Υπόθεση Έπσταϊν: Η 22χρονη που παγιδεύτηκε στον κύκλο του μιλά για πρώτη φορά – «Η υπόσχεση έγινε παγίδα»

Ήταν μόλις 22 ετών όταν η ζωή της άλλαξε δραματικά. Σπουδάζοντας design στη Ρωσία, με ελάχιστη γνώση της αγγλικής γλώσσας και με μεγάλο όνειρο μια καριέρα στον χώρο της μόδας, η Τζούλια Μολτσάνοβα συνάντησε στη Νέα Υόρκη τον Τζέφρι Έπσταϊν. Εκείνος της υποσχέθηκε μια υποτροφία στο περίφημο Fashion Institute of Technology. Σήμερα, η ίδια χαρακτηρίζει εκείνη την υπόσχεση ως την απόλυτη «παγίδα».
Για πρώτη φορά, η 37χρονη πλέον γυναίκα μίλησε στη Wall Street Journal, αποκαλύπτοντας πώς η προοπτική μιας λαμπρής καριέρας μετατράπηκε σε χρόνια σεξουαλικής κακοποίησης, ψυχολογικού καταναγκασμού και οικονομικής εκμετάλλευσης. Παράλληλα, προέβη στην αποκάλυψη ότι ήταν η ίδια η βασική ενάγουσα υπό το ψευδώνυμο «Jane Doe» στη δικαστική διαμάχη εναντίον της Bank of America.
Η γνωριμία στους δρόμους του Μανχάταν και η πρώτη κακοποίηση
Η πρώτη επαφή έγινε τον Δεκέμβριο του 2011, όταν ο Έπσταϊν προσέγγισε τη Μολτσάνοβα στον δρόμο, κοντά στο κατάστημα Barneys στη Madison Avenue. Αφού την οδηγήσε στην πολυτελή κατοικία του, χρησιμοποίησε μια νεαρή Ρωσίδα ως μεταφράστρια για να μάθει για τις φιλοδοξίες της. Μόλις εκείνη εξέφρασε το ενδιαφέρον της για το σχέδιο μόδας, εκείνος δεσμεύτηκε να καλύψει τα δίδακτρα των σπουδών της.
Πιστεύοντας στις υποσχέσεις του, η Μολτσάνοβα επέστρεψε στη Ρωσία για να παρακολουθήσει επιπλέον μαθήματα ραπτικής, τα οποία χρηματοδοτούσε ο ίδιος. Τον Ιανουάριο του 2012, προσκαλώντας την εκ νέου στη Νέα Υόρκη με το πρόσχημα να δουν το πανεπιστήμιο, την εγκατέστησε σε ένα διαμέρισμα με άλλες νεαρές γυναίκες. Εκεί σημειώθηκε η πρώτη σεξουαλική κακοποίηση. Όταν η ίδια διαμαρτυρήθηκε, ο Έπσταϊν ισχυρίστηκε πως η σεξουαλική «ανοιχτότητα» αποτελούσε μέρος του αμερικανικού τρόπου ζωής στον οποίο έπρεπε να προσαρμοστεί.
Ψυχολογικός έλεγχος, απομόνωση και η εικονική εταιρεία
Σταδιακά, η Μολτσάνοβα εγκλωβίστηκε σε ένα περιβάλλον που η ίδια παρομοιάζει με «αίρεση». Οι υποσχέσεις για τις σπουδές εξανεμίστηκαν και η ίδια υποβιβάστηκε στον ρόλο της «βοηθού». Ο Έπσταϊν απαιτούσε διαρκή ευγνωμοσύνη, ενώ την πίεζε να του γνωρίζει άλλες γυναίκες. Όταν εκείνη αρνούνταν, η αντίδρασή του ήταν βίαιη, φτάνοντας στο σημείο να την κλειδώνει απομονωμένη σε δωμάτια για μέρες. Ο έλεγχός του εκτεινόταν στις ενδυματολογικές της επιλογές, τις κοινωνικές της επαφές, ακόμη και στις ιατρικές της επισκέψεις, ενώ της παρείχε ένα μεταβαλλόμενο μηνιαίο επίδομα που σπάνια ξεπερνούσε τα 3.000 δολάρια.
