Σαν σήμερα, 27 Ιανουαρίου 1996: Η σύλληψη του «δράκου με το πριόνι», Αντώνη Δαγκλή, που στοίχειωσε τη νύχτα της Αθήνας

Το ημερολόγιο έγραφε Σάββατο 27 Ιανουαρίου 1996. Η Ελλάδα, που ακόμα προσπαθούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στον εκσυγχρονισμό και τις παθογένειες του παρελθόντος, «πάγωσε» μπροστά στις τηλεοπτικές οθόνες. Ένας άνδρας με το κεφάλι σκυμμένο, σχεδόν κρυμμένο ανάμεσα στους ώμους του, οδηγούνταν από πάνοπλους αστυνομικούς στον ανακριτή. Γύρω του, ένα «σμάρι» δημοσιογράφων και οπερατέρ έδιναν μάχη για ένα πλάνο, μια λέξη, μια ματιά του ανθρώπου που οι τίτλοι των εφημερίδων είχαν ήδη βαφτίσει ως τον «Δράκο με το πριόνι» ή τον «Δολοφόνο των ιερόδουλων».
Σήμερα, 30 χρόνια μετά, το Athensmagazine.gr ανατρέχει στα σκοτεινά αρχεία μιας υπόθεσης που δεν ήταν απλώς ένα αστυνομικό ρεπορτάζ, αλλά μια κατάδυση στην απόλυτη ανθρώπινη διαστροφή και το αποτέλεσμα ενός κύκλου βίας που ξεκίνησε από μια γειτονιά της Κοκκινιάς και κατέληξε στο κελί 33 των φυλακών Κορυδαλλού.
Η κατάθεση που έλυσε τον γρίφο: Η Αγγλίδα που «κοίταξε» τον Χάρο
Η αντίστροφη μέτρηση για τον 32χρονο τότε Αντώνη Δαγκλή ξεκίνησε όχι από κάποιο τεχνολογικό επίτευγμα της εποχής, αλλά από τη μαρτυρία μιας γυναίκας που κατάφερε να επιβιώσει από τα χέρια του. Η Αν Χάμσον, μια Αγγλίδα που βρισκόταν σε απόγνωση στη Σόλωνος, έγινε το πρόσωπο-κλειδί.
Ο Δαγκλής, οδηγώντας το λευκό του Volkswagen βαν, την προσέγγισε και την έπεισε να επιβιβαστεί. Την οδήγησε σε ένα ερημικό σημείο κοντά στο Μοναστηράκι. Εκεί, ο τρόμος πήρε σάρκα και οστά. «Έσφιξε γύρω από το λαιμό μου ένα σχοινί και με ανάγκασε να του κάνω στοματικό έρωτα. Μου είπε πως “όλες οι που@@@@ς πρέπει να πεθάνουν”», κατέθεσε αργότερα η Χάμσον, συγκλονίζοντας τους αστυνομικούς.
Η σωτηρία της ήρθε από μια ειλικρινή ομολογία: του εξήγησε ότι δεν ήταν επαγγελματίας ιερόδουλη, αλλά μια γυναίκα που αναγκάστηκε να βγει στο δρόμο μόνο και μόνο για να συγκεντρώσει τα χρήματα του εισιτηρίου για να επιστρέψει στην Αγγλία. Ο Δαγκλής, σε μια ανεξήγητη μεταστροφή του διαταραγμένου ψυχισμού του, την άφησε να ζήσει. Την επέστρεψε στη Σόλωνος και της είπε: «Φύγε, αλλά να προσέχεις». Δεν φανταζόταν ότι εκείνο το «θύμα που γλίτωσε» θα έδινε την περιγραφή του λευκού βαν που θα τον «έκαιγε» οριστικά.
Η γέννηση ενός τέρατος: Η βία στην Κοκκινιά και το τραύμα της μητέρας
Για να καταλάβει κανείς πώς ο Αντώνης Δαγκλής έγινε ο «Δράκος», πρέπει να επιστρέψει στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Σε μια φτωχική γειτονιά της Κοκκινιάς, ένα 6χρονο αγόρι μάθαινε τον κόσμο μέσα από τις γροθιές του πατέρα του. Ο ξυλοδαρμός της μητέρας, του αδελφού του και του ίδιου ήταν η καθημερινή του «ρουτίνα». Ο πατέρας του, ένας άνθρωπος βίαιος, τον άφηνε συχνά αναίσθητο από το ξύλο μέχρι τα 12 του χρόνια.
Όταν ο πατέρας πέθανε, η φτώχεια έγινε ακόμα πιο σκληρή. Ο Δαγκλής άφησε το σχολείο και στα 16 του βρέθηκε στο αναμορφωτήριο για απόπειρα αποπλάνησης ανηλίκου. Εκεί, η προσωπικότητά του «έσπασε» οριστικά. Όταν βγήκε, έμαθε την αλήθεια που θα τον στοίχειωνε: η μητέρα του, μην έχοντας άλλον τρόπο να ζήσει τα παιδιά της, δούλευε σε κακόφημα μπάρ.
