Το «κόλπο» στους φούρνους και το ξέπλυμα χρήματος: Τι αποκαλύπτει η έρευνα για το «Χωριάτικο» και τους αχυρανθρώπους

Ένα κομμάτι φρέσκο ψωμί, μια ζεστή τυρόπιτα ή ένας γρήγορος καφές στο χέρι δεν αφήνουν συνήθως κανένα απολύτως ίχνος. Ο πελάτης πληρώνει, παίρνει την απόδειξη και φεύγει, χωρίς δεύτερη σκέψη. Ακριβώς αυτή η καθημερινή, μικρής αξίας αλλά σε τεράστιο βαθμό επαναλαμβανόμενη κίνηση καθιστά τη βιομηχανία αρτοποιίας και φούρνων σε «factory» φοροδιαφυγής έναν από τους πιο ευαίσθητους, δύσκολους και απροσπέλαστους κρίκους στο σύστημα του φορολογικού ελέγχου. Πίσω από την οικεία μυρωδιά της ζύμης και τις λαχταριστές βιτρίνες, οι ελεγκτικές αρχές αποκαλύπτουν σκοτεινά δίκτυα εγκλήματος, με επίκεντρο γνωστές υποθέσεις όπως αυτή της αλυσίδας «Χωριάτικο», όπου ολόκληρα επιχειρηματικά οικοσυστήματα φέρεται να λειτούργησαν ως πολυτελή «πλυντήρια» κεφαλαίων αμφιβόλου προέλευσης.
Το «κόλπο με τους φούρνους»: Όταν η παράνομη παραοικονομία συναντά τη λιανική
Έμπειρα στελέχη ελεγκτικών υπηρεσιών περιγράφουν πώς ακριβώς μπορεί να στηθεί το πολυδαίδαλο «κόλπο με τους φούρνους»: μια νόμιμη επιχείρηση πουλάει καθημερινά ψωμί και καφέδες, αλλά ταυτόχρονα «φουσκώνει» δαπάνες, τζίρους ή κέρδη με εικονικά τιμολόγια για σκοπούς φοροδιαφυγής ή για λογαριασμό οργανωμένων κυκλωμάτων. Με τον τρόπο αυτό, λειτουργεί ως ένα ασφαλές κανάλι «ξεπλύματος» χρήματος από την παραοικονομία προς τη νόμιμη αγορά.
«Το θέμα είναι γενικότερο», εξηγεί χαρακτηριστικά στέλεχος ελεγκτικής υπηρεσίας. «Όσο υπάρχει μεγάλος όγκος μετρητών, χιλιάδες συναλλαγές μικρής αξίας (κάτω από 2 ή 3 ευρώ) και αδιαφανή ιδιοκτησιακά σχήματα, τόσο αυξάνονται τα περιθώρια για τέτοιες πρακτικές. Ο φούρνος είναι μόνο η πρόσοψη. Πίσω από αυτό μπορεί να υπάρχει ένα ολόκληρο οικονομικό οικοσύστημα. Και είμαστε ακόμα στην αρχή». Η υπόθεση παραμένει σε πλήρη εξέλιξη και οι κατηγορίες που αποδίδονται δεν έχουν ακόμη εκδικαστεί δικαστικά, ωστόσο αποτελεί κοινό μυστικό στην αγορά ότι ο κλάδος προσφέρει ιδανικό περιβάλλον για όποιον θέλει να εμφανίσει μαύρο χρήμα ως νόμιμο τζίρο.
Φούρνοι-«πλυντήρια»: Από τη νύχτα και τα ναρκωτικά στη νόμιμη οικονομία
Γιατί όμως δεν πιάνονται εύκολα; Η απάντηση κρύβεται στη φύση του προϊόντος: «Δεν χρειάζεται να αποδείξεις ότι πούλησες π.χ. 10.000 τυρόπιτες. Αρκεί να χτυπήσεις αποδείξεις για να εμφανίσεις ότι τις πούλησες. Το προϊόν καταναλώνεται την ίδια μέρα, δεν υπάρχει αποθήκη, δεν υπάρχει σειριακός αριθμός, δεν υπάρχει πελάτης που μπορεί εύκολα να αναζητηθεί».
Το βασικό μοντέλο λειτουργίας βασίζεται στην απορρόφηση παράνομου χρήματος —που προέρχεται από τη νύχτα, τα ναρκωτικά, τα όπλα ή τη μαστροπεία— το οποίο αναζητεί τρόπους να κυκλοφορήσει χωρίς να κινήσει τις υποψίες των τραπεζών και των ελεγκτών. Όσοι κατέχουν «μαύρο χρήμα» επιθυμούν να το επενδύσουν σε πολυτελή αυτοκίνητα, σπίτια, ακριβά ρολόγια ή κοσμήματα, όπως άλλωστε απέδειξαν και πρόσφατες έρευνες σε κυκλώματα με δεκάδες πολυτελή ρολόγια κρυμμένα σε καταπακτές.
Ο τρόπος που επινοούν οι «εγκεφαλοι» είναι να εισάγουν τα παράνομα κεφάλαια στο ταμείο μιας εταιρείας εστίασης, ανακατεύοντάς τα με τα νόμιμα έσοδα από την πώληση ψωμιού, καφέ και ζαχαροπλαστικής. Μόλις δηλωθούν ως φορολογημένο κέρδος, τα χρήματα αποκτούν «φορολογική ταυτότητα» και κυκλοφορούν ελεύθερα χέρι με χέρι. «Το παράνομο κεφάλαιο γίνεται κύκλος εργασιών. Μετά, η επιχείρηση πληρώνει και ΦΠΑ και φόρους πάνω σε ένα μέρος του, ώστε να φαίνεται ότι λειτουργεί νόμιμα», επισημαίνει αρμόδιο στέλεχος, τονίζοντας ότι αυτό είναι το τίμημα για να αποκτήσει ένα σημαντικό κομμάτι του μαύρου χρήματος νόμιμη διέξοδο.
