Σαν σήμερα 19 Ιουλίου 1974: Ο Μακάριος στον ΟΗΕ και η καταγγελία του πραξικοπήματος του 1974

Η ομιλία του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄ ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, στις 19 Ιουλίου 1974, αποτελεί μία από τις πλέον καθοριστικές στιγμές της σύγχρονης κυπριακής ιστορίας. Μόλις τέσσερις ημέρες μετά το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου, ο νόμιμος Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας εγκατέλειψε την εμπόλεμη Κύπρο, διέφυγε μέσω των βρετανικών κυρίαρχων βάσεων και, αφού μετέβη αρχικά στο Λονδίνο, ταξίδεψε στη Νέα Υόρκη προκειμένου να απευθυνθεί στη διεθνή κοινότητα. Η παρέμβασή του δεν συνιστούσε απλώς μία διπλωματική πρωτοβουλία, αλλά μία ύστατη προσπάθεια διεθνοποίησης της κυπριακής κρίσης, με στόχο την αποκατάσταση της συνταγματικής νομιμότητας και την αποτροπή μιας γενικευμένης σύρραξης στην Ανατολική Μεσόγειο.
Το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου και η διαφυγή του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου
Το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974 οργανώθηκε από τη στρατιωτική δικτατορία των Αθηνών, μέσω αξιωματικών της Εθνικής Φρουράς που τελούσαν υπό τον έλεγχό της, σε συνεργασία με μέλη της ΕΟΚΑ Β΄. Βασικός στόχος ήταν η ανατροπή του Προέδρου Μακαρίου και η επιβολή κυβέρνησης που θα προωθούσε την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα (Ένωση). Κατά τη διάρκεια της επίθεσης, το Προεδρικό Μέγαρο στη Λευκωσία βομβαρδίστηκε, ενώ οι πραξικοπηματίες ανακοίνωσαν ότι ο Μακάριος είχε σκοτωθεί. Ωστόσο, ο ίδιος κατάφερε να διαφύγει από μυστική έξοδο του κτιρίου και, μέσω της Πάφου, μεταφέρθηκε στις βρετανικές βάσεις, από όπου αναχώρησε αεροπορικώς για το Λονδίνο.
Η άφιξη του Μακαρίου στη βρετανική πρωτεύουσα σηματοδότησε την έναρξη μιας έντονης διπλωματικής κινητικότητας. Ως εγγυήτρια δύναμη, σύμφωνα με τις Συνθήκες της Ζυρίχης και του Λονδίνου του 1960, το Ηνωμένο Βασίλειο είχε ιδιαίτερες υποχρεώσεις έναντι της Κυπριακής Δημοκρατίας. Παρά τις επαφές που πραγματοποιήθηκαν με τη βρετανική κυβέρνηση, δεν υπήρξε άμεση στρατιωτική ή πολιτική παρέμβαση για την αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο Μακάριος επέλεξε να μεταφέρει το ζήτημα στο ανώτατο όργανο του διεθνούς συστήματος συλλογικής ασφάλειας, το Συμβούλιο Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών.