Το βράδυ που ο Δαγκλής είδε τη μητέρα του να συνευρίσκεται με πελάτη, το μυαλό του «γύρισε». Η εικόνα της γυναίκας που τον παρακαλούσε να τη συγχωρέσει μετατράπηκε μέσα του σε ένα μίσος για ολόκληρο το γυναικείο φύλο. Στα μάτια του, όλες οι γυναίκες έγιναν «πόρνες» και εκείνος αυτοανακηρύχθηκε ο «τιμωρός» που θα καθάριζε τον τόπο.
Το αιματηρό χρονικό: Από τον Καρέα στο Σχηματάρι
Η φονική δράση του Δαγκλή ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 1992. Έκλεψε ένα αυτοκίνητο, βρήκε μια κοπέλα στο Κολωνάκι και την οδήγησε στον Καρέα. Όταν διαφώνησαν για τα χρήματα, την στραγγάλισε. Αυτό που ακολούθησε ήταν πρωτοφανές για τα ελληνικά δεδομένα: επέστρεψε στη Νίκαια, πήρε ένα πριόνι για ξύλα και ένα μαχαίρι, γύρισε στο πτώμα και το διαμέλισε μεθοδικά. Πέταξε τα μέλη σε κάδους στην Αθήνα και το κεφάλι της άτυχης γυναίκας στον Κηφισό. Η αστυνομία βρήκε τις σακούλες, αλλά η ταυτότητα του θύματος δεν εξακριβώθηκε ποτέ.
Μετά από τρία χρόνια «σιωπής», ο Δαγκλής επέστρεψε στις 28 Οκτωβρίου 1995. Έχοντας πλέον αγοράσει το δικό του λευκό βαν, το οποίο είχε διαμορφώσει σε «κινητή κρεβατοκάμαρα» με στρώματα και σεντόνια, εντόπισε την 29χρονη Ελένη Παναγιωτοπούλου. Μετά την πράξη, τη στραγγάλισε και την οδήγησε στο Σχηματάρι. Εκεί, ο κτηνώδης δράστης δεν περιορίστηκε στον τεμαχισμό: έκοψε τις θηλές της και αφαίρεσε τα σπλάχνα της.
Ανήμερα των Χριστουγέννων του 1995, χτύπησε ξανά. Η 26χρονη Αθηνά Λαζάρου επιβιβάστηκε στο βαν στον Κηφισό. Ο Δαγκλής τη στραγγάλισε και πέταξε το πτώμα της σε ένα σκοτεινό σοκάκι στον Βοτανικό. Ο τρόμος είχε πλέον κυριεύσει τις πιάτσες της Αθήνας.
Διαβάστε επίσης
Η σύλληψη, η καταδίκη και το τέλος στο κελί 33
Στις 21 Ιανουαρίου 1996, το «κυνήγι» τελείωσε. Αστυνομικοί μπλόκαραν το λευκό Volkswagen στη Λεωφόρο Ποσειδώνος. Μέσα στο όχημα, οι αρχές βρήκαν ένα αδιάψευστο στοιχείο: τον σταυρό της Ελένης Παναγιωτοπούλου. Ο Δαγκλής λύγισε και ομολόγησε τα εγκλήματά του, αν και αργότερα στη δίκη προσπάθησε να αναιρέσει μέρος των λεγομένων του, επικαλούμενος «εσωτερικές φωνές».
Η απόφαση του δικαστηρίου ήταν ιστορική: 13 φορές ισόβια και 52 χρόνια κάθειρξη. Ήταν η μεγαλύτερη ποινή που είχε επιβληθεί ποτέ στην Ελλάδα μετά την κατάργηση της θανατικής ποινής. Οι ψυχίατροι που τον εξέτασαν ήταν σαφείς: δεν έπασχε από ψυχική νόσο, αλλά από μια ακραία σεξουαλική διαστροφή και αντικοινωνική προσωπικότητα.
Ο Αντώνης Δαγκλής δεν έμεινε πολύ στη φυλακή. Στις 2 Αυγούστου 1997, το τελευταίο κεφάλαιο γράφτηκε από το δικό του χέρι. Εντοπίστηκε νεκρός στο κελί 33 του Κορυδαλλού, έχοντας κρεμαστεί με το σεντόνι του από τα κάγκελα της πόρτας. Ο «δράκος» που είχε σκορπίσει τον θάνατο, επέλεξε να φύγει με τον ίδιο τρόπο που σκότωνε τα θύματά του: με στραγγαλισμό.






0 ΣΧΟΛΙΑ