Παπαφλέσσας: Ιστορίες από τα παρασκήνια της υπερπαραγωγής για το έπος του 21 – Τα γυρίσματα και οι μεγάλες δυσκολίες

Η ταινία «σταθμός» στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου, Παπαφλέσσας ήρθε για μία ακόμη φορά στους τηλεοπτικούς μας δέκτες με αφορμή την 25η Μαρτίου, ξυπνώντας μνήμες και προκαλώντας ρίγη συγκίνησης. Το βράδυ της Κυριακής 23 Μαρτίου η υπερπαραγωγή του Τζέημς Πάρις με πρωταγωνιστή τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ προβλήθηκε μέσα από τη συχνότητα του ΑΝΤ1, ως φόρος τιμής στην Ελληνική Επανάσταση του 1821, υπενθυμίζοντας στο κοινό το μέγεθος μιας δημιουργίας που παραμένει αξεπέραστη σε όγκο και καλλιτεχνική αρτιότητα.
Η πλοκή της ταινίας εστιάζει στην πολυσχιδή προσωπικότητα του «Μπουρλοτιέρη των Ψυχών», εξιστορώντας σημαντικά γεγονότα της ζωής του Παπαφλέσσα, από τη νίκη του επί του Δράμαλη στα Δερβενάκια, μέχρι τον γεμάτο αυτοθυσία θάνατό του στo Μανιάκι, πολεμώντας τον στρατό του Ιμπραήμ Πασά. Πρόκειται για μια αφήγηση που συνδυάζει την ιστορική ακρίβεια με την κινηματογραφική ένταση, αναδεικνύοντας την πορεία ενός ανθρώπου που υπήρξε ταυτόχρονα κληρικός, πολιτικός και ακατάβλητος πολεμιστής.
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία που απασχολούν συχνά το κοινό είναι το πού γυρίστηκε η ταινία, καθώς οι εικόνες που καταγράφονται στην κάμερα διαθέτουν μια σπάνια αυθεντικότητα. Το εμβληματικό έπος γυρίστηκε στο μεγαλύτερο μέρος του στη Λάρισα και συγκεκριμένα στο χωριό Αμπελάκια. Πρόκειται για ένα ιστορικό χωριό της περιοχής που δέχεται αρκετούς επισκέπτες κάθε χρόνο, αποτελώντας ζωντανό μνημείο της ελληνικής παράδοσης. Ο παραδοσιακός οικισμός βρίσκεται στις βορειοδυτικές πλαγιές του όρους Όσσα στην είσοδο της κοιλάδας των Τεμπών και ξεχωρίζει για τα πέτρινα και παραδοσιακά αρχοντικά του, καθώς στο παρελθόν γνώρισε μεγάλη οικονομική άνθιση λόγω της εμπορίας του κόκκινου νήματος.
Βλέποντας κανείς την ταινία, μπορεί να παρατηρήσει την καταπράσινη φύση αλλά και πέτρινα κτήρια, πολλά από τα οποία υπάρχουν ανέπαφα μέχρι και σήμερα, προσδίδοντας στο έργο μια αίσθηση διαχρονικότητας. Εκτός από τα Αμπελάκια, βέβαια, κάποιες σκηνές της επικής υπερπαραγωγής γυρίστηκαν και σε χωριά του Πηλίου, ενισχύοντας την ποικιλομορφία των φυσικών σκηνικών. Εξάλλου το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας είχε εξωτερικά γυρίσματα ενώ συμμετείχαν περισσότεροι από 2.000 κομπάρσοι, αριθμός πρωτοφανής για τα δεδομένα της εποχής. Η παραγωγή ήταν τόσο προσεγμένη ώστε δεν έγιναν γυρίσματα σε στούντιο της Αθήνας παρά το γεγονός ότι ο Παπαμιχαήλ εμφανιζόταν στο θέατρο την ίδια περίοδο. Λέγεται ότι υπήρξαν μέρες που μεταφερόταν αυθημερόν με ελικόπτερο για να μπορεί να είναι συνεπής και στις δύο υποχρεώσεις, γυρίσματα και θέατρο, μια λεπτομέρεια που μαρτυρά τον επαγγελματισμό και την αντοχή του μεγάλου πρωταγωνιστή.
