Σαν σήμερα, 29 Σεπτεμβρίου 1941: Το Μπάμπι Γιαρ – Η σιωπηλή φρίκη της Ανατολής

Η 29η Σεπτεμβρίου 1941 έμεινε στην ιστορία ως η μέρα που ξεκίνησε μία από τις πιο στυγερές και μαζικές σφαγές του Ολοκαυτώματος. Στο φαράγγι Μπάμπι Γιαρ (Babi Yar), στα περίχωρα του Κιέβου της Σοβιετικής Ουκρανίας, μονάδες των ναζιστικών SS, της γερμανικής αστυνομίας και οι τοπικές βοηθητικές δυνάμεις ξεκίνησαν μια διήμερη επιχείρηση που είχε ως αποτέλεσμα την εν ψυχρώ εκτέλεση χιλιάδων αμάχων. Αυτό το γεγονός δεν ήταν απλώς μια θηριωδία. Ήταν η πρώτη φορά που η ναζιστική μηχανή θανάτου εφάρμοζε ένα τέτοιο πρωτοφανές, οργανωμένο σχέδιο μαζικής δολοφονίας σε μία μόνο τοποθεσία, προαναγγέλλοντας τις μεθόδους της “Τελικής Λύσης”.
Η διοργάνωση της φρίκης: Από την κατοχή στη μαζική εξόντωση
Το Κίεβο, η ουκρανική πρωτεύουσα, είχε πέσει στα χέρια της Βέρμαχτ στις 19 Σεπτεμβρίου 1941. Η γερμανική κατοχή διήρκησε μόλις εννέα ημέρες πριν εκδοθεί η διαταγή που θα σφράγιζε τη μοίρα δεκάδων χιλιάδων Εβραίων.
Στις 28 Σεπτεμβρίου, οι ναζί τοιχοκόλλησαν ανακοινώσεις σε όλη την πόλη, στα ρωσικά, ουκρανικά και γερμανικά, με την επίσημη εντολή: «Όλοι οι Εβραίοι του Κιέβου και των περιχώρων διατάσσονται να παρουσιαστούν στις 8 το πρωί της 29ης Σεπτεμβρίου…». Τους δόθηκε η οδηγία να φέρουν μαζί τους έγγραφα, χρήματα, τιμαλφή και ζεστά ρούχα, υπονοώντας ότι επρόκειτο για μεταφορά σε στρατόπεδο συγκέντρωσης ή επανεγκατάσταση. Η απάτη ήταν τόσο πειστική που πολλοί ηλικιωμένοι, γυναίκες και παιδιά υπάκουσαν, πιστεύοντας ότι θα απέφευγαν την εκτέλεση. Οι Γερμανοί απέφευγαν να χρησιμοποιήσουν τον όρο “εκτέλεση” στις ανακοινώσεις, για να διασφαλίσουν τη μαζική προσέλευση και να ελαχιστοποιήσουν τον κίνδυνο αντίστασης.
Την 29η Σεπτεμβρίου, πάνω από 34.000 άτομα – κυρίως γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι, καθώς πολλοί άνδρες είχαν ήδη καταταγεί στον Κόκκινο Στρατό ή είχαν εκκενώσει την πόλη – κατευθύνθηκαν στο καθορισμένο σημείο συνάντησης. Όταν έφτασαν, συνειδητοποίησαν τη φρικτή αλήθεια.
Η Διήμερη Κόλαση
Το πλήθος οδηγήθηκε μέσα από ένα στενό πέρασμα προς το φαράγγι Μπάμπι Γιαρ, μήκους περίπου 2,5 χιλιομέτρων. Εκεί, μονάδες της Einsatzgruppe C (κινητές μονάδες εξόντωσης), σε συνεργασία με στρατιώτες της Βέρμαχτ και βοηθητικές δυνάμεις, έστησαν τη μηχανή του θανάτου:
- Οι Εβραίοι διατάχθηκαν να αφήσουν όλα τους τα υπάρχοντα και να γδυθούν.
- Οδηγούνταν σε μικρές ομάδες στην άκρη του φαραγγιού, όπου αναγκάζονταν να ξαπλώσουν ανάσκελα ή μπρούμυτα πάνω στα ήδη νεκρά σώματα των προηγούμενων ομάδων.
- Πυροβολούνταν με οπλοπολυβόλα από τους εκτελεστές, οι οποίοι βρίσκονταν στην απέναντι πλευρά του γκρεμού.
- Τα σώματα έπεφταν μέσα στο φαράγγι, το οποίο στη συνέχεια καλύφθηκε με ένα λεπτό στρώμα χώματος.
Σύμφωνα με τις επίσημες αναφορές των γερμανικών αρχείων (Einsatzgruppen reports), σε αυτές τις δύο ημέρες, 33.771 Εβραίοι δολοφονήθηκαν. Η σφαγή αυτή θεωρείται η μεγαλύτερη μεμονωμένη εκτέλεση του Ολοκαυτώματος μέχρι τη λειτουργία των στρατοπέδων εξόντωσης.
