ΑΡΧΙΚΗ LIFE RETROMANIA

Το «Πραξικόπημα της Πιτζάμας»: Η ημέρα που η Δημοκρατία θωρακίστηκε απέναντι στα κατάλοιπα της Χούντας

«Πραξικόπημα Πιτζάμας»
51 χρόνια, από το «Πραξικόπημα Πιτζάμας»
Athensmagazine Ορίστε μας ως προτεινόμενη πηγή ειδήσεων στο Google

Η 24η Φεβρουαρίου του 1975 αποτελεί μια κομβική ημερομηνία για τη σύγχρονη ελληνική ιστορία, καθώς σηματοδοτεί τη στιγμή που η νεαρή τότε Μεταπολίτευση ήρθε αντιμέτωπη με την πρώτη σοβαρή εσωτερική απειλή. Εκείνη την ημέρα, ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας της κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Καραμανλή, Ευάγγελος Αβέρωφ, ανακοίνωσε με μια δραματική δήλωση την καταστολή μιας συνωμοτικής κίνησης μέσα στο στράτευμα. Το γεγονός έμεινε στην ιστορία με τον σκωπτικό τίτλο «Πραξικόπημα της Πιτζάμας», όμως πίσω από την ονομασία αυτή κρυβόταν μια πολύ σοβαρή προσπάθεια αποσταθεροποίησης του δημοκρατικού πολιτεύματος από νοσταλγούς της δικτατορίας.

Το πολιτικό κλίμα και η σκιά του Ιωαννίδη

Λίγους μόνο μήνες μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας τον Ιούλιο του 1974, το κλίμα στις Ένοπλες Δυνάμεις παρέμενε τεταμένο. Παρά την αλλαγή του πολιτεύματος, πολλοί αξιωματικοί που είχαν ευεργετηθεί ή αναδειχθεί κατά τη διάρκεια της επταετίας παρέμεναν στις θέσεις τους. Ο «αόρατος δικτάτορας» Δημήτριος Ιωαννίδης βρισκόταν υπό περιορισμό, όμως η επιρροή του σε ορισμένους κύκλους αξιωματικών, κυρίως μεσαίων και κατώτερων βαθμών, ήταν ακόμη ζωντανή.

Η κυβέρνηση Καραμανλή βρισκόταν σε μια λεπτή ισορροπία. Από τη μία πλευρά έπρεπε να προχωρήσει στην «αποχουντοποίηση» του κράτους και του στρατού, και από την άλλη έπρεπε να αποφύγει μια βίαιη αντίδραση του στρατιωτικού κατεστημένου που θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέο αιματοκύλισμα. Η αποκάλυψη της συνωμοσίας τον Φεβρουάριο του 1975 ήταν η απόδειξη ότι τα κατάλοιπα του παρελθόντος δεν είχαν αποδεχθεί την επιστροφή στην κοινοβουλευτική ομαλότητα.

Η οργάνωση της συνωμοσίας και οι στόχοι των κινηματιών

Η κίνηση οργανώθηκε από μια ομάδα περίπου 37 αξιωματικών, με ηγετικές φυσιογνωμίες τους ταξίαρχους Νικόλαο Ντερτιλή και Παύλο Παπαδάκη. Οι συνωμότες είχαν ως στόχο την ανατροπή της κυβέρνησης Καραμανλή, την απελευθέρωση των έγκλειστων πρωταιτίων της 21ης Απριλίου και την επαναφορά ενός αυταρχικού καθεστώτος, επικαλούμενοι τον «κομμουνιστικό κίνδυνο» και την «αποδυνάμωση των Ενόπλων Δυνάμεων» λόγω της πολιτικής κατάστασης.

Το σχέδιο προέβλεπε την κατάληψη καίριων μονάδων στην Αττική και τη Θεσσαλονίκη, τον έλεγχο των τηλεπικοινωνιών και τη σύλληψη κορυφαίων πολιτικών προσώπων. Ωστόσο, οι υπηρεσίες πληροφοριών και η ηγεσία του στρατεύματος, που είχε πλέον αρχίσει να ευθυγραμμίζεται με τη νόμιμη κυβέρνηση, παρακολουθούσαν τις κινήσεις των συνωμοτών εδώ και καιρό. Οι επαφές των κινηματιών με στελέχη που δεν ήταν πρόθυμα να συμμετάσχουν οδήγησαν στην τελική διαρροή των πληροφοριών.