Η Κάτια Δανδουλάκη, η οποία συμμετείχε στην ταινία σε νεαρή ηλικία, έχει μοιραστεί πολύτιμες αναμνήσεις, τονίζοντας το επίπεδο της οργάνωσης. «Ο “Παπαφλέσσας” γυρίστηκε σε αυθεντικές τοποθεσίες στα Αμπελάκια της Λάρισας και σε άψογες συνθήκες. Ορντινο, ξενοδοχεία, ώρες αναχωρήσεων από το χάραμα, επιστροφή για ύπνο από πάρα πολύ νωρίς. Ολα στην εντέλεια. Ο Παπαμιχαήλ, που έπαιζε τότε στο θέατρο με την Αλίκη – δεν θυμάμαι το έργο -, έπαιρνε το ελικόπτερο μετά την παράσταση και ερχόταν βράδυ στη Λάρισα, άυπνος, για να πάμε κατευθείαν στο βουνό», είχε αναφέρει σε συνέντευξή της η ηθοποιός.
Η ίδια είχε δηλώσει ότι στα γυρίσματα αυτής της ταινίας πήρε ένα από τα μεγαλύτερα μαθήματά της πάνω στη δουλειά του κινηματογράφου, το οποίο οφείλει στον Λαυρέντη Διανέλλο. «Οι έμπειροι ηθοποιοί ήταν σαν από σίδερο, είχαν τρομερές αντοχές», είπε, περιγράφοντας την υπομονή που απαιτούσε η διαδικασία. «Το βλέπω σήμερα με μένα. Θυμάμαι ότι ενώ περιμέναμε κάθε μέρα να δούμε πώς θα είναι ο καιρός για να ανέβουμε ή όχι στο βουνό για τη σκηνή όπου ανατέλλει ο ήλιος, εγώ αδημονούσα και ρωτούσα πότε θα ξεκινήσουμε, τι ώρα θα έρθει το πούλμαν, αν ήρθε το πούλμαν κ.ο.κ. Ο μόνος που δεν μιλούσε και έπινε τον καφέ του διαβάζοντας την εφημερίδα του ήταν ο Διανέλλος. Και τον ρωτούσα “μα πώς μπορείτε, κύριε Διανέλλο;”. “Αχ, παιδάκι μου, όταν θα φτάσεις στην ηλικία μου θα ξέρεις πια ότι η βασική σου δουλειά στο σινεμά είναι να περιμένεις”… Πώς τον καταλαβαίνω τώρα!».
Διαβάστε επίσης
Η ηθοποιός δεν θα ξεχάσει επίσης τη σκηνή της επίθεσης, η οποία κατέληξε σε μια κωμικοτραγική στιγμή λόγω της εξάντλησης των 2.000 συμμετεχόντων: «Οταν ήρθε, επιτέλους, η ώρα, σηκώθηκαν οι μισοί, γιατί οι άλλοι μισοί είχαν πια αποκοιμηθεί κουρασμένοι από την αναμονή». Κλείνοντας την αναδρομή της, η Κάτια Δανδουλάκη εξέφρασε τον θαυμασμό της για όσους τολμούν ακόμη και σήμερα να δημιουργούν έργα τέτοιας κλίμακας. «Σήμερα λίγοι δοκιμάζουν τέτοια πράγματα, τέτοιες μεγάλες παραγωγές. Και μπράβο σε αυτούς που το κάνουν, όπως ο Γιάννης Σμαραγδής», κατέληξε, σφραγίζοντας την αξία της ταινίας ως ενός αξεπέραστου κινηματογραφικού άθλου.






0 ΣΧΟΛΙΑ