Τζορτζ Μπεστ: 20 χρόνια χωρίς τον πρώτο σούπερ – σταρ του ποδοσφαίρου

Η 25η Νοεμβρίου δεν είναι απλώς μια ημερομηνία στο καλεντάρι, αλλά η επέτειος του θανάτου του Τζορτζ Μπεστ, ενός ανθρώπου που υπήρξε κάτι πολύ περισσότερο από ένας ποδοσφαιριστής. Ο βορειοϊρλανδός άσος υπήρξε ο πρώτος πραγματικός σούπερ-σταρ του ποδοσφαίρου, καθώς κατάφερε να συνδυάσει την αδιαμφισβήτητη μεγαλοφυΐα του εντός των αγωνιστικών χώρων με μία εξωστρεφή, άστατη και συχνά αυτοκαταστροφική εξωγηπεδική ζωή, η οποία τελικά τον οδήγησε σε πρόωρο θάνατο το 2005, σε ηλικία μόλις 59 ετών. Ο Μπεστ δεν έπαιζε απλώς ποδόσφαιρο· εισήγαγε την εικόνα του ποπ-σταρ στα γήπεδα, με την πλούσια κόμη του, το στυλ του και την ιδιωτική ζωή του να αποτελούν σταθερό θέμα στα βρετανικά ταμπλόιντ, κερδίζοντας επάξια τον τίτλο «Ο Πέμπτος Μπιτλ» λόγω της δόξας του την ίδια εποχή με το θρυλικό συγκρότητημα.
Η γέννηση μιας ποδοσφαιρικής μεγαλοφυΐας
Ο Τζορτζ Μπεστ γεννήθηκε στις 22 Μαΐου 1946 στο Μπέλφαστ της Βορείου Ιρλανδίας, όντας το μεγαλύτερο παιδί μιας πολυμελούς οικογένειας Προτεσταντών. Η οικογενειακή του καταγωγή έκρυβε τις πρώτες σκιές: ο πατέρας του ήταν μέλος του σκληροπυρηνικού Τάγματος της Οράγγης, ενώ η μητέρα του αναζητούσε παρηγοριά στο αλκοόλ, μια συνήθεια που κληροδοτήθηκε στον γιο της με τραγικές συνέπειες.
Η αθλητική του διαδρομή ξεκίνησε από το ράγκμπι, αλλά γρήγορα μεταπήδησε στο ποδόσφαιρο. Ήταν υποστηρικτής της τοπικής Γκλεντόραν και οπαδός της Γουλβς στην Αγγλία. Η μοίρα του όμως ήταν γραφτό να συνδεθεί με τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Ενώ ήταν ακόμη μαθητής, ένας τοπικός κυνηγός ταλέντων, ο Μπομπ Μπίσοπ, τον πρότεινε στην ομάδα των «μπέμπηδων» με τον εμβληματικό χαρακτηρισμό: «Ποδοσφαιρική μεγαλοφυΐα». Στα 15 του χρόνια εντάχθηκε στην ομάδα και μόλις δύο χρόνια αργότερα, το 1963, έκανε το ντεμπούτο του στην πρώτη ομάδα.
Η δόξα με τη φανέλα του «7»
Από τους πρώτους κιόλας αγώνες, ο Μπεστ δημιούργησε αίσθηση. Οι αέρινες ντρίμπλες του, η ταχύτητά του, η ικανότητά του να αποφεύγει τους αντιπάλους με μια απίστευτη χάρη και τα απίθανα γκολ που σημείωνε, τον έκαναν αμέσως λατρευτό. Μετά τη φρικτή τραγωδία του Μονάχου το 1958, ο Μπεστ, μαζί με τους θρύλους Μπόμπι Τσάρλτον και Ντένις Λο, έμελλε να γίνει ο πυλώνας πάνω στον οποίο η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ θα ξαναέχτιζε το όνειρο της κορυφής.
Η προσμονή των οπαδών δεν κράτησε πολύ. Το 1965, οι «μπέμπηδες» αναδείχθηκαν πρωταθλητές Αγγλίας ύστερα από οκτώ χρόνια, επαναλαμβάνοντας το κατόρθωμα το 1967. Η κορυφαία στιγμή της καριέρας του Μπεστ ήρθε το 1968, όταν οδήγησε τη Γιουνάιτεντ στην κατάκτηση του Κυπέλλου Πρωταθλητριών (νυν Champions League), του πρώτου για αγγλική ομάδα. Την ίδια χρονιά, η λάμψη του αναγνωρίστηκε διεθνώς, καθώς αναδείχθηκε «Ευρωπαίος Ποδοσφαιριστής της Χρονιάς», η ανώτερη προσωπική διάκριση.