51 χρόνια μετά
51 χρόνια μετά

Η ανακοίνωση του Αβέρωφ και η καταστολή

Το πρωί της 24ης Φεβρουαρίου, ο Ευάγγελος Αβέρωφ εμφανίστηκε ενώπιον των δημοσιογράφων και με μια λακωνική αλλά στιβαρή δήλωση ανακοίνωσε ότι «συνωμοτική κίνηση μικράς εκτάσεως κατεστάλη εν τη γενέσει της». Η ταχύτητα με την οποία έδρασε η κυβέρνηση ήταν εντυπωσιακή. Πριν προλάβουν οι συνωμότες να βγάλουν ούτε ένα τανκ στον δρόμο, οι αρχές είχαν ήδη προχωρήσει σε συλλήψεις των πρωταιτίων στα σπίτια τους.

Η ονομασία «Πραξικόπημα της Πιτζάμας» δόθηκε από τον Τύπο της εποχής ακριβώς επειδή οι περισσότεροι από τους εμπλεκόμενους αξιωματικούς συνελήφθησαν κυριολεκτικά στον ύπνο, φορώντας τις πιτζάμες τους, πριν προλάβουν να μεταβούν στις μονάδες τους και να δώσουν το σύνθημα της εξέγερσης. Παρά τον ειρωνικό τίτλο, η κυβέρνηση πήρε το ζήτημα πολύ σοβαρά, καθώς αντιλήφθηκε ότι αν η κίνηση είχε εκδηλωθεί, θα μπορούσε να είχε προκαλέσει διχασμό μέσα στο στράτευμα.

Οι συνέπειες και η θωράκιση της Μεταπολίτευσης

Η καταστολή του κινήματος λειτούργησε ως καταλύτης για την οριστική επιβολή της πολιτικής εξουσίας πάνω στη στρατιωτική. Αμέσως μετά το γεγονός, η κυβέρνηση Καραμανλή προχώρησε σε εκτεταμένες έκτακτες κρίσεις στις Ένοπλες Δυνάμεις, απομακρύνοντας εκατοντάδες αξιωματικούς που θεωρούνταν ύποπτοι για φιλοχουντικά αισθήματα. Ήταν η στιγμή που το στράτευμα «καθάρισε» οριστικά από τα στασιαστικά στοιχεία.

Παράλληλα, η υπόθεση αυτή επέσπευσε τις διαδικασίες για τη δίκη των πρωταιτίων της Χούντας, η οποία ξεκίνησε λίγους μήνες αργότερα. Το «Πραξικόπημα της Πιτζάμας» έδειξε στη διεθνή κοινότητα και στον ελληνικό λαό ότι η Δημοκρατία στην Ελλάδα δεν ήταν πλέον διατεθειμένη να ανέχεται «κηδεμόνες» με στολές. Η επιτυχής διαχείριση της κρίσης από τον Ευάγγελο Αβέρωφ και τον Κωνσταντίνο Καραμανλή εδραίωσε την εμπιστοσύνη των πολιτών στους νέους θεσμούς και σφράγισε το τέλος μιας εποχής όπου η πολιτική ζωή της χώρας καθοριζόταν από τα όπλα.

Σήμερα, 51 χρόνια μετά, το περιστατικό αυτό μνημονεύεται ως η τελευταία αναλαμπή ενός καθεστώτος που είχε ήδη καταρρεύσει ηθικά και πολιτικά, και ως η ημέρα που η ελληνική πολιτεία απέδειξε ότι μπορεί να αυτοπροστατευθεί χωρίς να καταφύγει σε ακρότητες, χρησιμοποιώντας τη δύναμη του νόμου και της πληροφορίας.

0 ΣΧΟΛΙΑ

Προσθήκη Σχόλιου