Η ομιλία ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας και η διεθνοποίηση του Κυπριακού
Στην ιστορική ομιλία του στη Νέα Υόρκη, ο Μακάριος παρουσίασε το πραξικόπημα όχι ως εσωτερική πολιτική σύγκρουση μεταξύ Ελληνοκυπρίων, αλλά ως ευθεία στρατιωτική επέμβαση της ελληνικής χούντας εναντίον ενός ανεξάρτητου και κυρίαρχου κράτους. Υποστήριξε ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είχε δεχθεί επίθεση από το ίδιο το κράτος που όφειλε, βάσει των διεθνών συνθηκών, να εγγυάται την ανεξαρτησία και την εδαφική της ακεραιότητα. Με ιδιαίτερα αιχμηρή γλώσσα κατήγγειλε τη στρατιωτική δικτατορία των Αθηνών για κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου, του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και των διεθνών συμφωνιών που θεμελίωναν την ύπαρξη της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Ιδιαίτερη σημασία είχε η επισήμανσή του ότι η κρίση δεν αφορούσε αποκλειστικά τον ελληνικό πληθυσμό της Κύπρου, αλλά απειλούσε το σύνολο του κυπριακού κράτους, ανεξαρτήτως εθνοτικής ή θρησκευτικής προέλευσης των κατοίκων του. Με τον τρόπο αυτό επιδίωξε να παρουσιάσει το κυπριακό ζήτημα ως πρόβλημα διεθνούς ασφάλειας και όχι ως διμερές ελληνοτουρκικό ζήτημα. Παράλληλα, κάλεσε τα κράτη-μέλη του ΟΗΕ να συμβάλουν στην αποκατάσταση της συνταγματικής νομιμότητας και να προστατεύσουν την ανεξαρτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η παρέμβαση του Μακαρίου απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη ιστορική βαρύτητα εξαιτίας των δραματικών εξελίξεων που ακολούθησαν. Την επομένη της ομιλίας του, στις 20 Ιουλίου 1974, η Τουρκία εξαπέλυσε στρατιωτική επιχείρηση στην Κύπρο, επικαλούμενη το δικαίωμα επέμβασης που απορρέει από τη Συνθήκη Εγγυήσεως του 1960. Η επιχείρηση, γνωστή ως «Αττίλας Ι», σηματοδότησε την έναρξη της τουρκικής εισβολής, η οποία εξελίχθηκε σε μία από τις σημαντικότερες γεωπολιτικές κρίσεις της μεταπολεμικής Ευρώπης. Παρά τις αποφάσεις και τις εκκλήσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας για κατάπαυση του πυρός, οι πολεμικές επιχειρήσεις συνεχίστηκαν, οδηγώντας τελικά στη δεύτερη φάση της εισβολής τον Αύγουστο του 1974 και στην κατοχή περίπου του 37% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Οι συνέπειες υπήρξαν τραγικές. Χιλιάδες άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, εκατοντάδες εξακολουθούν μέχρι σήμερα να αγνοούνται, ενώ περισσότεροι από διακόσιες χιλιάδες Ελληνοκύπριοι εκτοπίστηκαν βίαια από τις πατρογονικές τους εστίες. Η de facto διαίρεση του νησιού, η δημιουργία της «Πράσινης Γραμμής» και το άλυτο κυπριακό πρόβλημα αποτελούν μέχρι σήμερα άμεσες συνέπειες των γεγονότων του καλοκαιριού του 1974.
Η τουρκική εισβολή και η ιστορική σημασία της παρέμβασης του Μακαρίου
Από ιστοριογραφική σκοπιά, η ομιλία του Μακαρίου ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας συνιστά ένα από τα σημαντικότερα διπλωματικά τεκμήρια της κυπριακής κρίσης. Το περιεχόμενό της αποτυπώνει τη νομική και πολιτική επιχειρηματολογία της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενώ παράλληλα καταγράφει την προσπάθεια ενός αρχηγού κράτους να κινητοποιήσει τη διεθνή κοινότητα σε μία από τις πιο κρίσιμες στιγμές της εθνικής του ιστορίας. Παρά το γεγονός ότι η έκκλησή του δεν απέτρεψε την τουρκική εισβολή, συνέβαλε καθοριστικά στη διεθνοποίηση του Κυπριακού και στη διαμόρφωση του πλαισίου μέσα στο οποίο το ζήτημα εξακολουθεί να εξετάζεται μέχρι σήμερα.
Διαβάστε επίσης
Η παρουσία του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου στον ΟΗΕ δεν υπήρξε απλώς μία ιστορική ομιλία· αποτέλεσε μια κορυφαία στιγμή διπλωματικής αντίστασης απέναντι στην κατάλυση της συνταγματικής τάξης και μια δραματική υπενθύμιση των ορίων αλλά και της σημασίας του διεθνούς δικαίου σε περιόδους κρίσης. Για τον λόγο αυτό, η 19η Ιουλίου 1974 παραμένει μία από τις πλέον εμβληματικές ημερομηνίες στη συλλογική μνήμη του κυπριακού ελληνισμού και στη σύγχρονη ιστορία της Ανατολικής Μεσογείου.






0 ΣΧΟΛΙΑ