Το 2014, ιδρύθηκε στο όνομά της η εταιρεία JSC Interiors, την οποία ο Έπσταϊν της παρουσίασε ως αφετηρία για τη δική της επιχείρηση design. Αν και η ίδια πραγματοποιούσε ορισμένες εργασίες, όπως ανθοστολισμούς, η εταιρεία χρησιμοποιούνταν εν αγνοία της για σκοτεινές οικονομικές συναλλαγές. Χρόνια αργότερα, η Μολτσάνοβα ανακάλυψε πιστωτικές κάρτες και δαπάνες που δεν είχε εγκρίνει ποτέ, συνειδητοποιώντας πως η υποτιθέμενη επιχείρηση ήταν απλώς μια ψευδαίσθηση. Οι νομικοί εκπρόσωποι του Έπσταϊν και του λογιστή του, Ρίτσαρντ Καν, αρνήθηκαν αργότερα οποιαδήποτε γνώση για κακοποίηση ή trafficking, υποστηρίζοντας ότι τη θεωρούσαν απλή υπάλληλο.
Η οριστική ρήξη και το τέλος του Έπσταϊν
Η προσπάθεια αποδέσμευσης ξεκίνησε το 2019, όταν η Μολτσάνοβα διαπίστωσε το μέγεθος των οικονομικών ιχνών που αφήνονταν στο όνομά της. Στις 4 Απριλίου 2019, έστειλε γραπτό μήνυμα στον Έπσταϊν εκφράζοντας την επιθυμία της να αποχωρήσει και να επιστρέψει σε μια φυσιολογική ζωή. Όταν εκείνος την κάλεσε στο Παλμ Μπιτς, εκείνη αρνήθηκε να πάει από φόβο για τη ζωή της.
Τον Ιούνιο του 2019, λίγο πριν τη σύλληψη του εκατομμυριούχου, η Μολτσάνοβα ζωγράφισε έναν αρκούδο να συλλαμβάνεται και να αποκεφαλίζεται-μια συμβολική πράξη για τον άνθρωπο που αποκαλούσε για χρόνια «Mishka». Στις 6 Ιουλίου 2019, ο Έπσταϊν συνελήφθη και λίγες εβδομάδες αργότερα, στις 10 Αυγούστου, βρέθηκε νεκρός στο κελί του, με τον θάνατό του να αποδίδεται σε αυτοκτονία.
Ο δικαστικός συμβιβασμός και η νέα αρχή
Η δράση της Μολτσάνοβα υπήρξε καθοριστική για τη συλλογική αγωγή κατά της Bank of America, με την κατηγορία ότι το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα αγνόησε ύποπτες συναλλαγές του κυκλώματος. Αν και η τράπεζα αρνήθηκε τις κατηγορίες, συμφώνησε σε διακανονισμό 72,5 εκατομμυρίων δολαρίων για την αποζημίωση των θυμάτων, ο οποίος εγκρίθηκε οριστικά στις 27 Αυγούστου.
Διαβάστε επίσης
Παρά το βαρύ προσωπικό κόστος και την έκθεση της ιδιωτικής της ζωής κατά τη δικαστική διαδικασία, η Μολτσάνοβα δηλώνει δικαιωμένη. Σήμερα, έχοντας δημιουργήσει το δικό της brand μόδας, επιδιώκει να χρησιμοποιήσει τη φωνή και τις εμπειρίες της για να υποστηρίξει άλλα θύματα κακοποίησης, δίνοντας πρόσωπο σε μια υπόθεση που συγκλόνισε την παγκόσμια κοινή γνώμη.






0 ΣΧΟΛΙΑ