Σαν σήμερα, 03 Δεκεμβρίου 1967: Η αποχώρηση της ελληνικής μεραρχίας – Όταν η Χούντα άφησε την Κύπρο ανυπεράσπιστη

Σαν σήμερα, 3 Δεκεμβρίου του 1967, μια από τις πιο μελανές σελίδες της πρόσφατης εθνικής μας ιστορίας ολοκληρώθηκε, όχι με την ρίψη της πρώτης σφαίρας, αλλά με την αποχώρηση της τελευταίας ελληνικής μονάδας από την Κύπρο. Η ημερομηνία αυτή επισφράγισε μια εθνική ήττα, έναν άμεσο εκβιασμό της Τουρκίας που έγινε αποδεκτός από το δικτατορικό καθεστώς των Αθηνών, αφήνοντας την Μεγαλόνησο ουσιαστικά ανυπεράσπιστη και ανοίγοντας τον δρόμο για τη μετέπειτα τραγωδία. Η ανάκληση της ελληνικής Μεραρχίας, σε εφαρμογή της ταπεινωτικής Συμφωνίας Παπαδόπουλου – Τσαγλαγιαγκίλ, αποτέλεσε μια πράξη εθνικής μειοδοσίας και έναν προάγγελο του Αττίλα του 1974.
Η Μεραρχία αυτή δεν ήταν μια τυχαία δύναμη. Είχε αποσταλεί μυστικά στην Κύπρο το 1964, επί κυβέρνησης Γεωργίου Παπανδρέου, μετά τις πρώτες σοβαρές διακοινοτικές ταραχές. Σκοπός της ήταν να ενισχύσει την αμυντική θωράκιση του νησιού και να λειτουργήσει ως αποτρεπτικός παράγοντας έναντι ενδεχόμενης τουρκικής εισβολής. Η παρουσία της, αν και παράτυπη βάσει των Συνθηκών Ζυρίχης-Λονδίνου, λειτουργούσε ως εγγύηση της ελληνικής στρατιωτικής βούλησης και ισορροπούσε την κατάσταση στο νησί. Η αξία της για την άμυνα της Κύπρου ήταν πανθομολογούμενη από την ελληνοκυπριακή πλευρά.
Η κρίση της Κοφίνου: Ο εκβιασμός και η Δικτατορική υποχώρηση
Το κρίσιμο σημείο καμπής που οδήγησε στην απόσυρση ήταν τα γεγονότα που έμειναν στην ιστορία ως Κρίση της Κοφίνου τον Νοέμβριο του 1967. Μια ένοπλη σύγκρουση ξέσπασε στο τουρκοκυπριακό χωριό Άγιος Θεόδωρος και Κοφίνου, στην επαρχία Λάρνακας, όταν μονάδες της Εθνικής Φρουράς, με επικεφαλής τον Στρατηγό Γεώργιο Γρίβα, παρενέβησαν για να αντιμετωπίσουν τις τουρκοκυπριακές παραστρατιωτικές ομάδες που παρεμπόδιζαν τις περιπολίες της Κυπριακής Αστυνομίας. Η στρατιωτική επιχείρηση, γνωστή με την κωδική ονομασία «Γρόνθος», αν και επιτυχής ως προς την κατάληψη των θυλάκων, κατέληξε στον θάνατο 24 Τουρκοκυπρίων, γεγονός που έδωσε στην Τουρκία την αφορμή που περίμενε.
Η αντίδραση της Άγκυρας ήταν άμεση και σφοδρή. Η Τουρκία κήρυξε γενική επιστράτευση, απείλησε με άμεση εισβολή και έθεσε τελεσίγραφο στην ελληνική στρατιωτική κυβέρνηση. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ, φοβούμενοι έναν ελληνοτουρκικό πόλεμο που θα αποσταθεροποιούσε τη νοτιοανατολική πτέρυγα της Συμμαχίας, παρενέβησαν εσπευσμένα. Ο Αμερικανός απεσταλμένος, Σάιρους Βανς, ανέλαβε ρόλο μεσολαβητή, μεταφέροντας ουσιαστικά στην Αθήνα τις τουρκικές απαιτήσεις, οι οποίες είχαν ήδη διαμορφωθεί με τον Τούρκο υπουργό Εξωτερικών Ιχσάν Σαμπρί Τσαγλαγιαγκίλ.
