ΑΡΧΙΚΗ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΕΛΛΑΔΑ

Θεσσαλονίκη: Εφιάλτης για γυναίκα που ζήτησε διαζύγιο – «Με ακολουθούσε, μου κατέβασε το παντελόνι και με απείλησε» – Καταδίκη 12 μηνών και αυστηροί περιοριστικοί όροι

Τι υποστηρίζει η μητέρα ενός εκ των κατηγορουμένων
Athensmagazine Ορίστε μας ως προτεινόμενη πηγή ειδήσεων στο Google

Σοβαρές διαστάσεις λαμβάνει η έξαρση των περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας, με τη δικαιοσύνη να καλείται συχνά να βάλει φρένο σε συμπεριφορές που εκθέτουν σε θανάσιμο κίνδυνο και τρόμο ανυπεράσπιστους πολίτες. Στη Θεσσαλονίκη, ένας επεισοδιακός και επικίνδυνος χωρισμός ζευγαριού έφτασε μέχρι την έδρα του δικαστηρίου, αποκαλύπτοντας μια αλυσίδα ψυχολογικής βίας, προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας και βαριών απειλών, οι οποίες διέλυσαν κάθε αίσθηση ασφάλειας στο ίδιο τους το σπίτι.

Η υπόθεση, η οποία συγκλόνισε την κοινή γνώμη για τις λεπτομέρειες και την πίεση που βίωνε η παθούσα, εκδικάστηκε ενώπιον του Μονομελές Πλημμελειοδικείου. Το δικαστήριο, αξιολογώντας το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, των μαρτυριών και των καταθέσεων, έκρινε ένοχο τον κατηγορούμενο σύζυγο για τα αδικήματα της ενδοοικογενειακής απειλής και της προσβολής γενετήσιας αξιοπρέπειας. Στον κατηγορούμενο επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης 12 μηνών, η οποία τελεί υπό τριετή αναστολή.

Πέρα όμως από την ποινή φυλάκισης, οι δικαστικές αρχές επέβαλαν αυστηρότατους περιοριστικούς όρους για την προστασία της γυναίκας: ο καταδικασθέντας υποχρεούται να μετοικήσει άμεσα από την κοινή οικία, να μην πλησιάζει την παθούσα σε απόσταση μικρότερη των 50 μέτρων και να μην επιχειρήσει καμία απολύτως επικοινωνία μαζί της με κανένα μέσο, με την προειδοποίηση ότι σε αντίθετη περίπτωση θα οδηγηθεί άμεσα πίσω από τα σίδερα της φυλακής.

Στο επίκεντρο η προστασία των ανηλίκων μετά την καταγγελία βιασμού στη Θήβα

Το χρονικό του τρόμου: Η προσφυγή στην Αστυνομία και η αναζήτηση «panic button»

Το τελευταίο, δραματικό περιστατικό που «έσπασε» τη σιωπή της γυναίκας σημειώθηκε τα προηγούμενα 24ωρα. Η υπόθεση αποκαλύφθηκε όταν η παθούσα, περιτριγυρισμένη από φόβο και απόγνωση, πέρασε την είσοδο του αστυνομικού τμήματος ζητώντας άμεση βοήθεια.

Ενώπιον των αστυνομικών αρχών, η γυναίκα ανέφερε ότι φοβάται πλέον ευθέως για τη ζωή της, αλλά και για τη ζωή του ίδιου της του συζύγου, δεδομένου ότι είχε αφήσει «ανοιχτή» και αδιευκρίνιστη την απειλή του. Η ίδια εξήγησε με τρεμάμενη φωνή ότι βρισκόταν επί σειρά μηνών σε καθεστώς διαρκούς τρόμου και ασφυξίας, τονίζοντας χαρακτηριστικά ότι δεν μπορούσε σε καμία περίπτωση να επιστρέψει μόνη της στην οικία της. Μάλιστα, ζήτησε να της παραχωρηθεί η ειδική ψηφιακή εφαρμογή «panic button» (κουμπί πανικού), προκειμένου να αισθανθεί μια ελάχιστη ασφάλεια σε περίπτωση νέας επίθεσης.

Η συγκλονιστική κατάθεση της παθούσας: «Προσπαθούσα να φύγω γιατί ασφυκτιούσα»

Καταθέτοντας στο ακροατήριο του δικαστηρίου, η παθούσα περιέγραψε με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες τις στιγμές φρίκης που έζησε μέσα στο ίδιο της το σπίτι, όταν αποφάσισε να βάλει τέλος στον γάμο τους.