Μια συνεχιζόμενη «κοίτη θανάτου»
Το Μπάμπι Γιαρ δεν έπαψε να είναι τόπος θανάτου μετά τον Σεπτέμβριο του 1941. Μέχρι την ανάκτηση του Κιέβου από τους Σοβιετικούς το 1943, οι Γερμανοί συνέχισαν να χρησιμοποιούν το φαράγγι για τη δολοφονία και άλλων «ανεπιθύμητων» ομάδων. Υπολογίζεται ότι συνολικά, ο αριθμός των ατόμων που δολοφονήθηκαν στο Μπάμπι Γιαρ, Εβραίων και μη, ανέρχεται σε περίπου 100.000. Μεταξύ των θυμάτων ήταν:
- Ρομά
- Σοβιετικοί Αιχμάλωτοι Πολέμου
- Ουκρανοί εθνικιστές
- Μέλη της αντίστασης
- Άτομα με αναπηρίες
Διαβάστε επίσης
Η Σοβιετική λήθη και η φωνή του Σοστακόβιτς
Μετά τον πόλεμο, η μνήμη του Μπάμπι Γιαρ περιπλέχθηκε από την πολιτική σκοπιμότητα του Σοβιετικού καθεστώτος. Η Μόσχα προσπάθησε συστηματικά να αποσιωπήσει τη specifically εβραϊκή διάσταση της σφαγής, αναφερόμενη στα θύματα απλώς ως «ειρηνικοί Σοβιετικοί πολίτες». Δεν ανεγέρθηκε μνημείο που να αναγνωρίζει ρητά τα εβραϊκά θύματα για δεκαετίες.
Αυτή η επίσημη «λήθη» ήταν που ώθησε τον νεαρό τότε ποιητή Γεβγκένι Γεφτουσένκο (Yevgeny Yevtushenko) να γράψει το συγκλονιστικό ποίημα «Μπάμπι Γιαρ» το 1961, ένα άμεσο κατηγορητήριο όχι μόνο κατά του ναζισμού, αλλά και κατά του χρόνιου αντισημιτισμού που συνέχιζε να υπάρχει στη Σοβιετική κοινωνία. Το ποίημα ξεκινά με τους στίχους:
«Πάνω από το Μπάμπι Γιαρ δεν υπάρχει κανένα μνημείο.
Ο απότομος γκρεμός είναι σαν ένα τραχύ ταφόπετρο.
Φοβάμαι.»
Ο μεγάλος Σοβιετικός συνθέτης Ντμίτρι Σοστακόβιτς (Dmitri Shostakovich), ο οποίος υπέφερε από τη συνεχή καταπίεση του καθεστώτος, συγκλονίστηκε τόσο πολύ από το ποίημα, που αποφάσισε να το μελοποιήσει. Αρχικά, σκόπευε να γράψει ένα μονόπρακτο φωνητικό-συμφωνικό ποίημα. Τελικά, το έργο εξελίχθηκε στη Συμφωνία αρ. 13 σε Σι Ύφεση Ελάσσονα, Op. 113, η οποία είναι γνωστή και ως «Μπάμπι Γιαρ».
Η Συμφωνία αρ. 13, που ολοκληρώθηκε το 1962, είναι μια πενταμερής χορωδιακή συμφωνία για σολίστ βαθύφωνο, ανδρική χορωδία και μεγάλη ορχήστρα. Το πρώτο μέρος (I. Babi Yar – Adagio) είναι η μελοποίηση του ομώνυμου ποιήματος του Γεφτουσένκο. Ο Σοστακόβιτς χρησιμοποίησε τους στίχους του Γεφτουσένκο για να μετατρέψει την ανάμνηση της σφαγής σε μια καθολική καταδίκη της μισαλλοδοξίας, της προκατάληψης και της πολιτικής καταπίεσης.
Η πρεμιέρα της Συμφωνίας, τον Δεκέμβριο του 1962, ήταν ένα πολιτιστικό γεγονός που προκάλεσε τεράστια πολιτική αναταραχή στη Σοβιετική Ένωση. Οι επίσημοι αντιπρόσωποι μποϊκοτάρισαν τη συναυλία, και το καθεστώς πίεσε τον Γεφτουσένκο να αλλάξει τους πιο αιχμηρούς στίχους του ποιήματος. Παρά τις προσπάθειες λογοκρισίας, η μουσική και οι στίχοι του έργου πέρασαν στη συνείδηση του λαού ως ένα διαχρονικό μνημείο για τα θύματα της φρίκης, υπογραμμίζοντας ότι η αλήθεια και η τέχνη μπορούν να αντισταθούν στη λήθη και την τυραννία.






0 ΣΧΟΛΙΑ