Με το εμβληματικό νούμερο 7 στη φανέλα, ο Μπεστ αγωνίστηκε συνολικά σε 466 παιχνίδια, σημειώνοντας 178 γκολ, καθ’ όλη τη διάρκεια της 11ετούς θητείας του στη Γιουνάιτεντ, από το 1963 έως το 1974.
Η καταστροφική κατάρρευση
Ενώ η φήμη του εκτοξευόταν, ξεπερνώντας τα στενά όρια του ποδοσφαίρου, η εξωγηπεδική του ζωή άρχισε να επισκιάζει το κολοσσιαίο ταλέντο του. Ο Μπεστ έγινε μόνιμο θέμα των βρετανικών ταμπλόιντ λόγω των ξενυχτιών, των ερωτικών του σχέσεων (παντρεύτηκε δύο φορές, με τα μοντέλα Άντζελα Μακντόναλντ και Άλεξ Πέρσεϊ) και, κυρίως, των μεγάλων ποσοτήτων αλκοόλ που κατανάλωνε.
Η καριέρα του στη Γιουνάιτεντ έληξε άδοξα. Την Πρωτοχρονιά του 1974 φόρεσε για τελευταία φορά τη φανέλα της ομάδας, σε μια βαριά ήττα με 3-0 από την Κουίνς Παρκ Ρέιντζερς. Η απουσία του από τις επόμενες προπονήσεις οδήγησε τον προπονητή Τόμι Ντόχερτι να τον θέσει οριστικά εκτός ομάδας. Ο Μπεστ, στα 28 του χρόνια, είχε ήδη σπαταλήσει το μεγαλύτερο μέρος του ταλέντου του.
Διαβάστε επίσης
Η κατηφόρα συνεχίστηκε, με τον ίδιο να βρίσκεται αντιμέτωπος με δικαστικά προβλήματα, όπως η σύλληψή του για κλοπή διαβατηρίου και μπλοκ επιταγών, αν και αθωώθηκε. Στο τέλος εκείνης της περιόδου, η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ υποβιβάστηκε, γράφοντας μια «μαύρη σελίδα» στην ιστορία της.
Ο Μπεστ συνέχισε να παίζει σε μικρές ομάδες σχεδόν σε όλο τον κόσμο – σε Μεγάλη Βρετανία, Ισπανία, Αυστραλία, Νότια Αφρική και ΗΠΑ – έως το 1983, «πουλώντας» πλέον το ένδοξο όνομά του. Όμως, όπως χαρακτηριστικά έλεγε και η λαϊκή ρήση, τα χρήματα που έβγαζε τα σπαταλούσε στα «ποτά και τα ξενύχτια».
Ο θάνατος του θρύλου
Η αυτοκαταστροφική του πορεία με το αλκοόλ δεν είχε τελειωμό. Το 2002, υποβλήθηκε σε μεταμόσχευση ήπατος, μια επέμβαση που φάνηκε να του χαρίζει μια δεύτερη ευκαιρία. Ωστόσο, ο ίδιος δεν κατάφερε να απομακρυνθεί από την καταστροφική του συνήθεια.
Μια σειρά λοιμώξεων που σχετίζονταν με την επέμβαση οδήγησαν στην επιδείνωση της υγείας του. Το μεσημέρι της 25ης Νοεμβρίου 2005, ο Τζορτζ Μπεστ άφησε την τελευταία του πνοή στο νοσοκομείο «Κρόμγουελ» του Λονδίνου, σε ηλικία 59 ετών. Άφησε πίσω του έναν γιο, τον Κάλουμ Μπεστ, από τον πρώτο του γάμο.
Ο Τζορτζ Μπεστ έμεινε στην ιστορία ως ένας από τους πιο χαρισματικούς και ταυτόχρονα τραγικούς ποδοσφαιρικούς ήρωες. Η φράση του «Ξόδεψα πολλά λεφτά σε ποτά, γυναίκες και γρήγορα αυτοκίνητα – τα υπόλοιπα τα σπατάλησα» συνοψίζει με τραγικό τρόπο τη λαμπρή, αλλά συνάμα σκοτεινή, διαδρομή του «Πέμπτου Μπιτλ» που έλαμψε σαν αστέρι και έσβησε νωρίς.






0 ΣΧΟΛΙΑ