«Εδώ και έναν μήνα προσπαθώ να χωρίσουμε καθώς τον φοβάμαι. Προχθές γύρισα από τη δουλειά και του το ανακοίνωσα, ενώ του είπα ότι δεν θα ήθελα να το συζητήσουμε περισσότερο», κατέθεσε αρχικά η γυναίκα, περιγράφοντας την ξαφνική και βίαιη αντίδραση του συζύγου της. «Άρχισε να με τραβάει από τα χέρια και να με βρίζει. Κατέβηκα στην κουζίνα για να πιω νερό, με ακολουθούσε, μου κατέβασε το παντελόνι και κόλλησε επάνω μου. Του έλεγα ότι δεν ήθελα και συνέχισε. Το έκανε δύο φορές. Προσπαθούσα να φύγω γιατί ασφυκτιούσα».

Η κακοποίηση, ωστόσο, δεν περιορίστηκε στις γενετήσιες πράξεις χωρίς συναίνεση, καθώς όταν η γυναίκα κατάφερε τελικά να τον απωθήσει και να απομακρυνθεί, δέχθηκε μια ευθεία και τρομακτική απειλή για τη σωματική της ακεραιότητα. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, ο κατηγορούμενος της είπε χαρακτηριστικά: «Θα δεις τι θα πάθεις και ποιο θα είναι το τέλος». Η φράση αυτή λειτούργησε ως το «τελειωτικό χτύπημα» για την ψυχολογία της, αποτελώντας τα τελευταία λόγια που άκουσε πριν τρέξει να καλέσει τον γιό της στο τηλέφωνο και να καταφύγει στην αστυνομία.

«Δεν αντέχω άλλο, δεν νιώθω καμία ασφάλεια στο σπίτι μου. Ένιωσα τρόμο για όλα, δεν ήξερα τι μπορεί να κάνει και πού μπορεί να φτάσει», σημείωσε με απόγνωση η παθούσα στην κατάθεσή της.

Η απολογία του κατηγορουμένου: «Την παρακαλάω να μη χωρίσουμε, είναι παρεξήγηση»

Από την πλευρό του, απολογούμενος ενώπιον του δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος επιχείρησε να υποβαθμίσει τα γεγονότα, κάνοντας λόγο για μια τεράστια παρεξήγηση και υποστηρίζοντας ότι μοναδικός του στόχος ήταν να μεταπείσει τη σύζυγό του.

«Ποτέ δεν έχω σηκώσει χέρι επάνω της. Είναι υπερβολικά όλα αυτά που άκουσα, δεν έχω δώσει κανένα δικαίωμα να φοβάται», ισχυρίστηκε στην αρχή της απολογίας του. Αναφερόμενος στη φράση που σκόρπισε τον τρόμο στη γυναίκα, υποστήριξε: «Όταν είπα αυτή τη φράση δεν εννοούσα ότι θα έκανα κακό σε κανέναν, μόνο σε εμένα. Είμαι γονατιστός μπροστά της τόσες ημέρες και την παρακαλώ να μη χωρίσουμε, αυτό είναι που δεν αντέχει».

Σε άλλο σημείο της απολογίας του, ο κατηγορούμενος προέβαλε παράπονα προσωπικής φύσεως, συνδέοντας την κρίση του γάμου τους με τη συμπεριφορά της συζύγου του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης: «Έχω αντιληφθεί ότι η σύζυγός μου ανέβαζε στο Facebook φωτογραφίες στις οποίες ήταν ντυμένη και περιποιημένη, ενώ μαζί μου δεν ήθελε να βγαίνει έξω, ούτε να βλέπει τηλεόραση. Δεν μπορώ να αντιληφθώ πώς 23 χρόνια κάνω τα πάντα στο σπίτι και έξω και τι δικαίωμα έχω δώσει για να με φοβάται».

Κλείνοντας την υπερασπιστική του γραμμή για το επεισόδιο εντός της οικίας, ο ίδιος παραδέχθηκε μέρος της παρουσίας του δίπλα της, δίνοντας όμως διαφορετική χροιά: «Προχθές την ακολουθούσα μέσα στο σπίτι γιατί ήθελα να είμαι κοντά της και να την βλέπω. Την άγγιξα μόνο μία φορά και όταν μου είπε ότι δεν ήθελα σταμάτησα».

Οι ισχυρισμοί του αυτοί, ωστόσο, δεν έπεισαν το δικαστήριο, το οποίο του επέβαλε την ποινή φυλάκισης και τους αυστηρούς περιοριστικούς όρους, στέλνοντας σαφές μήνυμα μηδενικής ανοχής σε πράξεις βίας και καταπίεσης στο οικογενειακό περιβάλλον.

0 ΣΧΟΛΙΑ

Προσθήκη Σχόλιου