ΑΡΧΙΚΗ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΕΛΛΑΔΑ

Δίκη Τεμπών: «Θυμάμαι να εκτοξεύομαι» – Συγκλονίζουν οι μαρτυρίες των επιζώντων

Δίκη Τεμπών: «Θυμάμαι να εκτοξεύομαι» – Συγκλονίζουν οι μαρτυρίες των επιζώντων
Athensmagazine Ορίστε μας ως προτεινόμενη πηγή ειδήσεων στο Google

Συγκλονιστικές καταθέσεις επιζώντων της σιδηροδρομικής τραγωδίας και συγγενών των θυμάτων ακούστηκαν την Τρίτη 27 Οκτωβρίου, κατά τη διάρκεια της 45ης συνεδρίασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων στη Λάρισα, όπου συνεχίζεται η δίκη για την υπόθεση των Τεμπών. Οι μάρτυρες αναφέρθηκαν στις εφιαλτικές στιγμές της σύγκρουσης, στις προσπάθειες διαφυγής από τα κατεστραμμένα βαγόνια και στις τραυματικές εμπειρίες που σημάδεψαν τη ζωή τους, ενώ οι συγγενείς μίλησαν για τον πόνο της απώλειας και την αγωνία που βίωσαν αναζητώντας τους δικούς τους ανθρώπους.

Οι εξελίξεις στην 45η συνεδρίαση της δίκης

Κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, οι καταθέσεις επικεντρώθηκαν τόσο στις συνθήκες που επικράτησαν αμέσως μετά τη σύγκρουση όσο και στις συνέπειες που είχε η τραγωδία για τους επιβάτες και τις οικογένειές τους. Σύμφωνα με το Onlarissa.gr, στο δικαστήριο βρίσκονταν οι κατηγορούμενοι Παύλος Κουζής και Σπυρίδων Πατέρας. Παράλληλα, η εισαγγελέας επιφυλάχθηκε να τοποθετηθεί σχετικά με το αίτημα του δικηγόρου Λουκά Αποστολίδη να κληθούν ως μάρτυρες οι γενικοί γραμματείς του υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών που υπηρέτησαν την περίοδο 2016-2023, καθώς απέκτησαν την ιδιότητα του κατηγορουμένου σε διαφορετική δικαστική διαδικασία. Αντίθετα, η εισαγγελέας τάχθηκε υπέρ της αποδοχής του αιτήματος για τη διαβίβαση στο δικαστήριο των προειδοποιητικών επιστολών που είχε απευθύνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην Ελλάδα για ζητήματα ασφάλειας του σιδηροδρομικού δικτύου.

«Δεν ξέρουμε τι θάψαμε» – Η μαρτυρία συγγενούς θυμάτων

Τον εφιάλτη που ακολούθησε για την οικογένειά της μετά τη σιδηροδρομική τραγωδία περιέγραψε η Marina Dos Santos, η οποία έχασε τη μητέρα και τη θεία της. Όπως κατέθεσε, οι δύο γυναίκες δεν απαντούσαν στις τηλεφωνικές κλήσεις των συγγενών τους, οι οποίοι, όταν ενημερώθηκαν για τη σύγκρουση, έσπευσαν στο νοσοκομείο της Λάρισας αναζητώντας πληροφορίες. Χρειάστηκε να περάσουν τρεις ημέρες μέχρι να μάθουν ότι οι δύο γυναίκες είχαν χάσει τη ζωή τους. Η μαρτυρία της αποτύπωσε την αγωνία που βίωσε η οικογένεια, καθώς, όπως ανέφερε, δεν είχε ξεκάθαρη εικόνα για το τι ακριβώς είχε συμβεί με τις σορούς των θυμάτων. «Ούτε ξέρω τι έθαψα, ούτε ξέρω τι βρήκαν. Μια μου λέγανε πως είναι καμένες, μια με ολόκληρο σώμα. Δεν ξέρουμε τι θάψαμε», είπε χαρακτηριστικά. Η ίδια στάθηκε και στις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η οικογένειά της, η οποία κατοικεί στη Γερμανία, εξηγώντας πως η απώλεια της μητέρας και της θείας της έχει επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την καθημερινότητά τους.