Πλασματικές αγορές και φουσκωμένο κόστος
Στον αντίποδα, η ίδια μέθοδος αξιοποιείται για τη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης μέσω της τεχνητής διόγκωσης των εξόδων. Ο φούρνος «φουσκώνει» τα κόστη του καταχωρώντας πλασματικά τιμολόγια για αλεύρι, λάδι, υλικά συσκευασίας, συνεργεία και συντηρήσεις μηχανημάτων. Κάποια τιμολόγια είναι πραγματικά, άλλα υπερτιμολογημένα και ορισμένα εντελώς ανύπαρκτα, μειώνοντας έτσι τα καθαρά κέρδη, τον φόρο εισοδήματος και τον ΦΠΑ που πρέπει να αποδοθεί.
Ο έλεγχος σε αυτές τις περιπτώσεις γκρεμίζεται συχνά στα δικαστήρια λόγω αμφιβολιών, καθώς το βάρος της απόδειξης το φέρουν οι ελεγκτικές αρχές. Αν ένας φούρνος δηλώσει ότι αγόρασε διπλάσια ποσότητα αλευριού, μπορεί να το δικαιολογήσει επικαλούμενος φύρα, καταστροφές ή λογιστικά λάθη. Μόνο με τη χρήση ειδικών μεθόδων, παρακολουθήσεων και επισυνδέσεων τηλεφωνικών συνομιλιών (κοριούς) μπορεί να αποκαλυφθεί η αλήθεια για το αν τα σακιά αλευριού πετάχθηκαν πράγματι ή αν αποτελούσαν προϊόν εικονικής τιμολόγησης.
Το «ένοχο» franchise και η περίπτωση του «Χωριάτικου»
Η μεγάλη έρευνα που βρίσκεται σε εξέλιξη, η οποία αφορά και τη γνωστή αλυσίδα «Χωριάτικο» μαζί με συναφείς εταιρείες του ιδίου ιδιοκτήτη, επικεντρώνεται σε εκτεταμένες φορολογικές παραβάσεις, μη απόδοση ΦΠΑ και ασφαλιστικών εισφορών, με την εκτιμώμενη ζημία για το ελληνικό Δημόσιο να υπερβαίνει τα 100 εκατομμύρια ευρώ. Στις μεγάλες αλυσίδες, το σύστημα αποκτά τεράστια πολυπλοκότητα μέσω του μοντέλου του franchise.
Ενώ το franchise είναι από τη φύση του ένα νόμιμο και χρήσιμο επιχειρηματικό μοντέλο, το πρόβλημα αναφύεται όταν δεκάδες ή εκατοντάδες καταστήματα εμφανίζονται τυπικά ως ανεξάρτητες επιχειρήσεις, αλλά οι αποφάσεις, οι προμήθειες, οι τραπεζικές ροές και ο πραγματικός έλεγχος συγκεντρώνονται σε ένα απολύτως ενιαίο κέντρο. Ο έλεγχος, συνεπώς, δεν περιορίζεται στους μεμονωμένους φούρνους, αλλά επεκτείνεται στην κεντρική εταιρεία, στα μισθωτήρια και τις μεταβιβάσεις μετοχών.
Διαβάστε επίσης
Το προπέτασμα των «αχυρανθρώπων» και οι δυσκολίες της ΑΑΔΕ
Σημαντικό εργαλείο στα χέρια των κυκλωμάτων αποτελεί η αξιοποίηση «αχυρανθρώπων» — προσώπων δηλαδή που εμφανίζονται τυπικά ως διαχειριστές ή ιδιοκτήτες σε υπηρεσίες όπως το ΓΕΜΗ, χωρίς να έχουν τον παραμικρό πραγματικό οικονομικό έλεγχο. Ο «αχυράνθρωπος» υπογράφει και επωμίζεται τον ποινικό και νομικό κίνδυνο, ενώ ο πραγματικός δικαιούχος κινεί τα νήματα από το παρασκήνιο, δυσχεραίνοντας την ιχνηλάτηση του χρήματος από τις αρχές.
Παρά τα σύγχρονα ψηφιακά εργαλεία της ΑΑΔΕ, όπως οι ηλεκτρονικές αποδείξεις και τα myDATA, ο όγκος των χιλιάδων καθημερινών μικροσυναλλαγών καθιστά τον έλεγχο τι προς τι αδύνατο. Οι ελεγκτές αξιοποιούν προηγμένα συστήματα ανάλυσης κινδύνου (risk analysis) για να εντοπίσουν ανωμαλίες, όπως απρόσμενες εκρήξεις τζίρου χωρίς αντίστοιχη αύξηση προσωπικού ή πρώτων υλών. Ωστόσο, η αποκάλυψη τέτοιων κυκλωμάτων αποκαλύπτει και μια άλλη σκοτεινή πλευρά: πίσω από τα ελλείμματα εσόδων κρύβονται συχνά ανασφάλιστοι εργαζόμενοι και χαμένες εισφορές, ενώ οι επιχειρηματίες, όταν στριμώχνονται, χρησιμοποιούν συχνά ως «ασπίδα» την αγωνία των εργαζομένων για το μέλλον της δουλειάς τους.






0 ΣΧΟΛΙΑ