, μια αύξηση 4,5 μονάδων που δεν αναστράφηκε ποτέ ουσιαστικά.
Μέχρι το 2023, η επιβάρυνση έφτασε στο 40,5%, επίπεδο που μας κατατάσσει πλέον στη δεύτερη θέση των πιο ακριβών κρατών-μελών της Ε.Ε., με μοναδική «αντίπαλο» την Ιταλία. Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ στον τομέα της κατανάλωσης η Ελλάδα βρίσκεται στον μέσο όρο (με συντελεστή 17,8%), στην εργασία φορολογούμε περίπου 3,5 μονάδες πάνω από την υπόλοιπη Ευρώπη.
Ο πληθωρισμός και η παγίδα των φορολογικών κλιμακίων
Όπως επισημαίνει το ρεπορτάζ, αν και από το 2019 και μετά έγιναν κινήσεις για τη μείωση των φόρων και των εισφορών, τα οφέλη για τον εργαζόμενο αποδείχθηκαν «δώρον άδωρον». Η αιτία βρίσκεται στην έντονη πληθωριστική πίεση των τελευταίων ετών και στην έλλειψη τιμαριθμικής προσαρμογής της φορολογικής κλίμακας.
Αυτό οδήγησε σε ένα φαινόμενο «δημοσιονομικής διάβρωσης»: οι εργαζόμενοι έπαιρναν μικρές ονομαστικές αυξήσεις για να καλύψουν την ακρίβεια, αλλά οι αυξήσεις αυτές τους «πετούσαν» σε υψηλότερα φορολογικά κλιμάκια. Έτσι, ενώ ο μισθός φαινόταν μεγαλύτερος στα χαρτιά, η εφορία εισέπραττε περισσότερα και η πραγματική αγοραστική δύναμη παρέμενε στάσιμη ή μειωνόταν.
Η αναμόρφωση του 2026 και τα δομικά προβλήματα
Παρά τα νέα μέτρα που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιανουάριο του 2026, οι ερευνητές του ΚΕΦίΜ, σύμφωνα με την «Καθημερινή», προειδοποιούν ότι το πρόβλημα παραμένει βαθιά δομικό. Η μετακίνηση του ανώτατου συντελεστή (44%) από το εισόδημα των 40.000 ευρώ σε αυτό των 60.000 ευρώ είναι μια θετική παρέμβαση, αλλά δεν αρκεί.
Το βασικό ζήτημα είναι ότι στην Ελλάδα ο ανώτατος φορολογικός συντελεστής εφαρμόζεται από σχετικά χαμηλά εισοδηματικά επίπεδα σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη. Αυτό σημαίνει ότι φορολογούμενοι που ανήκουν στη λεγόμενη «μεσαία τάξη» και δεν θεωρούνται εύποροι, καλούνται να πληρώσουν φόρους που σε άλλες χώρες αναλογούν μόνο σε πολύ υψηλά εισοδήματα. Η ανάγκη για περαιτέρω μείωση της προοδευτικότητας της κλίμακας και η σύνδεση των ορίων με τον τιμάριθμο παραμένουν τα μεγάλα ζητούμενα για την ελάφρυνση των εργαζομένων.






0 ΣΧΟΛΙΑ