Η προδοτική συμφωνία και η ταπείνωση
Το δικτατορικό καθεστώς της 21ης Απριλίου, το οποίο είχε ανατρέψει τη νόμιμη κυβέρνηση λίγους μήνες νωρίτερα, βρέθηκε αντιμέτωπο με μια κρίση που δεν μπορούσε να διαχειριστεί. Ο Γεώργιος Παπαδόπουλος και οι συνεργάτες του, ανίκανοι ή απρόθυμοι να αντέξουν τον τουρκικό εκβιασμό και την πίεση των ΗΠΑ, έλαβαν τη μοιραία απόφαση. Αποδέχθηκαν πλήρως τους όρους της Τουρκίας, οι οποίοι ήταν εξαιρετικά ταπεινωτικοί για την Ελλάδα και την Κύπρο.
Η συμφωνία προέβλεπε:
- Την άμεση αποχώρηση της ελληνικής Μεραρχίας από την Κύπρο, η οποία αριθμούσε περίπου 8.000 έως 12.000 άνδρες.
- Την επιστροφή του Στρατηγού Γρίβα στην Αθήνα.
- Την καταβολή αποζημιώσεων στους Τουρκοκύπριους.
Ο Παπαδόπουλος, κατά την απολογία του στον Φάκελο της Κύπρου αργότερα, προσπάθησε να δικαιολογήσει την πράξη αυτή, υποστηρίζοντας ότι η αποστολή της Μεραρχίας ήταν παράνομη και ότι η παραμονή της θα οδηγούσε σε εθνική τραγωδία, κινδυνεύοντας ακόμη και τα νησιά του Αιγαίου. Ωστόσο, η απόφαση ελήφθη εντελώς εν κρυπτώ και χωρίς καμία συνεννόηση με τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, ο οποίος ενημερώθηκε εκ των υστέρων από τον Αμερικανό πρέσβη. Η αποχώρηση του ελληνικού στρατιωτικού σώματος άρχισε αμέσως και ολοκληρώθηκε εσπευσμένα, με τις τελευταίες μονάδες να εγκαταλείπουν το νησί στις αρχές Δεκεμβρίου 1967.
Το κενό άμυνας και οι συνέπειες
Η απομάκρυνση της Μεραρχίας επέφερε τεράστια αποδυνάμωση των αμυντικών δυνατοτήτων της Κύπρου. Η Μεγαλόνησος έμεινε πλέον να βασίζεται μόνο στην Εθνική Φρουρά, η οποία, αν και μαχητική, δεν μπορούσε να συγκριθεί με τη δύναμη και την οργάνωση ενός πλήρους ελληνικού στρατιωτικού σώματος, ειδικά έναντι της οργανωμένης απειλής τουρκικής εισβολής.
Η πρώτη άμεση συνέπεια της ήττας αυτής ήταν η ανακήρυξη, λίγες εβδομάδες αργότερα, της λεγόμενης Τουρκοκυπριακής Προσωρινής Διοικήσεως από τους Τουρκοκύπριους, κατόπιν οδηγιών της Άγκυρας. Αυτή η κίνηση ήταν ένα σαφές βήμα προς τη διχοτόμηση και τη δημιουργία χωριστής κρατικής οντότητας, ακυρώνοντας επί της ουσίας το ενιαίο και ανεξάρτητο κράτος που προέβλεπαν οι Συνθήκες του 1960.
Διαβάστε επίσης
Η πράξη αυτή της χούντας, που θυσίασε την κυπριακή άμυνα για να εξασφαλίσει τη δική της επιβίωση και να αποφύγει μια στρατιωτική σύγκρουση με την Τουρκία, υπήρξε, κατά την κρίση πολλών ιστορικών και πολιτικών αναλυτών, το πρώτο και καθοριστικό βήμα που οδήγησε αναπόφευκτα στην τραγωδία του 1974. Όπως χαρακτηριστικά τονίστηκε από το πόρισμα της Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής για τον Φάκελο της Κύπρου, η απόσυρση ήταν «πράξη εθνικής ντροπής» που κατέστησε την Κύπρο ευάλωτη, επιτρέποντας στην Τουρκία να εκμεταλλευτεί την απουσία αποτροπής και να προχωρήσει στην εισβολή.






0 ΣΧΟΛΙΑ