«Άκουγα βοήθεια, καίγομαι» – Ο αγώνας για διαφυγή από το βαγόνι

Τις δραματικές στιγμές που έζησε μετά τη σύγκρουση περιέγραψε η Τριανταφυλλιά Κουτσιάλα, επιβάτιδα του βαγονιού Β2, η οποία κατάφερε να επιβιώσει. Κατά την εξέτασή της, η πρόεδρος του δικαστηρίου τής έδειξε φωτογραφίες από τη δικογραφία, ώστε να προσδιορίσει τη θέση της στο τρένο και να εξηγήσει πώς κατάφερε να διαφύγει από το κατεστραμμένο βαγόνι. Η προβολή των εικόνων προκάλεσε έντονο ενδιαφέρον, με συγγενείς θυμάτων να σηκώνονται από τις θέσεις τους για να τις παρακολουθήσουν. Η μάρτυρας ανέφερε ότι περίπου δέκα λεπτά μετά την αναχώρηση από τη Λάρισα ακούστηκε ένας δυνατός κρότος και ακολούθησε η σύγκρουση, από την οποία τραυματίστηκε, καθώς υπέστη κάταγμα στην κλείδα και τραυματισμό στο αυτί από θραύσματα γυαλιών. «Όταν έγινε η σύγκρουση και σταμάτησε, άνοιξα τα μάτια μου και δεν έβλεπα τίποτα. Απόλυτο σκοτάδι, χάος», κατέθεσε, εξηγώντας ότι αμέσως προσπάθησε να διαπιστώσει αν ήταν καλά η φίλη της. Ο διάδρομος είχε γεμίσει με λαμαρίνες και οι επιβάτες αναγκάζονταν να συρθούν για να βρουν διέξοδο. Επειδή βρισκόταν ψηλά και δεν μπορούσε να πηδήξει από το παράθυρο, πέταξε πρώτα τις βαλίτσες έξω και τις χρησιμοποίησε για να κατέβει. Στη συνέχεια αναζήτησε ανθρώπους που ίσως χρειάζονταν βοήθεια, χωρίς όμως να μπορεί να κινηθεί εύκολα λόγω των τραυματισμών της. «Κάποια στιγμή ενώ ήμουνα πάνω στο τρένο άκουσα “βοήθεια καίγομαι”. Δεν μπορούσα να πάω, δεν μπορούσα να βοηθήσω», ανέφερε, περιγράφοντας την αδυναμία της να προσεγγίσει τους εγκλωβισμένους. Μίλησε, επίσης, για τη μεγάλη φωτιά και τη βοήθεια που χρειάστηκε για να φτάσει στον δρόμο, ενώ χαρακτήρισε την έξοδό τους από το βαγόνι κάτι που έμοιαζε με θαύμα.

«Θυμάμαι να εκτοξεύομαι» – Οι εφιαλτικές στιγμές μετά τη σύγκρουση

Ιδιαίτερα συγκλονιστική ήταν και η κατάθεση της Ανθής Βάσσου, η οποία ταξίδευε στο δεύτερο βαγόνι, στο κουπέ 6. Όπως περιέγραψε, τη στιγμή της σύγκρουσης έχασε για λίγα δευτερόλεπτα τις αισθήσεις της και, όταν συνήλθε, αντίκρισε το κουπέ διαλυμένο. Το φως που προερχόταν από τη φωτιά ήταν ελάχιστο, ενώ γύρω της ακούγονταν φωνές ανθρώπων που ζητούσαν απεγνωσμένα βοήθεια. «Θυμάμαι να εκτοξεύομαι μετά την σύγκρουση. Όταν ανέκτησα τις αισθήσεις μου είδα ότι είχε ελάχιστο φως από τη φωτιά», ανέφερε στην κατάθεσή της. Σύμφωνα με όσα περιέγραψε, οι επιβάτες προσπαθούσαν να βρουν τρόπο να απομακρυνθούν, καθώς τα παράθυρα δεν αποτελούσαν ασφαλή διέξοδο και ο καπνός πλησίαζε απειλητικά. Τελικά εντόπισαν ένα άνοιγμα, από το οποίο κατάφεραν να περάσουν συρόμενοι, αφού προηγουμένως μετακίνησαν συντρίμμια που εμπόδιζαν τη διαφυγή τους. Για να σωθούν, χρειάστηκε να πηδήξουν από ύψος περίπου τριών έως τεσσάρων μέτρων, σε ένα σημείο γεμάτο σπασμένες λαμαρίνες. Η Ανθή Βάσσου αναφέρθηκε, ακόμη, στην ανησυχία και την κινητικότητα που είχε παρατηρήσει μεταξύ των ελεγκτών πριν από τη σύγκρουση, ενώ μετά το δυστύχημα οι φωνές των εγκλωβισμένων επιβατών ήταν συνεχείς, αποτυπώνοντας την απόγνωση που επικρατούσε.

