Νίκος Φώσκολος: Ο «γητευτής» του δράματος που σημάδεψε την ελληνική ψυχαγωγία – 12 χρόνια από τον θάνατό του

Σαν σήμερα, στις 30 Οκτωβρίου 2013, ο ελληνικός χώρος του θεάματος αποχαιρέτησε μια από τις πιο πολυσχιδείς και επιδραστικές φυσιογνωμίες της σύγχρονης ψυχαγωγίας, τον σκηνοθέτη, σεναριογράφο και συγγραφέα Νίκο Φώσκολο. Ο «μάστορας» του δραματικού είδους έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 86 ετών, αφήνοντας πίσω του ένα πληθωρικό έργο που εκτείνεται από το ραδιόφωνο και τον κινηματογράφο μέχρι την τηλεόραση, με πρωτοφανή ρεκόρ επιτυχίας και θεαματικότητας.
Ο Νίκος Φώσκολος, γεννημένος στην Αθήνα το 1927, υπήρξε ο δημιουργός που καθόρισε, όσο ελάχιστοι, το ελληνικό εμπορικό σινεμά και μεταμόρφωσε την ελληνική ιδιωτική τηλεόραση στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Το στίγμα του είναι άμεσα αναγνωρίσιμο: έντονο δράμα, μεγαλειώδεις διάλογοι, γρήγορος ρυθμός και μια αδιαπραγμάτευτη προσήλωση σε θέματα κοινωνικής δικαιοσύνης, κατασκοπείας και ιστορικών συγκρούσεων.
Η χρυσή περίοδος του κινηματογράφου
Ο Φώσκολος ξεκίνησε την καριέρα του ως δημοσιογράφος και κριτικός κινηματογράφου σε μεγάλες εφημερίδες της εποχής, ενώ σύντομα βρήκε τον δρόμο του στη συγγραφή. Το πρώτο του θεατρικό έργο, το αστυνομικό δράμα «Ο Θάνατος θα ξανάρθει» (1959), γνώρισε τεράστια επιτυχία και μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο, σηματοδοτώντας την είσοδό του στον χώρο του σινεμά.
Η δεκαετία του ’60 και των αρχών του ’70 ήταν η χρυσή περίοδος για τον Φώσκολο στον κινηματογράφο, όπου υπέγραψε το σενάριο και τη σκηνοθεσία σε περίπου 70 ταινίες, συνεργαζόμενος συχνά με τη Finos Film. Το έργο του εκείνη την εποχή ήταν «προκλητικό» για τα συντηρητικά δεδομένα της εποχής, καθώς εισήγαγε τολμηρούς κοινωνικούς χαρακτήρες, όπως οι «Αδίστακτοι» και το «Κοινωνία ώρα μηδέν».
Δύο ταινίες του όμως ξεχωρίζουν:
- «Το Χώμα βάφτηκε Κόκκινο» (1965): Σε σενάριο Φώσκολου και σκηνοθεσία Βασίλη Γεωργιάδη, η ταινία έλαβε μια ιστορική διάκριση: προτάθηκε από την Αμερικανική Ακαδημία Τεχνών και Επιστημών για το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας, αποδεικνύοντας την καλλιτεχνική του αξία πέρα από τον αυστηρά εμπορικό χαρακτήρα.
- «Υπολοχαγός Νατάσσα» (1970): Με πρωταγωνιστές τους μύθους του ελληνικού σινεμά, Αλίκη Βουγιουκλάκη και Δημήτρη Παπαμιχαήλ, η ταινία αυτή κατέχει, για πολλά χρόνια, το αδιαμφισβήτητο ρεκόρ εισιτηρίων στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου, με 751.177 εισιτήρια μόνο στην Αθήνα, ένα επίτευγμα που δύσκολα επαναλαμβάνεται.
Το τηλεοπτικό φαινόμενο: Ρεκόρ Γκίνες και καθήλωση
Το 1971, ο Φώσκολος «μεταγράφεται» στη νεοσύστατη τότε ελληνική τηλεόραση, όπου το ταλέντο του στη μυθοπλασία βρήκε την απόλυτη έκφραση.
- «Άγνωστος Πόλεμος» (1971-1974): Η ιστορική τηλεοπτική σειρά, που προβλήθηκε από την κρατική τηλεόραση (ΥΕΝΕΔ), έφτασε σε ποσοστά τηλεθέασης που σήμερα φαντάζουν ιλιγγιώδη— έως και 92% του τηλεοπτικού κοινού. Η σειρά με θέμα την κατασκοπεία κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, με τον εμβληματικό «Αξιωματικό Πέτρο», καθήλωνε κυριολεκτικά τους Έλληνες στους δέκτες τους και θεωρείται τηλεοπτικός μύθος στην Ελλάδα.
Διαβάστε επίσης
Με την έλευση της ιδιωτικής τηλεόρασης, ο Νίκος Φώσκολος καινοτόμησε εκ νέου, εισάγοντας το είδος της μεγάλης διάρκειας καθημερινής σαπουνόπερας (daily soap opera).
- «Η Λάμψη» (1991–2005): Η σειρά έπαιξε για 14 ολόκληρα χρόνια και μετέδωσε 3.457 επεισόδια, καταγράφοντας Ρεκόρ Γκίνες για τη μεγαλύτερη σε διάρκεια σειρά στην ιστορία της ελληνικής τηλεόρασης.
- «Καλημέρα Ζωή» (1993–2006): Η δεύτερη καθημερινή του σειρά, που ακολούθησε την ίδια συνταγή επιτυχίας, έπαιξε για 13 χρόνια και 3.179 επεισόδια.
Αυτές οι σειρές, παρά την κριτική που δέχτηκαν από το καλλιτεχνικό κατεστημένο για το μελοδραματικό και εμφατικό τους ύφος, αγαπήθηκαν γενναιόδωρα από το μαζικό κοινό, αποδεικνύοντας ότι ο Φώσκολος γνώριζε να «μιλάει» απευθείας στην καρδιά των τηλεθεατών.
Ο Νίκος Φώσκολος, ένας άνθρωπος που έλεγε ότι «Έμαθα να ζω χωρίς φαΐ, αλλά όχι χωρίς δουλειά», υπήρξε ένας εργασιομανής και τελειομανής δημιουργός. Η 30η Οκτωβρίου 2013 σηματοδότησε το τέλος μιας εποχής, αφήνοντας κληρονομιά ένα έργο που μπορεί να διχάζει τους κριτικούς, αλλά παραμένει ανεξίτηλο στη συλλογική μνήμη και αναντικατάστατο στην ιστορία της ελληνικής οπτικοακουστικής ψυχαγωγίας.






0 ΣΧΟΛΙΑ