Ο πόνος της απώλειας και το αίτημα για δικαιοσύνη

Την απώλεια των δύο αδελφών του και τις δύσκολες ώρες που ακολούθησαν περιέγραψε ο Στυλιανός Κουκαριώτης, ο οποίος βρισκόταν στη Γερμανία όταν έμαθε για το δυστύχημα. Όπως κατέθεσε, προσπάθησε πολλές φορές να επικοινωνήσει τηλεφωνικά μαζί τους, χωρίς να λάβει καμία απάντηση. Στη συνέχεια κατευθύνθηκε στο νοσοκομείο, όπου επικρατούσε μεγάλη αναστάτωση, ενώ η διαδικασία ταυτοποίησης των θυμάτων διήρκεσε τέσσερις ημέρες. Ο ίδιος ξεκαθάρισε ότι δεν επιδιώκει να κινηθεί από αισθήματα εκδίκησης, αλλά ζητά να αποδοθεί δικαιοσύνη και να τιμωρηθούν οι υπεύθυνοι σύμφωνα με τον νόμο και την κρίση του δικαστηρίου. «Δεν διακατέχομαι από κακίες. Αλλά θέλω σύμφωνα με τον νόμο και την κρίση του δικαστηρίου οι κατηγορούμενοι να τιμωρηθούν όπως πρέπει. Δεν θα ηρεμήσουμε αν δεν ληφθούν τα μέτρα που πρέπει για να μην συμβεί ξανά κάτι τέτοιο», τόνισε. Η κατάθεσή του ανέδειξε όχι μόνο το προσωπικό βάρος της απώλειας, αλλά και την ανάγκη των οικογενειών να υπάρξουν ουσιαστικές ενέργειες ώστε να αποτραπεί μια αντίστοιχη τραγωδία στο μέλλον.

«Δεν είδα φωτιά αλλά πάρα πολύ καπνό» – Η μαρτυρία επιβάτιδας

Την εμπειρία της από τη σύγκρουση περιέγραψε και η Αθανασία Μπάρτζου, η οποία ταξίδευε με το έκτο βαγόνι, έχοντας ξεκινήσει τη διαδρομή της από τη Λιβαδειά. Όπως ανέφερε στο δικαστήριο, αισθάνθηκε ένα απότομο φρενάρισμα, με αποτέλεσμα να πέσει προς τα εμπρός, ενώ αμέσως μετά ακολούθησαν έντονες αναταράξεις. Όταν το τρένο ακινητοποιήθηκε, τα φώτα άρχισαν να αναβοσβήνουν και οι επιβάτες προσπάθησαν να βρουν τρόπο να βγουν από το βαγόνι και να απομακρυνθούν από το σημείο. Η ίδια περιέγραψε τις συνθήκες που επικρατούσαν, δίνοντας έμφαση στον πυκνό καπνό που δυσκόλευε την κατάσταση. «Δεν είδα φωτιά αλλά πάρα πολύ καπνό», είπε χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι κατάφερε να απομακρυνθεί από το σημείο της σύγκρουσης. Ωστόσο, η προσπάθειά της δεν σταμάτησε εκεί, καθώς στη συνέχεια επέστρεψε για να βοηθήσει έναν τραυματισμένο άνδρα. Η κατάθεσή της προστέθηκε στις μαρτυρίες των επιζώντων που περιγράφουν το χάος, την αγωνία και τις δύσκολες αποφάσεις που χρειάστηκε να πάρουν οι επιβάτες μέσα σε ελάχιστο χρόνο, την ώρα που προσπαθούσαν να σωθούν και να συνδράμουν όσους είχαν ανάγκη.

0 ΣΧΟΛΙΑ

Προσθήκη Σχόλιου